Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Οι πρόσφυγες στον μεσοπόλεμο


Οι πρόσφυγες στον μεσοπόλεμο

Συγγραφέας: 
Λιβιεράτος Δημήτρης
Σύμ­φω­να με την α­πο­γρα­φή του 1928, το σύ­νο­λο του πλη­θυ­σμού της Ελλάδας 6.204.684 κά­τοι­κοι.
Πριν α­πό την Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή ήρ­θαν στη χώρα 151.892 άν­θρω­ποι και με­τά 1.069.957. Σύ­νο­λο 1.221.849. Α­πο­τε­λού­σαν το 19,7 % του ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού.
Χώ­ρες προ­ε­λεύ­σε­ως των με­γα­λυ­τέ­ρων ο­μά­δων δη­λώ­θη­καν:
Α­πό την Μι­κρά Α­σί­α 626.954, εκ των ο­ποί­ων 37.728 α­φί­χθη­σαν πριν α­πό την κα­τα­στρο­φή του 1922. Α­πό την Θρά­κη 256.635 και α­πό αυ­τούς 27.057 πριν το 1922. Α­πό τον Πό­ντο 182.169 και 17.528. Α­πό την Βουλ­γα­ρί­α 49.027 και 20.977. Α­πό τον Καύ­κα­σο 47.091 και 32.421. Α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, 38.458 και 4.109. Α­πό την Ρω­σί­α 11.435 και 5.1241. 
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι, στην α­πο­γρα­φή του 1928, δεν α­να­φέ­ρο­νται βέ­βαια ό­σοι πέ­θα­ναν μέ­χρι τό­τε. Πολ­λοί πρόσφυ­γες ήρ­θαν ή­δη γέ­ρο­ντες και τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι. Πέ­θα­ναν στο διά­στη­μα αυ­τών των 6 χρόνων, χω­ρίς που­θε­νά να α­να­γρα­φούν στις ε­πί­ση­μες στα­τι­στι­κές της ε­πε­τη­ρί­δας2.
Ό­μως με­τα­ξύ των προ­σφύ­γων που α­να­φέ­ρου­με δεν ή­ταν μό­νον κα­τα­στρα­μέ­νοι και πά­μπτω­χοι. Α­πό αυ­τούς που ήρ­θαν πριν την κα­τα­στρο­φή, αλ­λά και με­ρι­κούς που ήρ­θαν μέ­σω άλ­λων χω­ρών, εί­χαν χρή­μα­τα. Με­ρι­κοί μά­λι­στα πολ­λά χρή­μα­τα και α­πο­τέ­λε­σαν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής τά­ξης. Ο με­γα­λύ­τε­ρος α­πό αυ­τούς, ο Πρό­δρο­μος Μπο­δο­σά­κης, έ­φτα­σε το 1923 με τε­ρά­στια πο­σά, πε­ριου­σί­α που εί­χε α­πο­κτή­σει στην Ο­θω­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α. Οι α­δελ­φοί Πα­πα­δό­που­λοι, που έ­χτι­σαν  την πα­σί­γνω­στη βιο­μη­χα­νί­α Μπι­σκό­των, ήρ­θαν πριν την κα­τα­στρο­φή με πολ­λά χρή­μα­τα για να συ­νε­χί­σουν και να α­να­πτύ­ξουν τις δου­λειές τους.
Ό­ταν το 1961 έ­γι­νε μια σχε­τι­κή έ­ρευ­να, α­πέ­δει­ξε ό­τι α­κό­μα το έ­να τέ­ταρ­το των Ελ­λή­νων βιο­μη­χά­νων εί­χε γεν­νη­θεί ε­κτός Ελ­λά­δος. Πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι εί­χαν πε­ρά­σει τό­σα χρό­νια. Βέ­βαια αυ­τοί οι πλού­σιοι δεν εί­χαν κα­μιά σχέ­ση με τους ά­θλιους συ­νοι­κι­σμούς των ε­ξα­θλιω­μέ­νων προ­σφύ­γων, που με­ρι­κοί α­πό αυ­τούς δια­τη­ρή­θη­καν μέ­χρι το 1965. Ού­τε διέ­θε­σαν μέ­ρος της πε­ριου­σί­ας τους για την ε­νί­σχυ­ση των φτω­χών και δυ­στυ­χι­σμέ­νων προ­σφύ­γων.
Ό­ταν έ­φτα­σαν  οι με­γά­λες ο­μά­δες των προ­σφύ­γων, και τους ά­φη­σαν να ε­γκα­τα­στα­θούν στις πα­ρα­γκου­πό­λεις γύ­ρω α­πό τα α­στι­κά κέ­ντρα, χύ­θη­καν α­μέ­σως σε α­να­ζή­τη­ση δου­λειάς. Α­φού δεν διέ­θε­ταν κα­νέ­ναν άλ­λο πό­ρο ζω­ής. Προ­σφέρ­θη­καν για ερ­γα­σί­α με ο­ποιουσ­δή­πο­τε όρους για να ε­πι­ζή­σουν. Α­πε­τέ­λε­σαν έ­να φτη­νό προ­λε­τα­ριά­το που έ­γι­νε πρώ­τη ύ­λη πα­ρα­γω­γής υ­πε­ρα­ξί­ας του, με ορ­μή, α­νερ­χό­με­νου ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού. Ε­κεί­νο τον και­ρό τα με­ρο­κά­μα­τα μειώ­θη­καν α­πό την πί­ε­ση των τό­σων προ­σφε­ρό­με­νων χε­ριών. Και οι πρόσφυ­γες δεν εί­χαν κα­μιά πρό­θε­ση να πλη­σιά­σουν τα ή­δη υ­πάρ­χο­ντα και δρα­στή­ρια συν­δι­κά­τα. Δεν εί­χαν ε­πα­φές μα­ζί τους. Νό­μι­ζαν ό­τι η κα­τά­στα­σή τους εί­ναι προ­σω­ρι­νή και σύ­ντο­μα θα γυ­ρί­σουν στις ε­στί­ες τους. Πέ­ρα­σαν αρ­κε­τά χρόνια και ου­σια­στι­κά με­τά το 1930 για να α­ντι­λη­φθούν ό­τι εί­ναι ερ­γά­τες, ό­σοι ή­ταν στις πό­λεις, και δεν υ­πήρ­χε πλέ­ον ελ­πί­δα δια­φυ­γής προς το χα­μέ­νο για πά­ντα εύ­πο­ρο πα­ρελ­θόν τους.
