Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης


Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (βιογραφία)

Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης γεννήθηκε στην Νάξο στις 31 Δεκεμβρίου 1859. Σε ηλικία 14 ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, αλλά παρά την χρηματική του ένδεια, φοίτησε στο γυμνάσιο της Σύρου εργαζόμενος για την αυτοσυντηρηση του. Τελειώνοντας το γυμνάσιο και έχοντας 600 δραχμές, αποφάσισε να μεταβεί στην Γαλλία για να σπουδάσει αστρονομία. Είχε την τύχη να έρθει σε επαφή με τον Δημήτριο Βικέλα και την ολιγομελή αλλά επιφανή οικονομικά παροικία των Ελλήνων στο Παρίσι. Αυτοί λαμβάνοντας υπό την προστασία τους τον νεαρό τότε Πρωτοπαπαδάκη τον στήριξαν οικονομικά και ηθικά ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές στην πολυτεχνική Σχολή των Παρισίων το 1883 με ιδιαίτερη επίδοση στην Μηχανική και στα μαθηματικά.

Στην επιστράτευση του 1885 λόγω της κρίσης στην Ανατολική Ρωμυλία, παράτησε τις σπουδές του και κατατάχθηκε εθελοντής στον Ελληνικό στρατό. Συνεχίζοντας τις σπουδές του στην Γαλλία απέκτησε τον Ιούνιο του 1887 το ανώτατο δίπλωμα μεταλλειολογίας της σχολής των Παρισίων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε αρχικά στους σιδηρόδρομους, ενώ παράλληλα ορίστηκε καθηγητής στην στρατιωτική σχολή Ευελπίδων. Η πρώτη αξιοσημείωτη εργασία του ήταν η εποπτεία των εργασιών της διάνοιξης του Ισθμού της Κορίνθου. Με την αποπεράτωση του έργου στα εγκαίνια, ο Πρωτοπαπαδάκης παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλιά Γεώργιο για την προσπάθεια του.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ

Μετά από παρακίνηση πολλών συμπατριωτών του, πολιτεύεται και εκλέγεται βουλευτής Νάξου το 1901. Στην πρώτη του βουλευτική θητεία επέδειξε ενδιαφέρον για τοπικά θέματα της Νάξου, για θέματα εργατικής νομοθεσίας, αλλά κυρίως για την κατάρτιση και παρακολούθηση του προυπολογισμού του κράτους. Επανεκλέχθηκε βουλευτής Νάξου το 1906. Τότε γνώρισε τον Δημήτριο Γούναρη με τον οποίο συνδέθηκε με ισχυρή προσωπική και πολιτική φιλία που την έσπασε μόνο ο Θάνατος. Οι δύο αυτοί πολιτικοί αποτέλεσαν σε εκείνη την βουλή τον πυρήνα της ανεξάρτητης κοινοβουλευτικής ομάδας των "Ιαπώνων" (μαζί με τον Ρέπουλη και τον Στ. Δραγούμη) που προσπάθησε να δώσει έναν αέρα ανανέωσης στο πολιτικό περιβάλλον του παλαιοκομματισμού και απέσπασε την συμπάθεια της κοινής γνώμης.

Μετά από δύο συνεχείς εκλογικές αποτυχίες λόγω της αντίθεσης του στον στρατιωτικό σύνδεσμο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ορίζεται υπουργός οικονομικών στην Κυβέρνηση Γούναρη του 1915. Μετά την επιστροφή Βενιζέλου σε συνεργασία με την Αντάντ το 1917 και την αντισυνταγματική επαναφορά της βουλής των "Λαζάρων", παύτηκε από βουλευτής και ιδιώτευσε, ασχολούμενος κυρίως με την εκπόνηση μελετών για θέματα γεωμετρίας. Παράλληλα διατηρούσε συχνή αλληλογραφία με τον Γούναρη που βρισκόταν εξόριστος στην Κορσική. Ο Πρωτοπαπαδάκης εντάχθηκε στην "Ηνωμένη αντιπολίτευση" και έλαβε μέρος στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, εκλεγόμενος βουλευτής Νάξου. Μια σοβαρή ασθένεια δεν του επέτρεψε να είναι υπουργός στην πρώτη μετανοεμβριανή Κυβέρνηση Ράλλη που σχηματίστηκε. Η ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, ανάγκασε τον Γούναρη να τον ορίσει υπουργό οικονομικών, αν και ο ίδιος ο Πρωτοπαπαδάκης προσπάθησε να μην αναλάβει την ευθύνη καθώς τα προβλήματα υγείας του ήταν σοβαρά.

Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Όταν ανέλαβε ο Πρωτοπαπαδάκης το Υπουργείο Οικονομικών τον Ιανουάριο του 1921, συνάντησε την συνηθισμένη κατάσταση που βρίσκει ο εκάστοτε υπουργός οικονομικών της Ελλάδας όταν αναλαμβάνει καθήκοντα. Άδεια ταμεία, σμπαραλιασμένη κρατική μηχανή, περιορισμένα έσοδα λόγω της έλλειψης των επιστρατευμένων, μεγάλες οικονομικές ανάγκες του εκστρατευτικού σώματος, που συνεχώς αυξάνονταν περαιτέρω. Η συνεχής του προσπάθεια επικεντρώθηκε στην άντληση κεφαλαίων χωρίς να υπονομεύει, κατά το δυνατόν, τον παραγωγικό ιστό της Ελλάδας. Συνέταξε σημαντικά νομοσχέδια όπως τα ακόλουθα: "περί φορολογίας καπνού", "περί ιδρύσεως καπνεργοστασίων", "περί παραχωρήσεως μεταλλείων", "περί καταργήσεως δηλώσεων και εκ γεωργικών επιχειρήσεων", "περί επιβολής λιμενικών φόρων", "περί εισπράξεως φόρων επί των αλιευομένων ιχθύων", "περί εισαγωγής ανθρακικής σόδας και άλατος" κτλ. "περί εξαγωγής ελαιολάδου" κτλ. Με μια σκληρή και αυστηρή κίνηση συγκέντρωσε στα κεντρικά ταμεία του κράτους τα 2/3 των συνολικών μετρητών από τα ταμεία όλων των επαρχιών της Ελλάδας. Προσπάθησε σκληρά να μειώσει τα κρατικά έξοδα στα απολύτως απαραίτητα.

Ο Πρωτοπαπαδάκης όμως είχε αναλάβει ένα έργο που δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό να φέρει εις πέρας. Μετά από τρεις μήνες κοπιώδη προσπάθεια, τον Μάρτιο του 1921 σε συνολικά κρατικά έσοδα 174 εκατομμυρίων δραχμών τα 109.500.000 πήγαιναν στον στρατό η σε συναφείς δαπάνες. Προφανώς η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να παραταθεί για πολύ. Η πρώτη σκέψη του Πρωτοπαπαδάκη ήταν να αναζητήσει δανεισμό από τους συμμάχους μας. Τόσο οι Άγγλοι όσο και οι Γάλλοι αρνήθηκαν. Η δεύτερη σκέψη του ήταν να κηρύξει παύση πληρωμών όσον αφορά το εξωτερικό χρέος σε αυτές τις χώρες. Όταν η πρόταση του αυτή καταψηφίστηκε στη βουλή, στράφηκε στην τελευταία λύση: τον εσωτερικό δανεισμό.

Το εσωτερικό δάνειο αυτό ήταν με την μορφή τύπωσης (πληθωριστικού) χαρτονομίσματος ύψους 500.000.000 δραχμών. Η δραχμή καταποντίστηκε σε σχέση με τα άλλα νομίσματα αλλά η "προδοτική κυβέρνηση των εξ" εξασφάλισε την χρηματοδότηση του μετώπου για ένα εξάμηνο ακόμη. Από τον Απρίλιο ως τον Ιούλιο του 1921 όμως, το εκστρατευτικό σώμα στην Μικρά Ασία αυξήθηκε μέσω στρατολογίας σε 220.000 άνδρες. Όταν η παράλογη επίθεση του Αυγούστου του 1921 προς την Άγκυρα απέτυχε και το μέτωπο τελματώθηκε, τα οικονομικά της χώρας κατέρρευσαν. Τον Φεβρουάριο του 1922 το κρατικό έλλειμμα είχε αγγίξει τα 1,7 δις δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή. Ο Γούναρης ως πρωθυπουργός στις διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους και τον Κεμάλ είχε φτάσει κοντά σε συμφωνία-συμβιβασμό: Η Ελλάδα θα αποχωρούσε από την Μικρά Ασία, θα κρατούσε την Ανατολική Θράκη και οι Σύμμαχοι θα αναλάμβαναν την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών.

Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή ο Γούναρης ζήτησε από τον Πρωτοπαπαδάκη να καταφέρει πάση θυσία να εξασφαλίσει τα χρήματα για το μέτωπο για έξι μήνες ακόμη, ώστε να μην χάσει η Ελλάδα την διαπραγματευτική της δύναμη. Ο Πρωτοπαπαδάκης τα εξασφάλισε με ένα από τα ευφυέστερα οικονομικά μέτρα που πάρθηκαν ποτέ στην Ελληνική οικονομική Ιστορία: διχοτομώντας το χαρτονόμισμα και χρησιμοποιώντας το μισό υπέρ ενός κρατικού δανεισμού. Το μέτρο αυτό είχε δύο γνωρίσματα πολύτιμα για την κατάσταση που αντιμετώπιζε το κράτος: αφ΄ενός το κράτος απέφευγε να τυπώσει νέο χρήμα προστατεύοντας την αξία του κυκλοφορούντος νομίσματος, αφ΄ ετέρου η άντληση του εσωτερικού δανείου γινόταν άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις.

Πρώτος δε, εντός κοινοβουλίου όταν ψηφίστηκε το σχετικό νομοσχέδιο ο Πρωτοπαπαδάκης είχε φροντίσει να έχει 100.000 δραχμές από τα προσωπικά του χρήματα σε χαρτονομίσματα, τα οποία διχοτόμησε. Το πρωτοποριακό αυτό μέτρο επαινέθηκε από τον ίδιο τον Λόυδ Τζώρτζ στην Αγγλική Βουλή των κοινοτήτων και απέσπασε τον θαυμασμό του Ευρωπαικού Τύπου. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε σχετικά στην Βουλή των Ελλήνων το 1932: "..την ανδρικήν πράξιν την οποίαν έκαμεν ο Πρωτοπαπαδάκης εις το να προτιμήσει να κόψει το χαρτονόμισμα στα δύο παρά να αρχίσει να εκτυπώνει χαρτονομίσματα και να καταντήσει την δραχμήν στην τύχη του μάρκου..."