Τα συν­δι­κά­τα και οι ορ­γα­νώ­σεις της α­ρι­στε­ράς δεν τους α­ντι­με­τώ­πι­σαν ε­χθρι­κά, παρ’ ό­λο που έ­ρι­χναν τα με­ρο­κά­μα­τα. Προ­σπα­θού­σαν να τους εν­σω­μα­τώ­σουν, να τους πλη­σιά­σουν. Υ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις σε κυ­κλο­φο­ρί­α προ­κη­ρύ­ξε­ων π.χ. που η α­να­γρα­φή αρ­χί­ζει με την κε­φα­λί­δα «Ερ­γά­τες, Α­γρό­τες, Πρό­σφυ­γες». Σαν να α­πο­τε­λού­σαν μιαν ι­διαί­τε­ρη κοι­νω­νι­κή ο­μά­δα ε­κτός των κα­θιε­ρω­μέ­νων τά­ξε­ων. Ύ­στε­ρα α­πό με­ρι­κά χρόνια και ό­χι πο­λύ αρ­γά, αρ­χί­ζουν να εμ­φα­νί­ζο­νται οι πρό­σφυ­γες στην πο­λι­τι­κή ζω­ή. Το πρώ­το με­γά­λο πα­ρά­δειγ­μα α­να­φέ­ρε­ται στις ε­κλο­γές δημάρ­χων και δη­μο­τι­κών συμ­βου­λί­ων του 1925 και συ­γκε­κρι­μέ­να στην Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εί­χε ή­δη ε­πι­κρα­τή­σει ο στρα­τη­γός Πά­γκα­λος με το πρα­ξι­κό­πη­μα που έ­κα­νε στις 25 Ιου­νί­ου 1925.
Τον Ο­κτώ­βριο του 1925 έ­γι­ναν δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και τό­τε ο Πά­γκα­λος δέ­χτη­κε έ­να με­γά­λο χτύ­πη­μα. Στην Θεσ­σα­λο­νί­κη ε­ξε­λέ­γη ο υ­πο­στη­ρι­ζό­με­νος α­πό το ΚΚΕ Μη­νάς Πα­τρί­κιος χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νος σαν “ερ­γα­το­πρό­σφυξ” α­πό τις α­στι­κές ε­φη­με­ρί­δες. Ο δι­κτά­το­ρας Πά­γκα­λος εί­χε ο­ρί­σει υ­πο­ψή­φιο τον βε­νι­ζε­λι­κό Αγ­γε­λά­κη. Η το­πι­κή ορ­γά­νω­ση του ΚΚΕ, της ο­ποί­ας γραμ­μα­τέ­ας ή­ταν ο Πα­στί­ας Για­τσό­που­λος, ό­ρι­σε υ­πο­ψή­φιο τον Πα­τρί­κιο που ή­ταν πρό­σφυ­γας. Σχη­μα­τί­στη­κε μέ­τω­πο ερ­γα­τών και προ­σφύγων. Προ­σπά­θη­σαν να συ­νερ­γα­στούν με την “Συ­νο­μο­σπον­δί­α Προ­σφυ­γι­κών Ορ­γα­νώ­σε­ων”, βε­νι­ζε­λι­κής ε­πιρ­ρο­ής, με τα μέ­λη της χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­να ως “προ­σφυ­γο­πα­τέ­ρες”. Συ­νερ­γά­στη­καν με την α­ρι­στε­ρής α­πό­κλι­σης «Α­νώ­τα­τη Ε­πι­τρο­πή Προ­σφύγων» 
[ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑ!!!] που εί­χε η­γέ­τη τον Μη­νά Πα­τρί­κιο. Δέ­χτη­καν την συ­νερ­γα­σί­α με το ΚΚΕ και ο Πα­τρί­κιος ε­ξε­λέ­γη. Πε­ριέ­λα­βε κομ­μου­νι­στές στο ψη­φο­δέλ­τιο και έ­τσι κέρ­δι­σαν τις ε­κλο­γές. Πή­ραν εί­κο­σι συμ­βού­λους και οι Πα­γκα­λι­κοί δέ­κα. Ο Πά­γκα­λος α­κύ­ρω­σε τις ε­κλο­γές. Οι ε­κλο­γές ε­πα­νε­λή­φθη­σαν και ο Πα­τρί­κιος κέρ­δι­σε με με­γα­λύ­τε­ρη πλειο­ψη­φί­α. Ή­ταν και το πρώ­το ι­σχυρό κτύ­πη­μα κα­τά της δι­κτα­το­ρί­ας το ο­ποί­ο έ­γι­νε δυ­να­τό α­πό την συμ­μα­χί­α ερ­γα­τών [πάλι τα γνωστά ψευδώνυμα! οι Κουκουέδες λέγονται ΕΡΓΑΤΕΣ!] και προ­σφύ­γων. Αλ­λά και η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση των προ­σφύγων σε δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές σαν α­νε­ξάρ­τη­τος πα­ρά­γο­ντας3. 
Σιγά-σι­γά αρ­χί­ζουν οι δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις. Α­πο­γο­η­τεύ­ο­νται α­πό τον Βε­νι­ζε­λι­σμό και αυτό ση­μαί­νει ό­τι υ­πο­χω­ρεί και το ό­νει­ρό τους των “Χα­μέ­νων Πα­τρί­δων”. Την φα­ντα­σί­α τους ό­τι ο Βε­νι­ζέ­λος, κά­ποια στιγ­μή, θα τους ο­δη­γή­σει πά­λι νι­κη­φό­ρα στην Μι­κρά Α­σί­α. Το πρώ­το δείγ­μα φά­νη­κε στις δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές του 1926 στον συ­νοι­κι­σμό της Νέ­ας Κοκ­κι­νιάς (Νί­καια), κο­ντά στον Πει­ραιά. Υ­πο­ψή­φιοι των προ­σφύ­γων κα­τέρ­χο­νται στις ε­κλο­γές α­νε­ξάρ­τη­τοι α­πό το Κόμ­μα των  Φι­λε­λευ­θέ­ρων. Αυ­τός ο α­νε­ξάρ­τη­τος συν­δυα­σμός τους συ­γκέ­ντρω­σε το 20% του συ­νό­λου των ψη­φι­σά­ντων με 6.998 ψή­φους. Α­πο­τε­λούν την βά­ση της πα­ρά­τα­ξης των Α­ρι­στε­ρών Φι­λε­λευ­θέ­ρων, οι ο­ποί­οι αρ­γό­τε­ρα θα συ­νερ­γα­στούν με την α­ρι­στε­ρά στο Κί­νη­μα της Ε­θνι­κής Α­ντί­στα­σης4. 
Αυ­τά τα χρόνια αρ­χί­ζει η α­πο­γο­ή­τευ­ση με­γά­λου μέ­ρους των προσ­φύγων α­πό τον Βε­νι­ζε­λι­σμό. Στα­δια­κά α­πο­κολού­νται και βα­δί­ζουν προς τα α­ρι­στε­ρά. [ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑ!!!]
Σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν πέ­ρα­σαν στην δε­ξιά. Οι προ­σφυ­γο­πα­τέ­ρες που ε­νε­φά­νι­σε η δε­ξιά σαν υ­πο­ψή­φιους με­ρι­κές φο­ρές ή­ταν με­μο­νω­μέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις συμ­φε­ρο­ντο­λο­γι­κών κα­τα­στά­σε­ων. Οι πρό­σφυ­γες θε­ω­ρούν πά­ντο­τε την βα­σι­λι­κή δε­ξιά σαν την πα­ρά­τα­ξη που τους ο­δή­γη­σε στην κα­τα­στρο­φή, το ξε­ρί­ζω­μα, την προ­σφυ­γιά.
Μέ­χρι το 1936, μια με­γά­λη ο­μά­δα προ­σφύ­γων θα πε­ρά­σει στην α­ρι­στε­ρά και ό­λες της τις εκ­φρά­σεις. Οι προ­σφυ­γι­κοί συ­νοι­κι­σμοί στις με­γά­λες πό­λεις, ερ­γα­τι­κοί στην με­γά­λη τους πλειο­ψη­φί­α, θα γί­νουν τα μα­χη­τι­κά προ­πύρ­για της Ε­θνι­κής Α­ντί­στα­σης στην Κα­το­χή 1941-1944. Και θα υ­πο­στού­νε ό­λη την αρ­ρω­στη­μέ­νη μα­νί­α των ορ­γά­νων της δε­ξιάς με­τά την ήτ­τα της Α­ντί­στα­σης και τα με­τεμ­φυ­λια­κά χρό­νια.[ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΝΑΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΤΟΡΘΩΝΟΥΝ! ΑΝ σ
τα με­τεμ­φυ­λια­κά χρό­νια είχαμε την αρ­ρω­στη­μέ­νη μα­νί­α των ορ­γά­νων της δε­ξιάς, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΣΕ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΙ ΕΙΧΑΜΕ?? Π.χ. ο επιλεγόμενος ΤΙΤΟ ΔΕΝ ΑΣΤΕΙΕΥΟΤΑΝΕ! ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ "ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΕΣ" ΕΦΑΞΕ ΚΑΙ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΔΕΙΝΗ "ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΙ" ΕΚΑΝΕ!] 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στα­τι­στι­κή Ε­πε­τη­ρίς της Ελ­λά­δος 1930, σελ. 39 και με­τά.
2. Λι­βιε­ρά­τος Δη­μή­τρης, Κοι­νω­νι­κοί Α­γώ­νες στην Ελ­λά­δα 1918-1936 (σε 4 τό­μους) τομ. Γ΄, σελ. 182.
3. όπ.π., τό­μος Β΄, σελ. 148.
4. όπ.π., τό­μος Δ΄, 1932-1936 σ. 44.
5. όπ.π., τό­μος Δ΄, σελ. 10.

Ο Βενιζέλος της ήττας


Ο Βενιζέλος της ήττας


Συγγραφέας: 
Αγτζίδης Βλάσης
Ο Ε­λευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος ε­ξέ­φρα­σε την προ­σπά­θεια για την ε­θνι­κή  ο­λο­κλή­ρω­ση του ελ­λη­νι­σμού, σε α­ντί­θε­ση με τις υ­πό­λοι­πες πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις της ε­πο­χής του. Προ­ώ­θη­σε σε με­γά­λο βαθ­μό την ε­πί­λυ­ση του Α­να­το­λι­κού Ζη­τή­μα­τος με βά­ση τα συμ­φέ­ρο­ντα των Ελ­λή­νων. Η Συν­θή­κη των Σε­βρών α­να­γνω­ρί­ζε­ται ως έ­να προ­σω­πι­κό του κα­τόρ­θω­μα. Ό­μως η τε­λι­κή συμ­βο­λή του στη α­πό­πει­ρα χει­ρα­φέ­τη­σης των Ελ­λή­νων της καθ’ η­μάς Α­να­το­λής εί­ναι αρ­νη­τι­κή. Ο Βε­νι­ζέ­λος της ήτ­τας α­πο­τε­λεί­ται α­πό έ­να σύ­νο­λο α­πο­φά­σε­ων και πρά­ξε­ων που αύ­ξη­σαν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις της μι­κρα­σια­τι­κής κα­τα­στρο­φής και ο­δή­γη­σαν στην πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση των ελ­λη­νι­κών προ­σφυ­γι­κών πλη­θυ­σμών.
Ξε­κι­νώ­ντας το μι­κρα­σια­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, ο Βε­νι­ζέ­λος έ­κα­νε δύ­ο βα­σι­κά λά­θη: το­πο­θέ­τη­σε κατ’ αρ­χάς ως αρ­μο­στή στη Σμύρ­νη τον Στερ­γιά­δη, άν­θρω­πο των Βρε­τα­νών, ο ο­ποί­ος υ­πήρ­ξε ο κα­κός δαί­μο­νας των Μι­κρα­σια­τών και πα­ρό­λες τις εκ­κλή­σεις τους για α­ντι­κα­τά­στα­ση, ε­πέ­με­νε στην αρ­χι­κή του α­πό­φα­ση, την ο­ποί­α –ό­λως πε­ριέρ­γως– α­πο­δέ­χτη­καν και σε­βά­στη­καν οι βα­σι­λι­κοί διά­δο­χοί του. Το δεύ­τε­ρο βα­σι­κό λά­θος του υ­πήρ­ξε η υ­πο­τί­μη­ση του πο­ντια­κού κι­νή­μα­τος, ε­νός δυ­να­μι­κό­τα­του ελ­λη­νι­κού έ­νο­πλου και πο­λι­τι­κού κι­νή­μα­τος που δρού­σε στη βό­ρεια Μι­κρά Α­σί­α και α­πει­λού­σε ά­με­σα τις γραμ­μές ε­φο­δια­σμού των Κε­μα­λι­κών.