Το μέτρο αυτό, έσωσε την Χώρα από την χρεοκοπία και συντήρησε τον στρατό στο μέτωπο ως την κατάρρευση του. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος απένειμε τον μεγαλόσταυρο Γεωργίου Α΄ στον Πρωτοπαπαδάκη, "δια τας μεγάλας προς την πατρίδα υπηρεσίας" (ήταν η πρώτη φορά που δόθηκε τέτοια διάκριση σε πολιτικό πρόσωπο). Αυτό ήταν και το μέγιστο σημείο της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Τον Μάιο του 1922 αναλαμβάνει Πρωθυπουργός (παρά τις αντιρρήσεις του) μετά την καταψήφιση στην βουλή της Κυβέρνησης Γούναρη.Την τρίμηνη θτεία του την σύνδεσε με την (ορθή) απομπομπή του Αρχιστράτηγου Παπούλα και την (λανθασμένη) οργάνωση εκστρατείας για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Τον Αύγουστο του 1922 επήλθε η κατάρρευση του μετώπου. Ο Πρωτοπαπαδάκης παραιτήθηκε και ανέλαβε ο Τριανταφυλλάκος.

Τα γεγονότα μετά εκτυλίχθηκαν ραγδαία. Οι Πλαστήρας - Γονατάς στασιάζουν στην Χίο, μεταφέρονται στην Αθήνα όπου σε συνεργασία με όλους τους Βενιζελικούς πολιτικούς, συλλαμβάνουν τους σημαίνοντες γουναρικούς πολιτικούς και τον υποστράτηγο Χατζηανέστη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ανάμεσα τους φυσικά και ο "πρωθυπουργός της ήττας" Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης.

Η "ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΞ"

Για την παρωδία της "δίκης των εξ" και το ανύπαρκτο νομικό και ηθικό υπόβαθρο της, έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν εκτέταμένα και δεν θα επανέλθουμε εδώ. Το τμήμα του κατηγορητηρίου που αφορούσε τον Πρωτοπαπαδάκη, τον κατηγορούσε για...διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Ο κύριος μάρτυς κατηγορίας (Βενετσανόπουλος) ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση όταν ο Πρωτοπαπαδάκης τον εξέτασε συντρίβοντας τις ψευδείς καταγγελίες του. Τέλος στην απολογία του, το πρώτο σημείο της είχε να κάνει με το επίτευγμα του: κατά την διάρκεια της θητείας του κατάφερε να συγκεντρώσει 2,2 δις δραχμές ενώ εισέπραξε από τακτικά έσοδα 633 εκατ. δραχμές σε σύνολο 645 εκατ. !!!

Το δεύτερο σημείο της απολογίας διαλύει τον μύθο της Συμμαχικής οικονομικής βοήθειας προς τον Βενιζέλο, που δήθεν σταμάτησε λόγω της έλευσης του Γερμανόφιλου Βασιλιά. Ο Πρωτοπαπαδάκης απέδειξε πως από το 1918 (τέλος Α΄παγκοσμίου) δεν έρρευσε ούτε σεντ στα Ελληνικά κρατικά ταμεία.

Στο τρίτο, αναφέρθηκε στα προβλήματα επισιτισμού του στρατού και στις υλικές θυσίες που έκανε ο Ελληνικός λαός για να συνεχιστεί η προσπάθεια. Τέλος για την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας απάντησε:

"Αντί της απολογίας κύριοι στρατοδίκαι επί της κατηγορίας της εσχάτης προδοσίας, η οποία μας απεδόθη, επιτρέψατε μοι να εκφέρω μιαν ευχήν: Επιτρέψατε με να ευχηθώ όπως ο εξευτελισμός, τον οποίον υπέστησαν σήμερον τα ανώτατα αξιώματα του κράτους εν τω προσώπω μου και εν τω προσώπω των συναδέλφων μου, μη παρεμποδίση όσους ακόμη δύνανται να προσφέρωσι υπηρεσίας εις την πατρίδα, να τας προσφέρει"

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΤΟ ΓΟΥΔΙ - ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Στις 15 Νοεμβρίου 1922 το "δικαστήριο" έβγαλε την απόφαση για την εκτέλεση των εξι, χωρίς να δοθεί καν το δικαίωμα έφεσης. Οι τελευταίες στιγμές του Πρωτοπαπαδάκη με τις κόρες του και την σύζυγο του ήταν σπαρακτικές. Ένα καμιόνι μετέφερε τους μελλοθάνατους στο Γουδί, όπου ήρθε το τέλος.....

Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης υπήρξε ένας μορφωμένος άνθρωπος, τεχνοκράτης και καλός επιστήμων. Η ακεραιότητα, η εντιμότητα και το ήθος του ήταν πανθομολογούμενα. Στην Μικρασιατική εμπλοκή προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις για το καλύτερο και το πέτυχε, τουλάχιστον στο τμήμα της ευθύνης που τον αφορούσε. Πρωταγωνίστησε στην τραγικότερη στιγμή του Ελληνισμού και την όποια αποτυχία του την πλήρωσε με την ίδια την ζωή του. Ίσως κάποιοι σήμερα να δικαιούνται να αμφισβητήσουν την πολιτική του η τις ικανότητες του. 
Τον πατριωτισμό του όμως ουδείς δικαιούται να τον αμφισβητήσει.......
http://www.istorikathemata.com/2010/02/blog-post_12.html

Η ιστορική αλήθεια για την "Μικρασιατική Άμυνα"


Η ιστορική αλήθεια για την "Μικρασιατική Άμυνα"

Αρθρογραφώντας από το μικρό μας ιστότοπο για την υπεράσπιση της μνήμης των "εξ" πολιτικών ανδρών που εκτελέστηκαν μετά από παρωδία δίκης στο Γουδί, παρατηρήσαμε ότι υπάρχει μια παρανόηση για τον πραγματικό ρόλο και το πραγματικό ειδικό βάρος που είχε η οργάνωση "Μικρασιατική Άμυνα" λίγο πριν επέλθει η κατάρρευση του μετώπου και η Μικρασιατική καταστροφή. Συγκεκριμένα ο κ. Βλάσης Αγτζίδης αναφέρει:

"Αντιλαμβανόμενη τις αρνητικές εξελίξεις, η κορυφαία οργάνωση των Μικρασιατών υπό την επωνυμία «Μικρασιατική Άμυνα» ζητά την αλλαγή πολιτικής με την ανακήρυξη ξεχωριστού Ιωνικού Κράτους και τη δημιουργία Μικρασιατικού Στρατού. Ο στρατηγος Παπούλας υπολόγιζε ότι ο στρατός αυτός θα ανέλθει σε 80.000 άνδρες. Παρότι οι σύμμαχοι στη Διάσκεψη των Παρισίων του Μαρτίου του ’22, ζητούν απ’ την Ελλάδα να συνθηκολογήσει με τον Κεμάλ και να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, οι κυβερνήτες της Ελλάδας αποφασίζουν την απόρριψη των μικρασιατικών αιτημάτων και τον μη εξοπλισμό του ελληνικού πληθυσμού."

Παρατηρήσαμε ότι οι απόψεις αυτές τυγχάνουν ευρύτατης αποδοχής από πολλούς κυρίως Μικρασιατικής και Βενιζελικής προέλευσης, κύκλους. Η ιστορική αλήθεια όμως είναι ότι οι απόψεις αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα (τουλάχιστον όπως αυτή περιγράφεται από έγκυρες και ευρύτερα αποδεκτές πηγές). Ας δούμε λοιπόν τι ήταν και τι σκοπούς είχε η Μικρασιατική Άμυνα".

Η "Μικρασιατική Άμυνα" σχηματίστηκε στα τέλη Οκτωβρίου 1921 από σημαντικά και ευυπόληπτα μέλη της αστικής τάξης της Σμύρνης (Ψαλτώφ, Σολομωνίδης, Ευρυπαίος, Δήμας, Τενεκίδης) και ουσιαστικά ήταν παράρτημα της Βενιζελικής "Άμυνας της Κωνσταντινούπολης" του Κονδύλη και του Ιωάννου όπως φαίνεται από τις παραπλήσιες ονομασίες. Απεσταλμένος της "άμυνας της Κωνσταντινούπολης" (Αργυρόπουλος) είχε ταξιδέψει στην Σμύρνη τουλάχιστον μια φορά για να συντονίσει τις ενέργειες των 2 Βενιζελικών οργανώσεων. Η "μικρασιατική άμυνα" αρχικά δημιουργήθηκε υπό το φόβο των ντόπιων Μικρασιατών ότι οι μετανοεμβριανές Κυβερνήσεις θα εγκατέλειπαν την Μικρά Ασία, λόγω των δυσκολιών της εκστρατείας και της ελπίδας τους ότι η επιστροφή του Βενιζέλου θα εξασφάλιζε την πολύτιμη Αγγλική υποστήριξη.

Όταν απέτυχε η προέλαση του Ελληνικού στρατού στην Άγκυρα και το μέτωπο τελματώθηκε, αντιπρόσωποι της οργάνωσης σε συνεννόηση με τον φανατικό Βενιζελικό Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μελέτιο και υπό την καθοδήγηση της "Εθνικής άμυνας Κωνσταντινούπολης", πλησίασαν τον Ύπατο Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη και τον Αρχιστράτηγο του Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος Παπούλα με προτάσεις για κήρυξη ανεξάρτητου Μικρασιατικού κράτους με τον ταυτόχρονο εξοπλισμό του ντόπιου πληθυσμού. Το σχέδιο που είχε εκπονήσει η οργάνωση της Κωνσταντινούπολης, προέβλεπε πως θα αποστέλλονταν εκκλήσεις για βοήθεια σε όλες τις Ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης, ενώ Πρωθυπουργός του νέου "Κράτους" θα ήταν ο Αρχιστράτηγος Παπούλας. Οι αντιπρόσωποι της Άμυνας υπολόγιζαν ότι θα μπορούσαν να εξοπλίσουν γύρω στους 80.000 άνδρες, ενώ προβλεπόταν μαζική λαική συγκέντρωση στην Σμύρνη που θα επιβεβαίωνε την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του και ειδικό όρκο!! που θα έδιναν οι νέες ένοπλες δυνάμεις.