Το αί­τη­μα των Ελ­λή­νων του Πό­ντου
Α­ντι­τά­χθη­κε κα­τ’ αρ­χάς στο αί­τη­μα των Ελ­λή­νων του Πό­ντου για δη­μιουρ­γί­α δεύ­τε­ρου ελ­λη­νι­κού κρά­τους στις νο­τιο­α­να­το­λι­κές α­κτές της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας, για να συ­να­ντή­σει τη σφο­δρή α­ντί­δρα­ση των πο­ντια­κών ορ­γα­νώ­σε­ων. Σφο­δρή ή­ταν ε­πί­σης και η α­ντί­δρα­ση της Ε­θνο­συ­νέ­λευ­σης του Πό­ντου που έ­δρευε στο Βα­τού­μι, ε­νώ ο μη­τρο­πο­λί­της Χρύ­σαν­θος χα­ρα­κτή­ρι­σε τον Βε­νι­ζέ­λο “α­πλη­ρο­φό­ρη­το στο ζή­τη­μα του Πό­ντου.”  Στη συ­νέ­χεια, το κα­λο­καί­ρι του 1920, ο Βε­νι­ζέ­λος θα λά­βει τις εκ­θέ­σεις των Σταυ­ρι­δά­κη και Κα­θε­νιώ­τη, με τις ο­ποί­ες προ­τρέ­πε­ται να α­πο­δε­χτεί α­μέ­σως τα πο­ντια­κά αι­τή­μα­τα. Ο Βε­νι­ζέ­λος άλ­λα­ξε για άλ­λη μια φο­ρά στά­ση και α­να­κοί­νω­σε στον Βρε­τα­νό πρω­θυ­πουρ­γό Λό­ιδ Τζορ­τζ το σχέ­διό του για ε­πέμ­βα­ση στον Πό­ντο με στό­χο τη δη­μιουρ­γί­α ελ­λη­νι­κού κρά­τους ε­κεί. Ή­ταν ό­μως πο­λύ αρ­γά! Στην Ελ­λά­δα άρ­χι­ζε η προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δος. Οι βα­σι­λι­κοί διά­δο­χοι του Βε­νι­ζέ­λου δεν εί­χαν κα­μιά ά­πο­ψη για τον Πό­ντο και α­γνό­η­σαν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά τις πο­ντια­κές προ­τά­σεις, ε­νώ ο Κε­μάλ Α­τα­τούρ­κ ο­λο­κλή­ρω­νε τη γε­νο­κτο­νί­α του ε­να­πο­μεί­να­ντος ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού.

Η προ­κή­ρυ­ξη ε­κλο­γών
Το τρα­γι­κό­τε­ρο ό­μως λά­θος του Βε­νι­ζέ­λου ή­ταν η προ­κή­ρυ­ξη ε­κλο­γών εν μέ­σω πο­λέ­μου, χω­ρίς να υ­πάρ­χει κα­μιά τέ­τοια υ­πο­χρέ­ω­ση. Στις 14 Νο­εμ­βρί­ου 1920, στην κυ­βέρ­νη­ση α­νέ­βη­κε η α­ντι­βε­νι­ζε­λι­κή  φι­λο­βα­σι­λι­κή πα­ρά­τα­ξη με τις ψή­φους των κου­ρα­σμέ­νων α­πό τους πο­λύ­χρο­νους πο­λέ­μους Πα­λαιο­ελ­λα­δι­τών, των Τούρ­κων της Μα­κε­δο­νί­ας, των Ε­βραί­ων, των Βουλ­γα­ρο­φρό­νων και των άλ­λων ε­θνι­κών μειο­νο­τή­των. Οι α­ντι­βε­νι­ζε­λι­κοί πο­λι­τεύ­τη­καν με α­ντι­πο­λε­μι­κά συν­θή­μα­τα, συ­γκρο­τώ­ντας μια α­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α με τους Ελ­λα­δί­τες κομ­μου­νι­στές. Η τε­ρά­στια ευ­θύ­νη του Βε­νι­ζέ­λου ή­ταν ό­τι πα­ρα­γνώ­ρι­σε την α­να­γκαί­α προ­ϋ­πό­θε­ση για την ε­θνι­κή ο­λο­κλή­ρω­ση: τον έ­στω και με τη βί­α ε­ξα­να­γκα­σμό της Πα­λαιάς Ελ­λά­δας να πά­ρει μέ­ρος στην προ­σπά­θεια και να κα­τα­βά­λει τις α­παι­τού­με­νες θυ­σί­ες. Ό­πως γρά­φει ο Γ. Βε­ντή­ρης: “Διό­τι η πλειο­ψη­φί­α του λα­ού της Πα­λαιάς Ελ­λά­δας, συ­στη­μα­τι­κώς ε­ξα­πα­τη­θεί­σα, πα­ρα­γνώ­ρι­ζε κα­τά βά­ση την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα... Δύ­ο το πο­λύ ε­κα­τομ­μύ­ρια προ­σώ­πων του πα­λαιού κρά­τους έ­κρι­ναν την τύ­χη έ­ξη ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων Ελ­λή­νων των Νέ­ων Χω­ρών και του α­λύ­τρω­του Γέ­νους”.Στα με­γά­λα ι­στο­ρι­κά αι­νίγ­μα­τα ε­ντάσ­σο­νται τα κί­νη­τρα του Βε­νι­ζέ­λου για προ­κή­ρυ­ξη ε­κλο­γών. Οι ο­πα­δοί του υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι πί­στευε πως θα κερ­δί­σει, ως ε­πι­βρά­βευ­ση για τις με­γά­λες ε­πι­τυ­χί­ες που κα­τά­φε­ρε στον δι­πλω­μα­τι­κό το­μέ­α. Οι α­ντί­πα­λοί του ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι ή­ταν μια συ­νει­δη­τή α­πό­φα­ση για εύ­σχη­μη α­πο­χώ­ρη­ση α­πό την πο­λι­τι­κή σκη­νή, ώ­στε να α­πεκ­δυ­θεί α­πό κά­θε ευ­θύ­νη πι­θα­νής κα­κής ε­ξέ­λι­ξης στο Μι­κρα­σια­τι­κό. Ο Νί­κος Κα­ζα­ντζά­κης, συ­νερ­γά­της του Βε­νι­ζέ­λου, σε ε­πι­στο­λή του τον Δε­κέμ­βριο του 1921, υ­πο­στη­ρί­ζει ευ­θέ­ως ό­τι έ­κα­νε τις ε­κλο­γές γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι θα τις χά­σει. Γρά­φει: “Άν­θρω­πος που μ’ ε­πα­νά­στα­ση κα­τά­λα­βε την αρ­χή και δι­κτα­το­ρι­κώς ε­κυ­βέρ­νη­σε τό­σα χρό­νια, Πώς; και Για­τί; θυ­μή­θη­κε το σύ­νταγ­μα και ε­νήρ­γη­σε  ε­κλο­γές α­φού τό­ξε­ρε πώς θα χά­σει.” (Αρ­χεί­ο Κώ­στα Τρια­ρί­δη).Η ε­κτί­μη­ση του Κα­ζα­ντζά­κη ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται με τη στά­ση Πό­ντιου Πι­λά­του που κρά­τη­σε ο Βε­νι­ζέ­λος α­πέ­να­ντι στη Μι­κρα­σια­τι­κή Ά­μυ­να –την ορ­γά­νω­ση των Ελ­λήνων της Ιω­νί­ας– η ο­ποί­α τον κά­λε­σε να μπει ε­πι­κε­φα­λής ε­νός κι­νή­μα­τος σω­τη­ρί­ας του μι­κρα­σια­τι­κού ελ­λη­νι­σμού. Δεν α­πο­δέ­χτη­κε τον προ­τει­νό­με­νο ρό­λο, α­πέ­φυ­γε να συμ­βου­λεύ­σει τους Μι­κρα­σιά­τες για το σκό­πι­μο της έ­νο­πλης α­ντι­με­τώ­πι­σης στην πε­ρί­πτω­ση ε­πα­να­φο­ράς του τουρ­κι­κού κα­θε­στώ­τος στη Σμύρ­νη και το πλέ­ον τρα­γι­κό: τους ζή­τη­σε να α­πευ­θυν­θούν στον αρ­μο­στή Α­ρι­στεί­δη Στερ­γιά­δη. Ό­πως έ­γρα­ψε ο μη­τρο­πο­λί­της Σμύρ­νης Χρυ­σό­στο­μος στην τε­λευ­ταί­α ε­πι­στο­λή του στον Ε­λευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο, λί­γο πριν την εί­σο­δο των τουρ­κι­κών στρα­τευ­μά­των στην πό­λη: “...Ο ελ­λη­νι­σμός της Μι­κράς Α­σί­ας, το ελ­λη­νι­κό κρά­τος  αλ­λά και σύ­μπαν το ελ­λη­νι­κόν έ­θνος, κα­τα­βαί­νει πλέ­ον εις τον Άδην, α­πό του ο­ποί­ου καμ­μί­α πλέ­ον δύ­να­μις δεν θα δυ­νη­θή να το α­να­βι­βά­σει και να το σώ­ση. Της α­φα­ντά­στου ταύ­της κα­τα­στρο­φής βε­βαί­ως αί­τιοι εί­ναι οι πο­λι­τι­κοί και προ­σω­πι­κοί σας ε­χθροί, πλην και υ­μείς φέ­ρε­τε μέ­γι­στον της ευ­θύ­νης βά­ρος...”