Οι προτάσεις αυτές έφτασαν ως την επίσημη Ελληνική Κυβέρνηση, ειδικά όταν μαθεύτηκε ότι ο Παπούλας δεν είχε αρνηθεί κατ΄ αρχήν την συμμετοχή του. Στις 31 Μαρτίου 1922, ο Παπούλας συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη και με τον υπουργό στρατιωτικών Σ. Θεοτόκη όπου του ανέλυσαν γιατί ήταν εντελώς ανεδαφικό να ανακυρηχθεί αυτόνομο Μικρασιατικό κράτος. Το τέλος της πρωτοβουλίας αυτής ήρθε όταν ο Βενιζέλος εμμέσως πλην σαφώς, αρνήθηκε να ενθαρρύνει τα σχέδια της "αμυνας" και η επίσημη Αγγλική Κυβέρνηση ξεκαθάρισε πως οι ενέργειες των Βενιζελικών κύκλων της "άμυνας" δεν έχουν την στήριξη τους.

Είναι προφανές λοιπόν ότι οι προτάσεις για "αυτόνομο μικρασιατικό κράτος" είχαν πολιτική υποκίνηση από Βενιζελικούς στρατιωτικούς που είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους ενώπιον του εχθρού, αλλά δεν είχαν πραγματικό ειδικό βάρος. Είναι απορίας άξιο πως θεωρήθηκε από έμπειρους στρατιωτικούς πως 80.000 αγύμναστοι στρατιώτες θα κατάφερναν να αποκρούσουν τις πολλαπλάσιες Κεμαλικές δυνάμεις. Ακόμη και η ίδια η διαδικασία ανακήρυξης αυτόνομου μικρασιατικού κράτους πιθανότατα θα έφερνε ανωμαλία στο μέτωπο και άμεση κατάρρευση με τον Κεμάλ να εκμεταλλεύεται την ευκαιρία που θα του δινόταν. Άλλωστε και επί της ουσίας το σενάριο που είχε κατασκευάσει η "άμυνα Κωνσταντινούπολης" ήταν προϊόν φαντασίας και δεν βασιζόταν σε πραγματικά δεδομένα.

"Η δύναμη των 60.000 ανδρών που η Άμυνα έκρινε επαρκή για την υπεράσπιση των συνόρων του νέου κράτους από τις κεμαλικές επιθέσεις, ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να εκπληρώσει τον προορισμό αυτό. Άλλωστε και η περιορισμένη αυτή δύναμη δεν υπήρχε ουσιαστικά, παρά μόνο στα σχέδια των αυτονομιστών" (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ ΙΕ, σελ 194).

"Οι εκτιμήσεις της Άμυνας για την υποστήριξη σε άνδρες και σε χρήμα που θα μπορούσε να περιμένει το νέο κράτος, ήταν προιόν φαντασίας. Στην πραγματικότητα τα συστατικά του αξιοπρόσεχτου αυτού εγγράφου ήταν κολακείες και ευσεβείς πόθοι..." (Τό όραμα της Ιωνίας, Michael Llewellyn Smith).

Προφανώς αν η λύση του αυτόνομου Μικρασιατικού κράτους ήταν ρεαλιστική, η ελληνική κυβέρνηση του Γούναρη και του Θεοτόκη θα την υιοθετούσε, γιατί βρισκόταν σε ένα τραγικό και πολύπλοκο διπλωματικό οικονομικό και στρατιωτικό αδιέξοδο. Δεν το υιοθέτησε γιατί ήξερε πως ίσως έτσι μεταβίβαζε την ευθύνη αλλά αυτό θα κατέστρεφε πλήρως τον Μικρασιατικό Ελληνισμό.

Τίθεται βέβαια εκ των πραγμάτων και ένα σημαντικό ερώτημα. Αφού υπήρχαν οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι στην Μικρά Ασία που δεν χρησιμοποιούνταν γιατί η Άμυνα δεν τις έθετε στην διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης μήπως και έγερναν την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της Ελλάδας; Να σημειωθεί ότι ο Γούναρης στην σύσκεψη με τον Παπούλα και τον αντιπρόσωπο των αυτονομιστών ζήτησε ακριβώς αυτό το αυτονόητο.... 
http://www.istorikathemata.com/2010/01/blog-post_18.html

Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας

Ο εστεμμένος Φιλλέλην Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας


Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε το 1786. Γιος του βασιλιά Maximilian I (Μαξιμιλιανού του Α') , και της Wilhelmina του Hesse-Darmstadt. Υπηρέτησε στο στρατό του Βοναπάρτη, αλλά παρέμεινε πάντα πιστός οπαδός της ολοκληρωτικής αποδέσμευσης του μικρού καθολικού γερμανικού βασιλείου της Βαυαρίας από τη Γαλλία. Το 1810 παντρεύτηκε την Therese του Saxe-Hildburghausen και το 1825 διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο.

Από μικρός είχε επιδείξει μεγάλη κλίση στην ποίηση, θαύμαζε τις καλές τέχνες και ήταν προστάτης πολλών νέων καλλιτεχνών. Φανατικός λάτρης της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με την ανάρρησή του στον θρόνο κατάφερε να υλοποιήσει πολλές από τις νεανικές επιδιώξεις του στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών.

Κινητοποιήθηκε για την ίδρυση Καθολικού Πανεπιστήμιου στο Μόναχο, αποδέχθηκε φυσικά την ανάδειξη του δευτερότοκου γιου του Όθωνα ως πρώτου Βασιλιά των Ελλήνων, ενώ με τη βοήθεια κορυφαίων αρχιτεκτόνων και ζωγράφων της εποχής φιλοτέχνησε το Μόναχο με εντυπωσιακά δημόσια κτίρια νεοκλασικού ελληνικού ρυθμού, όπως η Γλυπτοθήκη, η Πινακοθήκη, το Ωδείο, η Βαλχάλα κλπ.

Φιλελεύθερος μονάρχης αρχικά, εφάρμοσε πολιτική μείωσης της φορολογίας και παροχών στα λαϊκά στρώματα. Από το 1830 και ύστερα, μετά την Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία και την εκθρόνιση του αδελφού του Λουδοβίκου ΙΗ',  Καρόλου του Χ, (του τελευταίου των Βουρβώνων) ακολούθησε και αυτός  συντηρητική πολιτική και περιόρισε κατά πολύ τις πολιτικές ελευθερίες. Πάντως, αν και πολυδάπανος (μάλλον η λέξη σπάταλος είναι πιο ταιριαστή), αγαπήθηκε από πολλούς Βαυαρούς που πραγματικά πένθησαν όταν πέθανε στις 29 Φεβρουαρίου του 1868. Ο τάφος του βρίσκεται στο ναό του Αγίου Βονιφάτιου στο Μόναχο. Ήδη πολλά χρόνια πριν πεθάνει είχε παραιτηθεί υπέρ του αγαπημένου πρωτότοκου γιου του Μαξιμιλιανού του Δευτέρου. Ο λόγος της παραίτησης ήταν οι καταγγελίες εις βάρος του για ένα υπέρογκο δάνειο της Βαυαρίας υπέρ του Όθωνα και της Ελλάδας που είχε γονατίσει τα οικονομικά του μικρού Βαυαρικού κρατιδίου.

Ο Εστεμμένος Φιλέλλην

Με την ανάρρησή του στον θρόνο το 1825, ο Λουδοβίκος μετατρέπει το Μόναχο στο κέντρο του Παγκόσμιου Φιλελληνικού Κινήματος. Η περίφημη ρήση του, λίγες ημέρες πριν την ενθρόνισή του 

«Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου»,
έδειξε καθαρά τον βαθύτατα φιλελληνικό προσανατολισμό της πολιτικής του και της γνήσιας και ανυστερόβουλης φιλίας του για ένα μικρό επαναστατημένο Έθνος της Βαλκανικής. Έδειξε όμως καθαρά και τον χαρακτήρα του ανδρός.

Ο Λουδοβίκος στην κυριολεξία ξόδεψε υπέρογκα για την εποχή ποσά για την διατήρηση και τη σωτηρία της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά προσέφερε 20.000 φιορίνια, ανώνυμα, ως χρήματα που προέρχονται «από έναν παλιό φίλο των Ελλήνων», σε ταμείο που άνοιξε στο Μόναχο μετά από έκκληση του. Απέστειλε στον Ελβετό τραπεζίτη Ευνάρ 435.000 φράγκα, για την απελευθέρωση των γυναικόπαιδων που μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου είχαν πέσει στα χέρια των Τούρκων και θα πουλιόνταν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Ιδιαίτερη ήταν η πρόνοια που επέδειξε για τα ορφανά των επαναστατών. Τριάντα από αυτά μεταφέρθηκαν στο Μόναχο και η πολιτεία ανέλαβε την εκπαίδευση τους. Ανάμεσα τους βρίσκονταν τα παιδιά σημαντικών ηρώων της επανάστασης, όπως των Ανδρούτσου, Μπότσαρη, Καραϊσκάκη, Μαυρομιχάλη, Κανάρη, Μεταξά, Τζαβέλλα και Κριεζή.