Η Α­να­το­λι­κή Θρά­κη
Ως α­πο­τέ­λε­σμα της ήτ­τας στο μι­κρα­σια­τι­κό μέ­τω­πο ξέ­σπα­σε, τον Σε­πτέμ­βριο του 1922, η ε­πα­νά­στα­ση του Στρα­τού και του Στό­λου ε­να­ντί­ον της κυ­βέρ­νη­σης Γού­να­ρη με ε­πι­κε­φα­λής το συ­νταγ­μα­τάρ­χη Ν. Πλα­στή­ρα. Η α­να­τρο­πή της βα­σι­λι­κής κυ­βέρ­νη­σης και η πα­ρου­σί­α ι­σχυ­ρού ελ­λη­νι­κού στρα­τού στην Α­να­το­λι­κή Θρά­κη δη­μιούρ­γη­σε ελ­πί­δες ό­τι η κα­τα­στρο­φή δεν θα ή­ταν πλή­ρης. Οι με­γά­λες δυ­νά­μεις εί­χαν ό­μως α­πο­φα­σί­σει την πα­ρά­δο­σή της στους Κε­μα­λι­κούς. Ο Ελ. Βε­νι­ζέ­λος, τον ο­ποί­ο οι ε­πα­να­στά­τες κά­λε­σαν να α­να­λά­βει τη δια­κυ­βέρ­νη­ση, εί­χε ή­δη α­πο­δε­χτεί την ά­πο­ψη της Α­ντά­ντ για την Α­να­το­λι­κή Θρά­κη. Έ­τσι, συ­νέ­δε­σε την ε­πι­στρο­φή του στην κυ­βέρ­νη­ση με την α­πο­δο­χή της Γαλ­λο­βρε­τα­νι­κής ά­πο­ψης α­πό τους ε­πα­να­στά­τες. Στο τη­λε­γρά­φη­μα προς τους ε­πα­να­στά­τες έ­γρα­φε: “Η α­πώ­λεια της Α­να­το­λι­κής Θρά­κης ή­ταν κα­τα­στρο­φή α­νε­πα­νόρ­θω­τος... ε­φό­σον αι Δυ­νά­μεις α­πε­φά­σι­σαν την α­πό­δο­σίν της εις την Τουρ­κί­α. Η κυ­βέρ­νη­ση εί­ναι α­νά­γκη τά­χι­στα να χα­ρά­ξη την πο­λι­τι­κήν της. Ε­άν η πο­λι­τι­κή αύ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νη την α­πό­φα­σιν να κρα­τή­σω­μεν την Θρά­κην και ε­να­ντί­ον της γνώ­μης των πρώ­ην συμ­μά­χων μας, αι θερ­μαί μου ευ­χαί θα συ­νο­δεύ­ουν τον α­γώ­να τού­τον του Έ­θνους, αλ­λά ευ­ρί­σκο­μαι εν τοιαύ­τη πε­ρι­πτώ­σει εις την θλι­βε­ράν α­νά­γκην να αρ­νη­θώ την α­πο­δο­χήν της τι­μη­τι­κής ε­ντο­λής ό­πως α­ντι­προ­σω­πεύ­σω την χώ­ραν εις το ε­ξω­τε­ρι­κόν”.Έ­τσι έ­γι­νε α­πο­δε­κτή η συμ­φω­νί­α των Μου­δα­νιών και τα με­σά­νυ­χτα της 1ης/14ης Ο­κτω­βρί­ου 1922, ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός άρ­χι­σε να α­πο­χω­ρεί α­πό την Α­να­το­λι­κή Θρά­κη, α­κο­λου­θού­με­νος α­πό 250.000 νέ­ους πρό­σφυ­γες. Η Ελ­λά­δα δεν έ­κα­νε ού­τε το ε­λά­χι­στο για να δια­τη­ρή­σει τον έ­λεγ­χό της σ’ αυ­τή την βα­σι­κή πε­ριο­χή του ελ­λη­νι­σμού, ε­νώ εί­ναι βέ­βαιο ό­τι ού­τε τα κε­μα­λι­κά στρα­τεύ­μα­τα μπο­ρού­σαν να δια­σχί­σουν τον Ελ­λή­σπο­ντο και τα Δαρ­δα­νέλ­λια ού­τε η Α­ντά­ντ να υ­πο­χρε­ώ­σει στρα­τιω­τι­κά την Ελ­λά­δα να α­πο­χω­ρή­σει. Η πα­ρά­δο­ση της Α­να­το­λι­κής Θρά­κης α­πο­τε­λεί μια α­πό τις πλέ­ον λευ­κές σε­λί­δες της νε­ό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας.