Σε σύσκεψη που είχε λίγο μετά την ηρωική Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, με το στρατιωτικό επιτελείο της Βαυαρίας, αλλά και με τη βοήθεια Σαξόνων στρατιωτικών συμβούλων και μη θέλοντας να μείνει μόνο στα ωραία λόγια και στις περιττές εκφράσεις συμπάθειας προς τους δεινοπαθούντες Έλληνες, αποφασίζει να βοηθήσει στη συγκρότηση τακτικού ελληνικού στρατού. Στέλνει λοιπόν στην Ελλάδα, 12 Βαυαρούς ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι μισθοδοτούνταν κανονικά και εντελώς επίσημα από το κρατικό ταμείο του Μονάχου. Αυτοί με εντολή του, δεν υπάγονταν σε κανέναν Έλληνα διοικητή και δρούσαν εντελώς ανεξάρτητα ως σύμβουλοι και εκπαιδευτές.
Ο πιο γνωστός Βαυαρός αξιωματικός που στάλθηκε στην Ελλάδα την περίοδο αυτή είναι ο Karl 
Heideck. Αυτός αποτελούσε ένα νέο και εντελώς πρωτότυπο είδος φιλέλληνα. Φορούσε βαυαρική στολή, είχε αποσταλεί ανοιχτά από τον βασιλιά της Βαυαρίας και υπαγόταν σε αυτόν διοικητικά. Έμεινε αρκετά χρόνια και  μετά την εκλογή του Καποδίστρια ως προέδρου της προσωρινής κυβέρνησης, συνεργάστηκε με τον Φαβιέρο για τη δημιουργία του ελληνικού τακτικού στρατού.

Μετά την Ελληνική Ανεξαρτησία, ο Λουδοβίκος μη φειδόμενος εξόδων αφιερώνεται στην μνημειακή κατοχύρωση της Ελληνικής Επανάστασης. Στέλνει στην Ελλάδα το μεγάλο ζωγράφο της εποχής και ευνοούμενό του Peter Von Hess, για να εμπνευστεί από τα πεδία στα οποία εκτυλίχθηκαν οι σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Τα έργα του Hess, που εξιδανικεύουν τις πράξεις των ηρώων της Επανάστασης, αποτελούν μέχρι σήμερα τις κλασικές απεικονίσεις του επαναστατικού αγώνα. (Ας θυμηθούμε το πενηντάδραχμο στην καλή εποχή της δραχμής, όπου η μορφή της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας βασιζόταν σε απεικόνισή του).

Απέναντι από την Πύλη θριάμβου (Siegestor) που χτίστηκε σε ανάμνηση του βαυαρικού απελευθερωτικού αγώνα, ανοικοδομήθηκαν τα Προπύλαια, το κατεξοχήν μνημείο της Ελληνικής Επανάστασης. Το έργο αυτό, που στα 1846 ανέλαβε ο επίσης φιλέλληνας αρχιτέκτονας Leo Von Klenze, ήταν μοιραίο για τον Λουδοβίκο και ίσως να έθεσε σε δοκιμασία τα φιλελληνικά του αισθήματα. Όπως γράφει ο Klenze το δυτικό αέτωμα του μνημείου 

παρουσίαζε την Ελλάδα, στην οποία οι νικητές σε στεριά και θάλασσα τις πρόσφεραν τις χαμένες επαρχίες και πόλεις. Το ανατολικό αέτωμα, το οποίο έβλεπε προς την πόλη, απεικόνιζε στο κέντρο τον Όθωνα, τον γιο του Λουδοβίκου και βασιλιά της Ελλάδας στον θρόνο του, να δέχεται τα σέβη του λαού, των τεχνών, και των επιστημών. Παράλληλα τα ανάγλυφα που διακοσμούσαν τους τέσσερις γωνιακούς πύργους και που είχαν μήκος 14 μέτρα και ύψος 2 μέτρα αναπαριστούσαν σκηνές από την Ελληνική Επανάσταση. Τον Μάρτιο του 1848 ο Λουδοβίκος αναγκάζεται να παραιτηθεί και να δώσει τη θέση του στον γιο του Μαξιμιλιανό. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο γλύπτης που είχε εμπνευστεί όλον αυτόν τον διάκοσμο, Ludwig Von Schwanthaler, πεθαίνει. Παρ' όλα αυτά ο Λουδοβίκος εμμένει στην οικοδόμηση των Προπυλαίων, χρηματοδοτεί ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση τους.

«Την ίδια ημέρα που ο ζωγράφος σημείωνε στον τοίχο του μνημείου τα τελευταία ονόματα των Ελλήνων αγωνιστών, στην Ελλάδα γινόταν η εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα». Πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν πως ο Λουδοβίκος εν βρασμώ ψυχής θα προχωρούσε στο γκρέμισμα του μνημείου. 0 φιλελληνισμός του όμως αποδείχτηκε ισχυρότερος από τις προσωπικές του περιπέτειες.

Επίμετρον - Η επιρροή των Βαυαρών στην Αρχιτεκτονική της Αθήνας

Ο Leo Von Klenze από το έτος 1812 άρχισε να εργάζεται για την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της Βαυαρικής πρωτεύουσας με σχέδια που άρχισαν να υλοπιούνται μετά το 1816, με έργα όπως ή οδός 

προς τιμήν του Λουδοβίκου, (Ludwigstrabe), η πλατεία του Odeon (Odeonsplatz), η πλατεία του Βασιλέα (konigsplatz), η πλατεία των Βίττελομπαχ (Wittelsbacherplatz). Από τα κτίρια του Μονάχου αυτής της εποχής και λίγο αργότερα, με τον κλασσικό μνημειακό χαρακτήρα την σφραγίδα του Κλένζε φέρουν το Μέγαρο Μουσικής (Odeon), η Βαλχάλλα (Walhalla), η Πινακοθήκη, και ασφαλώς η Γλυπτοθήκη.
Στην Αθήνα ο Κλένζε θα φθάσει το έτος 1834 και με τις περγαμηνές και την εύνοια που ήδη τον 


περιέβαλαν θα τεθεί επικεφαλής κλιμακίου πολεοδόμων, μηχανικών, και αρχιτεκτόνων, ανάμεσα τους, ο Κλεάνθης, ο Shaubert, ο Gartner. Είναι γνωστή η παρέμβαση του για την διόρθωση του αρχικού πολεοδομικού σχεδίου της Αθήνας των Shaubert και Κλεάνθη την οποία δυστυχώς επέβαλαν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Πάντως επιτέλεσε σημαντικό έργο στην Αθήνα. Το 1834  θα συνεργαστεί με τον αρχαιολόγο Ρος (Ludwig von Ross) μετέπειτα διευθυντή της αρχαιολογικής υπηρεσίας και έφορο αρχαιοτήτων, για το σχέδιο αποστρατιωτικοποίησης της Ακρόπολης του Βαυαρικού Υπουργείου 

Στρατιωτικών, επειδή τα περιτειχισμένα αλλά και ερειπωμένα μνημεία, όπως ο ναός της Αθηνάς - Νίκης, εξακολουθούσαν να θεωρούνται και να είναι απλά τμήματα η οικοδομήματα του οχυρού που υπήρχε στην θέση της Ακρόπολης όπως μας είναι γνωστή σήμερα. Με φιλοπονία και συστηματικότητα θα αποκολληθούν οι προσθήκες αιώνων δομικών επιχρισμάτων, ώστε να αναδειχτούν τα Προπύλαια και θα αναστηλωθεί ο ναός της Αθηνάς-Νίκης προσωπικά από τον Κλένζε. 
Παρά ταύτα , στο μέλλον και στα σύγχρονα ιστορικά συγγράμματα, ο Κλένζε και γενικά ο ευεργετικός
 ρόλος των Βαυαρών αρχιτεκτόνων και της γερμανικής πολεοδομικής επιστήμης θα αγνοηθεί εντελώς. Το μόνο που θα γραφτεί αργότερα είναι η άστοχη ιδέα και υπερβολική πρόταση του Κλένζε προς τον Όθωνα, να χτιστούν τα ανάκτορα   πάνω στη Ακρόπολη. Ιδέα, που μπορεί σήμερα να μας φαίνεται εξοργιστική και εξωφρενική, αλλά ήταν απόλυτα λογική και διόλου πρωτότυπη εκείνη την εποχή όπου η λειτουργία του Ιερού χώρου της Ακρόπολης ήταν εντελώς χρηστική και όχι σχετιζόμενη με την τωρινή αρχαιολογική και ανεκτίμητη αισθητική σημασία. Γεγονός είναι ότι ο Λουδοβίκος αντέδρασε στην ιδέα αυτή, στοχαζόμενος τις μελλοντικές συνέπειες και κατά κάποιον τρόπο "τράβηξε το αυτί" του Όθωνα και του Κλένζε ώστε να μην υλοποιηθεί.

http://www.istorikathemata.com/2010/08/blog-post_29.html

Η δίκη των "εξ"


Η δίκη των "εξ" 

(μια κριτική θεώρηση της δίκης, 87 χρόνια μετά την εκτέλεση των "εξ")

Σήμερα (15 Νοεμβρίου 2009) συμπληρώνονται 87 χρόνια από την καταδικαστική απόφαση και την εκτέλεση των "εξ" στην τοποθεσία Γουδή. Η "δίκη των εξ" που προηγήθηκε, είναι ίσως ένας από τους πιο ανακριβείς ιστορικούς όρους που έχει διατυπωθεί ποτέ για να περιγράψει ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό ισχύει γιατί απλούστατα ούτε δίκη έγινε με την καθιερωμένη έννοια του όρου, ούτε οι κατηγορούμενοι ήταν "εξ" (ήταν οκτώ οι Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλτατζής, Ξ. Στρατηγός, Μ. Γούδας, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης και Γ. Χατζηανέστης). Ο τίτλος αυτός έχει ως στόχο να συσκοτίσει ιστορικά την αλήθεια για την τραγική δολοφονία εξ αθώων πατριωτών πολιτικών ανδρών με μεγάλη προσφορά στον τόπο κατά το παρελθόν.

Το κατηγορητήριο της δίκης διαρθρωμένο σε 13 σημεία, τόνιζε τα λάθη και τις παραλείψεις της πολιτικής ηγεσίας Γούναρη - Στράτου - Πρωτοπαπαδάκη στην διαχείριση του Μικρασιατικού ζητήματος τα έτη 1920-1922. Αυτό βέβαια που όλοι γνώριζαν, ήταν ότι τα λάθη αυτά δεν ήταν προφανώς εσκεμμένα. Η βασική κατηγορία όμως που οδήγησε τους έξι πατριώτες πολιτικούς στο εκτελεστικό απόσπασμα ήταν ακριβώς αυτή που όλοι γνώριζαν ότι δεν αλήθευε: η εσχάτη προδοσία. Έτσι δεν είναι ανακριβές να δηλώσουμε ότι οι εκτελεσθέντες ήσαν αθώοι και δεν εκτελέστηκαν αλλά δολοφονήθηκαν από πραξικοπηματίες στρατιωτικούς σε συνεργασία με τους πολιτικούς τους πολιτικούς αντιπάλους. Αυτό άλλωστε το παραδέχονται ακόμη και ακροαριστεροί ιστορικοί όπως ο Τάσος Βουρνάς ενώ ο ιστορικός Θάνος Βερέμης υποστηρίζει ότι η δίκη των έξι εντασσόταν στις προσπάθειες των στρατιωτικών κύκλων να μετακυλήσουν αλλού τις ευθύνες της καταστροφής. Ο Γεώργιος Ζορμπάς, επίτιμος αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου αναφερόμενος στο νομικό πλαίσιο της δίκης είπε: «Το στρατοδικείο και η ενώπιον αυτού διαδικασία καταπάτησε στοιχειώδη υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων».