Η Λω­ζάν­νη και η α­ντι­προ­σφυ­γι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά
Ο Βε­νι­ζέ­λος έ­χει ή­δη με­τα­τρα­πεί σε έ­να κλασ­ι­κό Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τη πο­λι­τι­κό. Τί­πο­τα πια δεν θυ­μί­ζει τον Βε­νι­ζέ­λο της κρη­τι­κής ε­πα­νά­στα­σης. Το μό­νο του μέ­λη­μα εί­ναι τα κρα­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, ό­πως αυ­τός τα ερ­μη­νεύ­ει, α­νε­ξαρ­τή­τως αν γι’ αυ­τό πρέ­πει να θυ­σια­στούν ελ­λη­νι­κοί πλη­θυ­σμοί. Α­γνο­ώ­ντας πλή­ρως τους πρό­σφυ­γες και τις ορ­γα­νώ­σεις τους, υ­πέ­γρα­ψε το 1923 στη Λω­ζάν­νη την υ­πο­χρε­ω­τι­κή α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών – “με­τα­νά­στευ­ση” ο­νο­μά­σθη­κε στα ε­πί­ση­μα κεί­με­να– και στη συ­νέ­χεια α­πο­δύ­θη­κε σε μια προ­σπά­θεια μη α­πο­ζη­μί­ω­σης των προ­σφύ­γων με βά­ση τις πραγ­μα­τι­κές τους πε­ριου­σί­ες που ε­γκα­τέ­λει­ψαν στους γε­νέ­θλιους χώ­ρους τους. Ει­δι­κά στην ε­κλο­γι­κή του πε­ρι­φέ­ρεια, ε­γκα­τέ­στη­σε πο­λύ λι­γό­τε­ρους πρό­σφυ­γες α­πό τους μου­σουλ­μά­νους που εί­χαν α­πε­λα­θεί στην Τουρ­κί­α. Ο λό­γος ή­ταν προ­φα­νής: Οι πε­ριου­σί­ες των μου­σουλ­μά­νων, που δι­καιω­μα­τι­κά θα έ­πρε­πε να μοι­ρα­στούν στους πολ­λα­πλά­σιους πρό­σφυ­γες, χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν α­πό την ε­κλο­γι­κή του πε­λα­τεί­α. Στη συ­νέ­χεια, και με με­σο­λα­βη­τή τον Ι­τα­λό δι­κτά­το­ρα Μου­σο­λί­νι, ο Βε­νι­ζέ­λος υ­πο­γρά­φει το 1930 την “Ελ­λη­νο­τουρ­κι­κή συν­θή­κη φι­λί­ας, ου­δε­τε­ρό­τη­τος και διαι­τη­σί­ας” πα­ρά την έ­ντο­νη α­ντί­δρα­ση των προ­σφύ­γων, τους ο­ποί­ους α­πεί­λη­σε με διώ­ξεις, με το γνω­στό Ι­διώ­νυ­μο. Για να δεί­ξει ε­πί πλέ­ον τα αι­σθή­μα­τά του προς την Τουρ­κί­α, ο Βε­νι­ζέ­λος προ­τεί­νει τον Κε­μάλ Α­τα­τούρ­κ για Νό­μπελ Ει­ρή­νης. Οι με­γά­λοι χα­μέ­νοι της ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής  προ­σέγ­γι­σης ή­ταν οι πρό­σφυ­γες. Οι πε­ριου­σί­ες τους ι­σο­ψη­φί­στη­καν, πα­ρό­τι δε­κα­πλά­σιας α­ξί­ας, με αυ­τές των μου­σουλ­μά­νων που α­νταλ­λά­χθη­καν. Με τον τρό­πο αυ­τό το ελ­λη­νι­κό κρά­τος πλή­ρω­σε τις πο­λε­μι­κές α­πο­ζη­μιώ­σεις προς την Τουρ­κί­α.Η α­ντι­προ­σφυ­γι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά του Βε­νι­ζέ­λου συ­νε­χί­στη­κε με την α­πα­γό­ρευ­ση κα­θό­δου στην Ελ­λά­δα, το 1930, των προ­σφύ­γων με ελ­λη­νι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα α­πό τον μι­κρα­σια­τι­κό Πό­ντο, που εί­χαν κα­τα­φύ­γει στη Σο­βιε­τι­κή Έ­νω­ση και υ­πό­κει­ντο στις δια­τά­ξε­ις της συν­θή­κης της Λω­ζάν­νης. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης και του Ελ. Βε­νι­ζέ­λου κα­ταγ­γέλ­θη­κε ως α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κή τον Ια­νουά­ριο του 1931 α­πό τη γε­νι­κή συ­νέ­λευ­ση του Σω­μα­τεί­ου των εκ Ρω­σί­ας Ελ­λή­νων και χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε “σκλη­ρή, πα­ρά­νο­μη, α­ντε­θνι­κή και α­πάν­θρω­πη”. Ζή­τη­σαν ε­πί­σης να α­να­λά­βει η Ελ­λά­δα την υ­πο­στή­ρι­ξη των δι­καιω­μά­των των Ελ­λή­νων της Ρω­σί­ας και να ζη­τή­σει α­πο­ζη­μιώ­σεις για τις τε­ρά­στιες ελ­λη­νι­κές πε­ριου­σί­ες που εί­χαν δη­μεύ­σει οι Σο­βιε­τι­κοί. Η άρ­νη­ση της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης εί­χε τρα­γι­κές ε­πι­πτώ­σεις στους Έλ­λη­νες  που κα­τοι­κού­σαν στη Σο­βιε­τι­κή Έ­νω­ση. Εμ­φα­νί­στη­καν πε­ρι­πτώ­σεις άρ­νη­σης έκ­δο­σης δια­βα­τη­ρί­ων α­πό την Ελ­λη­νι­κή Πρε­σβεί­α σε πρό­σφυ­γες που ή­ταν υ­πό ε­κτό­πι­ση στη Σι­βη­ρί­α ή στην Κε­ντρι­κή Α­σί­α. Η πο­λι­τι­κή αυ­τή ε­γκλώ­βι­σε στη Σο­βιε­τι­κή Έ­νω­ση δε­κά­δες χι­λιά­δες πρό­σφυ­γες α­πό τον μι­κρα­σια­τι­κό Πό­ντο. Αυ­τός εί­ναι έ­νας α­πό τους λό­γους που η ελ­λη­νι­κή ε­θνό­τη­τα θρή­νη­σε τό­σο με­γά­λο α­ριθ­μό (50.000) θυ­μά­των την πε­ρί­ο­δο των με­γά­λων στα­λι­νι­κών διώ­ξε­ων του 1937-1938.