Πραγματικά δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί ονομάζεται "δίκη" η διαδικασία δικαστικής παρωδίας και συνοπτικής εκτέλεσης των "έξ" αθώων ανδρών. Οι κατηγορούμενοι δεν δικάστηκαν από τους φυσικούς δικαστές τους (από ειδικό δικαστήριο που θα υποδείκνυε η βουλή), ενώ παραβιάστηκε και το άρθρο 91 του Συντάγματος που απαγορεύει την σύσταση Έκτακτου δικαστηρίου που δεν προϋπήρχε θεσμικά, καθώς κανείς πολίτης δεν στερείται των φυσικών δικαστών. Αν τώρα συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι οι δικαστές του στρατοδικείου ταυτίζονταν με τους κατήγορους και είχαν οι περισσότεροι ταχθεί εκ προοιμίου υπέρ της εκτέλεσης των κατηγορουμένων, έχουμε την πλήρη εικόνα μιας προαποφασισμένης στημένης δίκης-παρωδίας.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των εισαγγελέων - δικαστών για την πλήρη καταπάτηση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων ήταν η λαϊκή οργή και η λαϊκή απαίτηση για τιμωρία των κατηγορουμένων Μάλιστα ο "επαναστατικός επίτροπος" Γεωργιάδης στην προσπάθεια να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα της υπεράσπισης επικαλέστηκε την λαϊκή απαίτηση για την δίκη που εκφράστηκε και με ψηφίσματα!!! που κατέθεσε ο λαός των Αθηνών. Ομολογουμένως παγκόσμια πρωτοτυπία στα δικαστικά χρονικά, άνθρωποι να εισάγονται σε δίκη και να τουφεκίζονται μετά από κατάθεση ψηφισμάτων από ομάδες πολιτών!!!

Ένα άλλο βασικό επιχείρημα των εναγόντων στρατιωτικών ήταν ότι τα δικαιώματα των κατηγορουμένων δεν γίνονταν σεβαστά και οι νόμοι καταπατούνταν επειδή την εξουσία την κατείχε η "επαναστατική επιτροπή". Η ίδια όμως "επιτροπή" δεν είχε κάνει κανενός είδους πολιτικής επανάστασης πλην της κατάργησης της Κυβέρνησης και της καθαίρεσης του Βασιλιά Κωνσταντίνου Οι ηγέτες της Επανάστασης (Πλαστήρας - Γονατάς) είχαν επανειλημμένα δηλώσει ότι θα σεβαστούν το Σύνταγμα, την Δημοκρατία και τους Νόμους. Στην "δίκη" αυτή όμως παραβιάστηκαν και πολλά άλλα στοιχειώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων Συγκεκριμένα όχι μόνο απαγορεύτηκε η πρόσβαση των κατηγορουμένων σε κρατικά έγγραφα, αλλά απαγορεύτηκε η πρόσβαση και στα προσωπικά τους αρχεία και έγγραφα. Σε πολλούς δε κατηγορουμένους δεν τους απαγγέλθηκε καν κατηγορητήριο κατά την διάρκεια της προανάκρισης.

Δεν είμαι δικηγόρος, ούτε έχω ειδικές γνώσεις γνώσεις επί των θεμάτων αυτών. Γίνεται όμως εύκολα αντιληπτό από τα λίγα πράγματα που ξέρω για τα πολιτικά δικαστήρια ότι παραβιάστηκαν σχεδόν όλα τα στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα των εκτελεσθέντων. Άλλωστε το γεγονός αυτό το παραδέχθηκε και η πολιτική αγωγή. Η μόνιμη επωδός τόσο των δικαστών όσο και των κατήγορων (αν και οι 2 αυτές κατηγορίες συνέπιπταν) ήταν ότι υπήρχε καθεστώς έκτακτης εθνικής ανάγκης που επέβαλλε τις βάρβαρες αυτές διαδικασίες. Η έδρα (Οθωναίος) απέρριψε όλες τις ενστάσεις επί των διαδικασιών, έχοντας ως σκεπτικό ότι....τις απορρίπτει τελεία και παύλα.

Το πιο τραγικό από όλα ήταν ότι οι δικαστές - εισαγγελείς που εκτέλεσαν τους 6 αθώους άνδρες, είχαν οι ίδιοι βαρύτατες ευθύνες για την τελική κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας. Όλοι (Γονατάς, Πλαστήρας, Παπούλας), πλην Παγκάλου, είχαν την διοίκηση μεγάλων μονάδων του στρατού στο μέτωπο, ενώ πολλοί άλλοι συνεργάτες τους (Κονδύλης) συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις στην Κωνσταντινούπολη υποσκάπτοντας το ηθικό του Ελληνικού στρατού στο μέτωπο. Αλήθεια όλοι αυτοί δεν είχαν καθόλου προσωπικές ευθύνες? Ήταν τόσο καθαρή η συνείδηση τους, ώστε να φορτώσουν την καταστροφή στους ώμους άλλων? Υπενθυμίζω ότι ο Αλέξανδρος Μαζαράκης - Αινιάν στην επίσημη έρευνα του στρατού το 1924 για τα αίτια της στρατιωτικής κατάρρευσης του Μικρασιατικού μετώπου, κατελόγισε βαρύτατες ευθύνες στον Στυλιανό Γονατά για την φυγή του στρατιωτικού τμήματος που διοικούσε, ενώπιον του εχθρού.

Υπάρχει και ένα τελευταίο και ίσως το πιο σημαντικό επιχείρημα των Βενιζελικών εκείνης της εποχής, ότι όφειλαν να εκτελεσθούν οι 6 αθώοι Έλληνες πατριώτες για να κατασιγάσει ο κοινωνικός αναβρασμός και να ικανοποιηθούν οι πρόσφυγες. Ομολογουμένως είναι και το μοναδικό στέρεο επιχείρημα, αν δεχθούμε ότι οι πρόσφυγες ήθελαν να πεθάνουν κάποιοι αθώοι για την καταστροφή που έπαθαν. Προφανώς δεν ισχύει κάτι τέτοιο, καθώς οι πρόσφυγες δεν ήταν αιμοδιψή τέρατα αλλά πονεμένοι άνθρωποι. Αλλά και αν ίσχυε, η ουσία δεν θα άλλαζε. Οι "εξ" ήταν αθώοι του κατηγορητηρίου και αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ, όση προσπάθεια και αν καταβάλλουν οι Βενιζελικοί υμνωδοί - ιστορικοί που έχουν εξορίσει την κοινή λογική από τις ιστορικές σπουδές.

Μια άλλη αποκαλυπτική πτυχή της δίκης ήταν ότι ενώ το κατηγορητήριο κάλυπτε συνολικά την χρονική περίοδο 1920-1922, πολλοί κατηγορούμενοι δεν κατείχαν κρατικές θέσεις στο μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου αυτής. Κλασσικό παράδειγμα ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης που ανέλαβε καθήκοντα 3 μήνες πριν την καταστροφή!! Και όμως δικαζόταν και για διπλωματικά λάθη των μετανοεμβριανών Κυβερνήσεων σε μια απόδοση συνολικής ευθύνης που ανάλογη είδαμε μόνο στα προπολεμικά κομμουνιστικά απολυταρχικά καθεστώτα. Άλλο παράδειγμα αποτελεί ο Νικόλαος Στράτος, που για το μισό της επίμαχης περιόδου ήταν στην αντιπολίτευση! Ο Ιωάννης Μεταξάς με αρθρογραφία του την εποχή εκείνη, υποστήριζε ότι σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση. Φυσικά τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνώρισε το στρατοδικείο των εκτελεστών. Η καταδικαστική απόφαση ανακοινώθηκε ξημερώματα της 15ης Νοεμβρίου και οι κατηγορούμενοι εκτελέστηκαν την ίδια εκείνη ημέρα.

Στις 11.οο το πρωί της 15ης Νοεμβρίου, οι έξι άνδρες μεταφέρθηκαν με φορτηγό στην τοποθεσία Γουδή. Τραγική φιγούρα ο Δημήτριος Γούναρης, ο οποίος είχε προσβληθεί από τύφο και μόλις στεκόταν στα πόδια του, υποβασταζόμενος από τους υπόλοιπους. Ο Έρνεστ Χέμινγουέη που κάλυψε δημοσιογραφικά τα γεγονότα για την εφημερίδα "Τορόντο Μέηλ" έγραψε για τον Γούναρη: "O ψηλός πρώην πρωθυπουργός ήταν βαρειά άρρωστος. Δεν μπορούσε να σταθεί στο λασπωμένο χώμα. Είχε στους ώμους του μια στρατιωτική κουβέρτα. Οι δύο σύντροφοι του τον κρατούσαν όρθιο...." Το πυρ του εκτελεστικού αποσπάσματος έκλεισε το κεφάλαιο του Μικρασιατικού δράματος και άνοιξε το κεφάλαιο του δεύτερου εθνικού διχασμού που απείχε μόλις μια δεκαετία...