Β. Αγτζίδης - Δεξια και Μικρά Ασία +ΣΧΟΛΙΟΝ

Δεξια και Μικρά Ασία

Συγγραφέας: 
Βλάσης Αγτζίδης 

Α­να­φε­ρό­με­νοι στην ήτ­τα των Ελ­λή­νων στη Μι­κρά Α­σί­α, δεν εί­ναι δυ­να­τόν να μην ο­μο­λο­γη­θεί ό­τι η κύ­ρια ευ­θύ­νη βα­ραί­νει το Λα­ϊ­κό Κόμ­μα και το Πα­λά­τι, τους τε­λι­κούς δια­χει­ρι­στές της κρί­σης α­πό τον Νο­έμ­βριο του ’20, δη­λα­δή το σύ­νο­λο της φι­λο­μο­ναρ­χι­κής πα­ρά­τα­ξης, που ε­φε­ξής θα α­πο­κα­λού­με “Πα­λαιο­δε­ξιά”. Η ήτ­τα, η ο­ποί­α υ­πήρ­ξε το α­πο­τέ­λε­σμα μιας ε­ξαι­ρε­τι­κά α­νορ­θο­λο­γι­κής συ­μπε­ρι­φο­ράς (ε­πα­να­φο­ρά του γερ­μα­νό­φι­λου βα­σι­λιά [ΑΝΕΥ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΩΣ ΕΔΕΙΞΑΝ, ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, ΤΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ], διο­ρι­σμός α­νί­κα­νων στρα­τιω­τι­κών η­γε­τών [ΟΧΙ, ΗΣΑΝ ΟΛΟΙ ΙΚΑΝΟΙ, ΑΠΛΩΣ ΟΙ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΟΙ ΕΓΙΝΑΝ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΟΧΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΟΣ, ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ, ΜΙΚΡΟΠΡΕΠΕΙΣ (π.χ. ζητούσε ο φαντάρος μιά κουβέρτα και έλεγε ο αξιωματικός "να το πής στον Γούναρη") ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΩΣ ΡΙΨΑΣΠΙΔΕΣ π.χ. ΟΙ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ-ΓΟΝΑΤΑΣ, πιστοί στο "ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΣ ΧΙΟΥ"!], κα­κή ορ­γά­νω­ση των πο­λε­μι­κών ε­πι­χει­ρή­σε­ων [ΟΧΙ], α­πα­γό­ρευ­ση αυ­το­-ορ­γά­νω­σης των Μι­κρα­σια­τών [ΑΝΟΗΤΟ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΩΝ-ΟΣΟΙ -ΛΙΓΟΙ- ΜΙΚΡΑΙΑΤΕΣ ΕΙΧΑΝ ΠΑΕΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΛΙΠΟΤΑΚΤΟΥΣΑΝ!], α­πόρ­ρι­ψη του αι­τή­μα­τος αυ­το­νο­μί­ας της Ιω­νί­ας [ΟΜΟΙΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΡΗΤΗ ΑΠΟΡΡΙΨΙΣ ΑΠΟ ΑΓΓΛΙΑ!], α­πα­γό­ρευ­ση λει­τουρ­γί­ας της Μι­κρα­σια­τι­κής Ά­μυ­νας [ΟΜΟΙΩΣ, ΑΝΟΗΤΟ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΩΝ, ΔΙ' ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΟΝΟΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙ], έλ­λει­ψη γραμ­μής ά­μυ­νας στη Σμύρ­νη [ΜΕΓΑΛΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΛΗ ΣΚΕΨΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ], α­πό­λυ­τη πο­λι­τι­κή και στρα­τιω­τι­κή ε­γκα­τά­λει­ψη του πο­ντια­κού ελ­λη­νι­σμού στον μι­κρα­σια­τι­κό βορ­ρά[ΣΩΣΤΟ] κ.ά.), η ο­ποί­α ο­φει­λό­ταν στο γε­γο­νός ό­τι η πα­ρά­τα­ξη αυ­τή ε­ξέ­φρα­ζε την ε­πο­χή ε­κεί­νη μό­νο τα νέ­α γρα­φειο­κρα­τι­κά στρώ­μα­τα της Πα­λαιάς Ελ­λά­δας. 
Τα συν­θή­μα­τα “Μι­κρά πλην έ­ντι­μος Ελ­λάς” και “Οί­κα­δε” α­ντα­να­κλούν με τον πλέ­ον έ­ντο­νο τρό­πο την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τή [Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ, ΚΑΙ Η "ΔΕΞΙΑ" ΚΑΙ Ο ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΑΝΤΙΛΗΦΘΗ ΟΤΙ Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΑΓΚΙΣΤΡΩΣΙ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ! ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ, ΟΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΤΗΣ ΗΤΤΗΣ ΔΕΝ ΗΡΘΑΝ ΑΚΟΜΗ! ΤΩΡΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ! ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΙΟΝ ΘΑΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ! ΔΕΣ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΚΙΔΕΙΟ ΕΙΡΗΝΗ!]. Ι­δε­ο­λο­γι­κά, η πα­λαιο­δε­ξιά α­να­πτύ­χθη­κε στο πλαί­σιο του κρα­τι­κι­σμού του νε­α­ρού ελ­λη­νι­κού βα­σι­λεί­ου και του ι­διό­τυ­που ε­θνι­κι­σμού του βαλ­κα­νι­κού ελ­λη­νι­σμού, που πε­ριό­ρι­ζε τις ε­πι­διώ­ξεις του στη βαλ­κα­νι­κή εν­δο­χώ­ρα, τό­νι­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο την ελ­λη­νο­σλα­βι­κή α­ντί­θε­ση και χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­πό μια φι­λο­τουρ­κι­κή προ­διά­θε­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή μορ­φή υ­πήρ­ξε ο Ί­ων Δρα­γού­μης –ο πλέ­ον φω­τι­σμέ­νος εκ­πρό­σω­πος των δυ­νά­με­ων αυ­τών– ο ο­ποί­ος καλ­λιέρ­γη­σε συ­στη­μα­τι­κά τις αυ­τα­πά­τες πε­ρί ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής συ­νεν­νό­η­σης [ΔΙΑΤΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΟΤΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, ΤΗΝ ΑΙΣΧΡΗ ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΙΜΒΡΟΥ-ΤΕΝΕΔΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ 148 ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ  ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ  -ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΔΕΞΙΟΙ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΤΟ "ΑΡΙΣΤΕΡΟ" ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΚΕ- ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΟΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ  ΣΤΗΝ Ε.Ε.]. Α­κό­μα και τη στιγ­μή που ο ελ­λη­νι­σμός έ­δι­νε την ύ­στα­τη μά­χη στο μι­κρα­σια­τι­κό μέ­τω­πο, ο ί­διος ο Δρα­γού­μης –αυ­τε­ξό­ρι­στος στο Πα­ρί­σι– θε­ω­ρού­σε ως μέ­γι­στο πραγ­μα­τι­κό ε­χθρό τον Βε­νι­ζέ­λο, κα­θώς και τους Μι­κρα­σιά­τες μα­ζί με τους Κρη­τι­κούς. Σε κα­μιά μορ­φή της πα­λαιο­δε­ξιάς δεν συ­να­ντού­με δια­φο­ρε­τι­κή  προ­σέγ­γι­ση. Οι μύ­χιες σκέ­ψεις του μέλ­λο­ντα δι­κτά­το­ρα Ιω­άν­νη Με­τα­ξά, ό­πως προ­βάλ­λουν α­πό το η­μερο­λόγιό του, έρ­χο­νται να ε­πι­βε­βαιώ­σουν αυ­τή την κα­τα­λυ­τι­κή δια­πί­στω­ση. Ε­πει­δή κα­νείς α­πό το χώ­ρο αυ­τό δεν εί­χε πι­στέ­ψει στο μι­κρα­σια­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα, η διαχείριση υπήρξε εξαιρετικά ανορθολογική  –σε πο­λι­τι­κό και στρα­τιω­τι­κό ε­πί­πε­δο– και νο­μο­τε­λεια­κά ο­δή­γη­σε στην ήτ­τα.  