Ως τελευταίο μάρτυρα για την αθωότητα των "εξ" ανδρών θα φέρουμε αυτόν που κυρίως βοήθησε να στηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε στην βουλή των Ελλήνων το 1929:
"..δύναμαι να σας διαβεβαιώσω με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής ητις ακολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίας κατά της πατρίδος η ότι εν γνώσει ωδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν...."
------------------------------------------------

Αντίλογος στα επιχειρήματα των υποστηρικτών της νομιμότητας της "δίκης των εξ"


Έχουμε αναφερθεί εκτενώς στο παρελθόν για την "δίκη των εξ" και πιστεύω πως είχαμε αποδείξει αρκετά πειστικά ότι δεν ήταν "δίκη" παρά μια παρωδία δικαστικής διαδικασίας με προαποφασισμένο αποτέλεσμα για το οποίο οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν ακόμα και του αυτονόητου δικαιώματος της έφεσης του.

Παρατηρήσαμε όμως ότι υπάρχουν κάποιες βαθιά ριζωμένες λανθασμένες (κατά την γνώμη μας) αντιλήψεις για την κρίσιμη περίοδο 1918-1922 που ανακυκλώνονται ευρέως διαδικτυακά. Αυτές επικαλούνται πολλοί προσφυγικοί σύλλογοι και ιστορικοί (Βλάσης Αγτζίδης) συναρμολογώντας ένα νέο κατηγορητήριο για τους "έξι" ζητώντας με πάθος την εκ νέου καταδίκη τους. Καλό όμως είναι να ακούγονται και άλλες απόψεις επί των θεμάτων αυτών. Θα αναφερθώ σε αυτές όσο πιο συνοπτικά μπορώ.

ΑΠΟΨΗ ΠΡΩΤΗ "Η εκλογική ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 προήλθε από την αντιπολεμική πολιτική του "οίκαδε" και της "μικράς και εντίμου Ελλάδος" που εξήγγειλε η "Ηνωμένη Αντιπολίτευσις" του Δ. Γούναρη"

Αυτό όμως δεν ισχύει (η μάλλον δεν ισχύει μόνο αυτό). Την τριετία 1917-1920 ο βενιζελισμός έδειξε σκληρότητα και αυταρχισμό προς τους πολιτικούς του αντιπάλους με χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, εξορία και εκτοπισμούς πολιτικών, σκληρή λογοκρισία, αθρόες εκτελέσεις φυγόστρατων κτλ Η "ηνωμένη αντιπολίτευσις" επικαλέστηκε μόνο την επιστροφή στην νομιμότητα και στην δικαιοσύνη. Οι αντιπρόσωποι της δεν ανέφεραν σε κανένα προεκλογικό τους λόγο (τουλάχιστον από αυτούς που έχω διαβάσει) για απαγκίστρωση από την Μικρά Ασία. Άλλωστε και όταν ήρθε στην εξουσία η "ηνωμένη αντιπολίτευσις" δεν ακολούθησε τέτοια πολιτική αλλά υποστήριξε την προσπάθεια απελευθέρωσης της Ιωνίας ως κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.

ΑΠΟΨΗ ΔΕΥΤΕΡΗ "Οι σύμμαχοι μας (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), μας εγκατέλειψαν επειδή επέστρεψε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος. Ο Γούναρης και συν αυτώ γνώριζαν ότι με την επιστροφή του Βασιλιά θα έχαναν κάθε έρεισμα στο εξωτερικό"

Υπάρχουν τουλάχιστον 5 περιπτώσεις (μια από αυτές εδώ)κατά τις οποίες οι Βρεττανοί (Γουίλσον, Λόυδ Τζώρτζ, Τσώρτσιλ, Κώρζον)και οι Γάλλοι ιθύνοντες (Κλεμανσώ, Πουανκαρέ)είχαν προειδοποιήσει τον Ελ. Βενιζέλο ότι δεν θα βοηθούσαν την Ελλάδα ούτε οικονομικά ούτε στρατιωτικά κατά την εμπλοκή της στην Μ. Ασία. Για όσο καιρό ήταν πρωθυπουργός ο Βενιζέλος η Ελλάδα δεν δέχθηκε την παραμικρή βοήθεια από τους Συμμάχους (πηγή "Καθημερινή"). Διαβάσαμε στον κ. Αγτζίδη για "πιστώσεις" που μας έκαναν οι σύμμαχοι. Καλό είναι να μας δώσει την ιστορική πηγή που περιλαμβάνει η αναφέρει τις "πιστώσεις" αυτές. Η επιστροφή του Βασιλιά το μόνο που προμήθευσε τους συμμάχους μας ήταν μια καλή δικαιολογία που επικαλέστηκαν. Δεν ήταν όμως η αιτία της συμπεριφοράς των συμμάχων απέναντι μας μετα τον Νοέμβριο του 1920. Επίσης να υπενθυμίσω ότι η επαναφορά του Κωνσταντίνου ήταν διακηρυγμένη προτεραιότητα την "ηνωμένης αντιπολίτευσης" κατά την προεκλογική περίοδο (και ίσως αποτέλεσε και σημαντικό συντελεστή της εκλογικής της νίκης).

ΑΠΟΨΗ ΤΡΙΤΗ "Παράλληλα στο Μέτωπο εκδιώκονται οι εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί ως βενιζελικοί και αντικαθίστανται από απειροπόλεμους βασιλικούς. Ουσιαστικά διαλύουν το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού, όχι μόνο με τις αποτάξεις και τις διώξεις αλλά και με την παράλογη συνέχιση των επιχειρήσεων στα βάθη της Μικράς Ασίας."

Ούτε αυτή η θέση είναι ακριβώς σωστή. Όταν εξελέγη η "ηνωμένη αντιπολίτευσις" όφειλε να επαναφέρει, για λόγους δικαιοσύνης, τους αξιωματικούς που είχε αποτάξει ο βενιζελισμός για τα πολιτικά τους φρονήματα. Από τους βενιζελικούς αξιωματικούς που απομακρύνθηκαν από το μέτωπο, μια ομάδα (Κονδύλης)εγκατέλειψε αυτοβούλως την θέση της και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου συνωμοτούσε κατά της νέας κυβέρνησης. Μόνο λίγοι ανώτατοι αξιωματικοί αντικαταστάθηκαν (π.χ. ο Πλαστήρας έμεινε στην θέση του) και σίγουρα οι εκκαθαρίσεις που έγιναν ηταν το 1/4 από αυτές που είχαν κάνει οι Βενιζελικοί την τριετία 1917-1920 σύμφωνα με τον Michael Llewellyn Smith.

ΑΠΟΨΗ ΤΕΤΑΡΤΗ "Αντιλαμβανόμενη τις αρνητικές εξελίξεις, η κορυφαία οργάνωση των Μικρασιατών υπό την επωνυμία «Μικρασιατική Άμυνα» ζητά την αλλαγή πολιτικής με την ανακήρυξη ξεχωριστού Ιωνικού Κράτους και τη δημιουργία Μικρασιατικού Στρατού. Ο στρατηγος Παπούλας υπολόγιζε ότι ο στρατός αυτός θα ανέλθει σε 80.000 άνδρες. Παρότι οι σύμμαχοι στη Διάσκεψη των Παρισίων του Μαρτίου του ’22, ζητούν απ’ την Ελλάδα να συνθηκολογήσει με τον Κεμάλ και να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, οι κυβερνήτες της Ελλάδας αποφασίζουν την απόρριψη των μικρασιατικών αιτημάτων και τον μη εξοπλισμό του ελληνικού πληθυσμού."

Αυτό το επιχείρημα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό! Η Ελλάς την εξιστορούμενη εποχή είχε υπό τα όπλα 200.000 εμπειροπόλεμους εκπαιδευμένους άνδρες, με έμπειρους ανώτατους αξιωματικούς, επιμελητεία, υγειονομικές υπηρεσίες, αεροπορία αναγνώρισης, πυροβολικό, μεταφορικά μέσα κτλ. Τι ακριβώς θα έκαναν οι 80.000 Μικρασιάτες μόνοι τους? Εκτός αυτού γιατί οι ίδιοι Μικρασιάτες δεν προσήλθαν ως εθελοντές όταν έγινε το κάλεσμα από την Ελληνική Κυβέρνηση (προσήλθαν πολύ λίγοι εθελοντές καθώς οι ζώνες που ελέγχονταν από τον Ελληνικό στρατό δεν ήταν επίσημα Ελληνικό έδαφος και δεν ήταν δυνατόν να γίνει επίσημη κανονική στρατολογία). Επίσης αποκρύπτεται το γεγονός ότι η "μικρασιατική άμυνα" είχε ξεκάθαρα πολιτικά βενιζελικά κίνητρα, διαπραγματεύθηκε μυστικά από την ελληνική κυβέρνηση με τους Άγγλους, αλλά σύμφωνα με τον Μάικλ Λιούιν Σμιθ "οι Βρετανοί δεν θεωρούσαν ότι υπήρχε στέρεα βάση στα λεγόμενα των αντιπροσώπων της οργάνωσης".

Τελειώνοντας θα ήθελα να εκφράσω έναν προβληματισμό που έχω για ένα υφέρπον μίσος που νιώθω να αναδύεται μέσα από τις σκέψεις πολλών απογόνων μικρασιατών και ποντιών κατά των προγόνων των συμπατριωτών τους της Παλαιάς Ελλάδας. Σίγουρα οι παλαιοελλαδίτες δεν φέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο (υπήρξαν αρκετά κρούσματα ρατσισμού) στους τότε πρόσφυγες που σε αθλία κατάσταση κατέκλυσαν τα προάστια των αστικών κέντρων και τις μακεδονικές πεδιάδες. Οφείλουμε όμως να υπενθυμίσουμε και τις θυσίες που αναγκάστηκαν να καταβάλλουν οι Έλληνες της Παλαιάς Ελλάδος για την υπόθεση της Μικράς Ασίας που ήταν τόσο υλικές (οι πρόσφυγες αποτέλεσαν μια μόνιμα ανοιχτή οικονομική πληγή για την Ελλάδα σε πολύ δύσκολες εποχές που τελικά την οδήγησαν στην πτώχευση το 1931) όσο και ανθρώπινες (χιλιάδες έλληνες προερχόμενοι από την Παλαιά Ελλάδα είτε τραυματίστηκαν είτε βρήκαν τον θάνατο στην Μικρά Ασία, ενώ η παρατεταμένη απουσία τους από τις οικογένειες τους τις εξάντλησε οικονομικά και τις οδήγησε στην φτώχεια και την ανέχεια). Είναι δύσκολο λοιπόν ένας απλός μέσος άνθρωπος να υποβάλλεται συνεχώς σε βαρύτατες θυσίες και να μην αντιδράσει, να μην στραφεί κατά αυτών που νομίζει ότι ευθύνονται για την δυστυχία του και την κακοδαιμονία του.

Καλό είναι λοιπόν να μην υποδαυλίζουμε τα πάθη αλλά να εξετάζουμε την θέση και τα προβλήματα όλων την εποχή εκείνη όσο πιό αντικειμενικά γίνεται. Επίσης καλό θα ήταν η Ιστορία μας να εξετάζεται με μια διάθεση για ενότητα και σύνθεση και όχι με διάθεση για φιλονικία και διάσπαση.

-----------------------------------------

Η παρωδία δίκης των έξι και η περίεργη περίπτωση του αντ/σχη Πτολεμαίου Σαρηγιάννη

Στις 6 Φεβρουαριου1921 έγινε στο Λονδίνο η πρώτη συνδιάσκεψη των Συμμάχων (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) στην οποία συμμετείχε η Ελληνική Κυβέρνηση υπό τον τότε πρωθυπουργό Καλογερόπουλο. Την Ελληνική στρατιά της Μ. Ασίας αντιπροσώπευε ο αντ/σχης Πτολεμαίος Σαρηγιάννης ως ειδικός σύμβουλος σε στρατιωτικά θέματα που αφορούσαν το μέτωπο. Ο Σαρηγιάννης είχε κάνει λαμπρές σπουδές στο εξωτερικό, ήταν απόφοιτος της σχολής Πολέμου της Γαλλίας, εθεωρείτο άριστος επιτελικός, είχε προαχθεί επ΄ανδραγαθία στην μάχη του Σκρα το 1917, ενώ ήταν υπαρχηγός του Γενικού επιτελείου στην Μικρά Ασία επί Βενιζέλου. Γενικά είχε ιδιαίτερη σύνδεση με τον επιτελάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο του οποίου ήταν προστατευόμενος, αλλά δεν αντικαταστάθηκε μετά την πολιτική μεταβολή του Νοεμβρίου, καθώς η Κυβέρνηση θεώρησε πως έπρεπε να υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος με την προηγούμενη ανώτατη διοίκηση που τα περισσότερα μέλη της είτε είχαν παραιτηθεί (Παρασκευόπουλος), είτε είχαν αυτομολήσει ενώπιον του εχθρού πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη (Κονδύλης, Ιωάννου, Ζαφειρίου κτλ) που βρισκόταν υπό διεθνή Αρμοστεία.
Ο Σαρηγιάννης στην Συνδιάσκεψη του Λονδίνου στην οποία συμμετείχε ως ο κύριος στρατιωτικός σύμβουλος της Ελληνικής Κυβέρνησης, ερωτώμενος σχετικά με τις δυνατότητες του Ελληνικού 
Νικόλαος Καλογερόπουλος
στρατού, προσπάθησε να πείσει ότι ο Ελληνικός στρατός (80.000 άνδρες τότε) είχε τις δυνάμεις να συντρίψει τον Κεμάλ εντός τριών μηνών βαδίζοντας αν χρειαζόταν και πέραν της Άγκυρας. Ο Αρχιστράτηγος της Γαλλίας Foch νικητής του Α΄ παγκοσμίου πολέμου που παρευρισκόταν στις συσκέψεις δήλωσε πως χρειάζονταν 27 μεραρχίες για την επιχείρηση. Ο Σαρηγιάννης απτόητος βεβαίωνε τους Βρετανούς ιθύνοντες (ναύαρχος Κάρρ) πως ο Ελληνικός στρατός ήταν έτοιμος για προέλαση. Ο Δημήτριος Γούναρης που εν τω μεταξύ είχε επίσης έρθει στο Λονδίνο μετά από πρόσκληση της Συνδιάσκεψης, ακολούθησε τις συμβουλές του Σαρηγιάννη, θεωρώντας πως η επικείμενη στρατιωτική επιτυχία στο μέτωπο θα ενδυνάμωνε διπλωματικά την Ελλάδα. Να σημειωθεί πως ο διοικητής της στρατιάς της Μ. Ασίας υποστράτηγος Παπούλας μετέπειτα μάρτυρας κατηγορίας στην παρωδία δίκης των "εξ", δεν εκδήλωσε αντίθεση στην επιχείρηση. Αντίθεση εκδήλωσε ο υποστράτηγος Γουβέλης που παραιτήθηκε από το Γενικό Επιτελείο, αλλά και ο απόστρατος Βίκτωρ Δούσμανης. Αμφότεροι με εκθέσεις τους προς την Κυβέρνηση ζητούσαν την ενίσχυση του μετώπου με 50.000 άνδρες πριν την περαιτέρω προέλαση, καθώς ορθώς επεσήμαναν την ενδυνάμωση του εχθρού.

Οι συμβουλές και η επιμονή του Σαρηγιάννη και το διπλωματικό αδιέξοδο του Λονδίνου, παρέσυραν την Κυβέρνηση και οδήγησαν στην αποτυχημένη επίθεση του Μαρτίου του 1921, όπου ο Ελληνικός στρατός είχε απώλειες 5.000 νεκρούς αγνοούμενους και τραυματίες. Το ηθικό των Κεμαλιστών ανέβηκε χάρις την νίκη αυτή και εκατοντάδες Τούρκοι αξιωματικοί έσπευδαν να ενισχύσουν τον Κεμάλ, ενώ σπουδαίος ήταν και ο διεθνής αντίκτυπος της αποτυχίας. Μετά την αποτυχία αυτή η κυβέρνηση δεν αποστράτευσε αμέσως τον Σαρηγιάννη, αλλά ο ίδιος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στην επίθεση προς την Κιουτάχεια και το Εσκή Σεχίρ, αλλά κυρίως και στην τελική μοιραία προέλαση προς την Άγκυρα. Στο πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας (μια από τις δραματικότερες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας), ο Σαρηγιάννης υποστήριξε με θέρμη την προέλαση προς την Άγκυρα, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι ο Κεμάλ είχε ήδη συντριβεί και η νίκη ήταν εξασφαλισμένη.
Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης αγορεύει στην "δίκη" των εξ
Ο Σαρηγιάννης αποστρατεύθηκε έξι μήνες (πολύ αργά πλέον) πριν την Μικρασιατική Καταστροφή. Πριν την "δίκη" των "εξ" και ενώ η Ελλάδα "καιγόταν" από την Μικρασιατική Καταστροφή, τους πρόσφυγες και τον κοινωνικο-οικονομικό αναβρασμό, ο Σαρηγιάννης επανήλθε στο στράτευμα από τον Πάγκαλο και την "επαναστατική κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά" με προαγωγή για τις μεγάλες υπηρεσίες που είχε προσφέρει ως τότε. Ο Πάγκαλος τον κάλεσε και ως μάρτυρα στην προανάκριση της δίκης, αλλά δυστυχώς δεν σώζεται η κατάθεση του καθώς τα αρχεία της προανάκρισης καταστράφηκαν με ύποπτο τρόπο από την "επαναστατική κυβέρνηση" Πλαστήρα λίγους μήνες μετά την εκτέλεση (δολοφονία) των "εξι". Περιέργως ο Σαρηγιάννης δεν συμμετείχε ως μάρτυρας στην "δίκη" (ούτε και ως κατηγορούμενος ως μάλλον θα όφειλε κατά την γνώμη μας). Η υπεράσπιση του Χατζηανέστη (σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής) ζήτησε με αίτημα της να εξεταστεί σε αντιπαράσταση με τον κατηγορούμενο, αλλά ο "πρόεδρος" της έδρας Οθωναίος καταπατώντας τους πλέον στοιχειώδεις νομικούς κανόνες, αρνήθηκε αναιτιολόγητα  να τον καλέσει ως μάρτυρα, αλλά ακόμη και να διαβάσει την κατάθεση του από την έδρα.

Το καλοκαίρι του 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος αφού την προανήγγειλε από τις στήλες των εφημερίδων, επιβάλλει την δικτατορία του, με την συγκατάθεση της πλειοψηφίας της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, γεγονός πρωτοφανές στην κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδας. Η βασικότερη πρόθεση του Παγκάλου σύμφωνα με άρθρα και δηλώσεις του, ήταν η επανάληψη του πολέμου (revanche) με την Τουρκία. Ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού για τον επικείμενο πόλεμο που θα ξεκινούσε με επίθεση στον Έβρο, επέλεξε (ποιόν άλλον;) τον Πτολεμαίο Σαρηγιάννη (μάλλον θα εκτίμησε τις επιδόσεις του στον Μικρασιατικό πόλεμο), στον οποίο ανέθεσε προσωπικά την ανασύνταξη του Ελληνικού στρατού και την προετοιμασία του για πόλεμο με την Τουρκία. Μετά την πτώση της Παγκαλικής δικτατορίας, ο Σαρηγιάννης αποστρατεύεται εκ νέου από την Οικουμενική κυβέρνηση Ζαίμη, ακολουθώντας την τύχη των υπολοίπων Παγκαλικών αξιωματικών. Στην Κατοχή συναντούμε τον στρατηγό πλέον Πτολεμαίο Σαρηγιάννη να διαπραγματεύεται σκληρά με το ΕΑΜ για αρχικά να αναλάβει την διοίκηση όλου του ΕΛΑΣ και λίγο μετά μια "μεραρχία" του ΕΛΑΣ. Τελικώς ορίστηκε υποδιοικητής του ΕΛΑΣ υπό τον Στέφανο Σαράφη (μην μείνει αναξιοποίητος τέτοιος "μέγας στρατάρχης") και μάλιστα στάλθηκε ως αντιπρόσωπος του ΕΑΜ στην συνδιάσκεψη του Λιβάνου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που προέκυψε από την Συνδιάσκεψη, συμμετείχε ως υφυπουργός στρατιωτικών και ήταν επίσης ένας από τους υπουργούς της αριστεράς που παραιτήθηκαν στις 3 Δεκεμβρίου 1944, παραίτηση που οδήγησε στην κυβερνητική κρίση και στα αιματηρά "Δεκεμβριανά" που αιματοκύλισαν την Αθήνα.

Συμπέρασμα

Η άποψη μας για την "δίκη" των "εξ" έχει εκφραστεί τεκμηριωμένα πολλές φορές στο παρελθόν με αρκετές δημοσιεύσεις. Η περίπτωση Σαρηγιάννη και η κραυγαλέα απουσία του από το εδώλιο του κατηγορουμένου, αποτελεί μια ακόμη επιβεβαίωση για τον στημένο και προαποφασισμένο χαρακτήρα της "δίκης" που αποτέλεσε την πλήρη γελοιοποίηση της Ελληνικής Δικαιοσύνης, για την συντεχνιακή υπεράσπιση των πραξικοπηματιών στρατιωτικών (Πάγκαλος, Πλαστήρας, Γονατάς, Οθωναίος) υπέρ άλλων συναδέλφων τους (Σαρηγιάννης). Υπάρχουν επίσης και βάσιμες υποψίες ότι οι σχέσεις Παγκάλου - Σαρηγιάννη διατηρήθηκαν και μετά τον Νοέμβριο του 1920, ενώ πολλοί συνδέουν τις σχέσεις αυτές με τις περίεργες εισηγήσεις του Σαρηγιάννη κατά το κρίσιμο πολεμικό έτος του 1921 (δεν υπάρχουν πάντως σοβαρά στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο).
Προφανώς δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Σαρηγιάννης εσκεμμένα συμβούλεψε εσφαλμένα για να οδηγήσει την Ελληνική στρατιά στην ήττα και στον όλεθρο. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αδιανόητο για Έλληνα αξιωματικό του στρατού και ούτε εμείς υιοθετούμε μια τέτοια κατηγορίαΓια τους "έξ" αθώους που εκτελέστηκαν (δολοφονήθηκαν) υπήρχαν άραγε τέτοιες αποδείξεις;
Ι. Β. Δ.
-----------------------------------------------


Επιτέλους δικαίωση!! Μετά από 88 χρόνια ο Άρειος Πάγος αθωώνει τους έξι εκτελεσθέντες στο Γουδί!!

Σήμερα είναι μια λαμπρή ημέρα για την Ελληνική Δικαιοσύνη και για την Ελληνική κοινωνία γενικότερα. Μετά από 88 χρόνια από την παρωδία δίκης και την βάρβαρη εκτέλεση - δολοφονία των "εξι" από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς τους αντιπάλους, απεδόθη επιτέλους η Δικαιοσύνη και αποκαταστάθηκε η Αλήθεια. Παραθέτω το σχετικό δημοσίευμα που αφορά την σημερινή τελεσίδικη απόφαση του Αρείου Πάγου που επιτέλους αποκαθιστά την μνήμη των αγρίως δολοφονηθέντων 6 πατριωτών. Για τις μικρόψυχες αντιδράσεις των προσφυγικών σωματείων έχουμε αναφερθεί ξανά στο παρελθόν και δεν θα ήθελα να επανέλθω. [...]

Ενα κεφάλαιο της Ιστορίας που ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεµβρίου 1922 στο Γουδή, µε την εκτέλεση των Εξι, ως υπαιτίων για τη Μικρασιατική Καταστροφή, διέγραψε οριστικά οΑρειος Πάγος. 
Εκρινε αθώους των κατηγοριών τούς άλλοτε πρωθυπουργούς της Ελλάδας Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτο, τους υπουργούς Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη, καθώς και τον στρατηγό Γ. Χατζανέστη, 88 χρόνια µετά. Το Ζ Ποινικό Τµήµα του Αρείου Πάγου ειδικότερα, µε την υπ αριθµ. 1675/2010 απόφασή του, έκανε δεκτή κατά πλειοψηφία (3-2) την αίτηση του κ. Μιχ. Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού του τότε πρωθυπουργού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη και έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη για εσχάτη προδοσία που οδήγησε τους Εξι στο εκτελεστικό απόσπασµα. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στην εν λόγω απόφαση αξιολογώντας ως βάσιµα τα στοιχεία που προσκόµισε στη Δικαιοσύνη ο κ. Πρωτοπαπαδάκης, τα οποία προέκυψαν µετά τη δίκη του 1922.Κατά την άποψη της µειοψηφίας ωστόσο, η αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί καθώς δεν υπάρχουν ούτε τα πρακτικά της δίκης, ούτε πολύ περισσότερο µάρτυρες εν ζωή ώστε να καταστεί δυνατή η επανεξέταση της υπόθεσης.

Για τον παππού του 

Σε µια προσπάθεια αποκατάστασης της µνήµης του παππού του, ο κ. Πρωτοπαπαδάκης αιτήθηκε την επανάληψη της δίκης µε βάση τα νέα στοιχεία τα οποία, αν είχαν ληφθεί υπόψη του Εκτακτου Στρατοδικείου, θα είχαν συµβάλει από τότε στην αθώωση των κατηγορουµένων. Το Ποινικό Τµήµα του Αρείου Πάγου συµµερίστηκε τα επιχειρήµατά του και ακυρώνοντας την καταδικαστική απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση αναψηλάφησης αλλά λόγω παραγραφής έπαψε τελικά την ποινική δίωξη, κλείνοντας το κεφάλαιο οριστικά. Παράλληλα οι αρεοπαγίτες απέβαλαν την παράσταση πολιτικής αγωγής που δήλωσε η Οµοσπονδία Προσφυγικών Σωµατείων Ελλάδος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Η Οµοσπονδία, διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κων. Κατερινόπουλου, είχε επιχειρήσει να πείσει τους δικαστές για την ορθότητα της απόφασης του Εκτακτου Στρατοδικείου, υποστηρίζοντας ότι οι έξι τότε πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής της χώρας υπήρξαν υπαίτιοι του ξεριζωµού των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Τα προσφυγικά σωµατεία 

Τα 185 προσφυγικά σωµατεία Ελλάδος ζήτησαν ειδικότερα από τον Αρειο Πάγο να µην ακυρώσει την απόφαση του Εκτακτου Στρατοδικείου που επέβαλε την ποινή του θανάτου στους άλλοτε πρωθυπουργούς της Ελλάδας Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτο, στους υπουργούς Γ. Μπαλτατζή και Ν. Θεοτόκη, καθώς και στον στρατηγό Γ. Χατζανέστη για την ατιµωτική κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Σηµειώνεται ότι οι Εξι εκτελέστηκαν στις 15 Νοεµβρίου 1922 στο Γουδή, αµέσως µετά την ολοκλήρωση της δίκης που άρχισε στις 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε µε συνοπτικές διαδικασίες  σε 14 συνεδριάσεις. Η αίτηση του κ. Πρωτοπαπαδάκη µε την επίκληση νέων στοιχείων απασχόλησε ιδιαίτερα τον Αρειο Πάγο καθώς αποτέλεσε αντικείµενο τριών διαδικασιών. Την πρώτη φορά, η αίτηση έγινε δεκτή κατά πλειοψηφία από το Ζ Ποινικό Τµήµα του Αρείου Πάγου, αλλά λόγω της διαφοράς µόνο µίας ψήφου το Τµήµα παρέπεµψε την υπόθεση στην Ολοµέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Ολοµέλεια ωστόσο έκρινε ότι αυτή η µικρή διαφορά δεν συνιστά λόγο επανεξέτασης της αίτησης από το ανώτερο όργανο και ανέπεµψε την υπόθεση στο Ζ Τµήµα προκειµένου να κρίνει το ζήτηµα οριστικά και ουσιαστικά να αθωώσει µετά θάνατον τους Εξι, όπως και έγινε. 

Η αντίδραση των προσφυγικών σωματείων

Η ΔΗΛΩΣΗ παράστασης πολιτικής αγωγής εκ µέρους των 185 προσφυγικών σωµατείων όξυνε το κλίµα της τελευταίας διαδικασίας ενώπιον του Ποινικού Τµήµατος του Αρείου Πάγου, καθώς ο αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ν. Τσάγγας αρνήθηκε να κάνει δεκτή την πολιτική αγωγή επικαλούµενος δικονοµικούς λόγους. Με παρέµβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιω. Τέντε ωστόσο, τα προσφυγικά σωµατεία εκπροσωπήθηκαν. «Τα προσφυγικά σωµατεία άσκησαν πολιτική αγωγή για να υπερασπιστούν την ορθότητα της απόφασης Εκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών ως προς την ενοχή των Εξι και όχι ως προς την ποινή, διότι τους θεωρούν υπεύθυνους για τη διαχείριση της ήττας που είχε ως αποτέλεσµα τον οριστικό ξεριζωµό 2 εκατοµµυρίων Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, τον χαµό των περιουσιών τους και τη διακοπή της σχέσης τους µε τα πατρογονικά εδάφη», είχε υπογραµµίσει ο κ. Κατερινόπουλος στο πλαίσιο της διαδικασίας, τονίζοντας: «Τυχόν αθώωση των καταδικασθέντων συνιστά ευθεία προσβολή της συλλογικής µνήµης όλων των απογόνων των µικρασιατών προσφύγων και προσβάλλει βάναυσα την ιστορική τους µνήµη».

«Δεν ήταν προδότες» 

Ο κ. Ν. Βασιλάτος ωστόσο συνήγορος του κ. Πρωτοπαπαδάκη είχε ζητήσει να απορριφθεί η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, επικαλούµενος τις προηγούµενες αποφάσεις του Αρείου Πάγου µε τις οποίες είχε γίνει δεκτή η αίτηση και ουσιαστικά είχαν αθωωθεί µετά θάνατον οι 6 εκτελεσθέντες, χάρη στα νέα στοιχεία. Τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο κ. Πρωτοπαπαδάκης αφορούν ένα τηλεγράφηµα του Ελ. Βενιζέλου, µε το οποίο ζητούσε να µη γίνει η εκτέλεση, καθώς και µια µεταγενέστερη οµιλία του στη Βουλή και µια επιστολή του, όπου υποστήριζε ότι οι καταδικασθέντες δεν ήταν προδότες. Στο ίδιο πνεύµα της ανάγκης αποκατάστασης της µνήµης των «έξι» υπήρξε και η εισήγηση του κ. Τσάγγα, ο οποίος πρότεινε στους δικαστές του Τµήµατος την ακύρωση της απόφασης του Στρατοδικείου ως εσφαλµένης.