Μό­νο μέ­σα σ’αυ­τό το ι­δε­ο­λο­γι­κό πλαί­σιο μπο­ρεί να κα­τα­νο­η­θεί η ά­σχη­μη α­ντι­με­τώ­πι­ση του μι­κρα­σια­τι­κού πλη­θυ­σμού, τό­σο πριν την Ήτ­τα ό­σο και με­τά. Μια αρ­νη­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση που εκ­φρά­στη­κε με συ­γκε­κρι­μέ­νους τρό­πους οι οποίοι συ­νέ­βα­λαν στον ε­γκλω­βι­σμό του ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού με­τά την Ήτ­τα και τη σφα­γή με­γά­λου μέ­ρους του α­πό τα κε­μα­λι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα: στις 28 Ιου­νί­ου 1922 και ε­νώ εί­χε αρ­χί­σει να συ­ζη­τεί­ται σο­βα­ρά η α­παγ­γί­στρω­ση α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α στα α­νώ­τε­ρα κυ­βερ­νη­τι­κά και στρα­τιω­τι­κά κλι­μά­κια, η κυ­βέρ­νη­ση θε­σπί­ζει το νό­μο 2670/22 με τον ο­ποί­ο α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η έ­ξο­δος του ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α. Ο νό­μος προ­έ­βλε­πε αυ­στη­ρό­τα­τες ποι­νές, πει­θαρ­χι­κές και χρη­μα­τι­κές, στην πε­ρί­πτω­ση σύλ­λη­ψης πλοί­ων που με­τέ­φε­ραν πλη­θυ­σμό. Α­κό­μα και με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση του με­τώ­που που άρ­χι­σε στις 30 Αυ­γού­στου, οι αρ­χές προ­σπα­θού­σαν να α­πο­κρύ­ψουν την εί­δη­ση α­πό τον ελ­λη­νι­κό πλη­θυ­σμό και να α­πο­τρέ­ψουν τη φυ­γή του. Υ­πάρ­χουν κα­ταγ­γε­λί­ες κα­τά των ελ­λη­νι­κών αρ­χών της Σμύρ­νης, για βί­αι­η παρεμπό­δι­ση α­να­χώ­ρη­σης Ελ­λή­νων της Ιω­νί­ας, λίγες μό­νον η­μέ­ρες πριν την εί­σο­δο του τουρ­κι­κού στρα­τού στην πό­λη.Φο­βε­ρό εί­ναι το πε­ρι­στα­τι­κό που α­να­φέ­ρει ο ι­στο­ρι­κός Γρη­γό­ρης Δαφ­νής στο έρ­γο του “Η Ελ­λάς με­τα­ξύ των δύ­ο πο­λέ­μων”: Ε­νώ εί­χε σπά­σει το μέ­τω­πο και ο τουρ­κι­κός στρα­τός προ­έ­λαυ­νε α­νε­μπό­δι­στος προς τη Σμύρ­νη, ο νε­α­ρός τό­τε πο­λι­τι­κός Γε­ώρ­γιος Πα­παν­δρέ­ου, που βρι­σκό­ταν στο γρα­φεί­ο του αρ­μο­στή Α­ρι­στεί­δη Στερ­γιά­δη, ρω­τά τον ε­πί­ση­μο εκ­πρό­σω­πο της Ελ­λά­δας “Για­τί δεν ει­δο­ποιεί­τε τον κό­σμο να φύ­γει;”  για να λά­βει την πα­ρα­κά­τω α­πά­ντη­ση α­πό τον Στερ­γιά­δη, τον ε­πί­ση­μο εκ­πρό­σω­πο της Ελ­λά­δας στην Ιω­νί­α: “Κα­λύ­τε­ρα να μεί­νουν ε­δώ να τους σφά­ξει ο Κε­μάλ, για­τί αν πά­νε στην Α­θή­να, θα α­να­τρέ­ψουν τα πά­ντα” [ΑΣΥΣΤΑΤΕΣ ΣΠΙΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΑΔΗ! Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑΦΕΥΓΕ! ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: ΜΕΤΑ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ Ο ΣΤΡ. ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΚΤΗΣ ΝΑ ΣΤΕΙΛΗ ΠΛΟΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΗ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΠΗΝΤΗΣΑΝ "ΟΧΙ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ"! ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΡΥΘΡΕΣ! ΤΟ ΠΩΣ ΗΣΘΑΝΟΝΤΟ ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΚΑΙ ΤΙ ΓΝΩΜΗ ΕΙΧΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΛΟ!]
Αυ­τή η προ­σέγ­γι­ση κα­θό­ρι­σε και τις συ­μπε­ρι­φο­ρές τις ε­πό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες. Την προ­σπά­θεια ε­ξά­λει­ψης της ι­στο­ρι­κής μνή­μης του μι­κρα­σια­τι­κού ελ­λη­νι­σμού και την α­πό­κρυ­ψη της τε­ρά­στιας ση­μα­σί­ας της Ήτ­τας, κα­θώς και του με­γά­λου α­ριθ­μού των θυ­μά­των θα την βλέ­που­με διαρ­κώς για δε­κα­ε­τί­ες με­τα[ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ!]Εί­ναι α­πο­κα­λυ­πτι­κά τα ό­σα εί­πε το 1957 α­πό το ε­πί­ση­μο βή­μα της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης του Ο­Η­Ε ο Ευάγ­γε­λος Α­βέ­ρωφ, τό­τε υ­πουρ­γός Ε­ξω­τε­ρι­κών της κυ­βέρ­νη­σης Κ. Κα­ρα­μαν­λή: “...Ο πό­λε­μος αυ­τός (σ.τ.σ. ο μι­κρα­σια­τι­κός) έ­γι­νε διό­τι προ­σε­κλή­θη­μεν ό­πως συμ­με­τά­σχο­μεν εις αυ­τόν υ­πό της Αγ­γλί­ας, της Γαλ­λί­ας και της Ι­τα­λί­ας, αι ο­ποί­αι, δυ­νά­μει της Συν­θή­κης των Σε­βρών, ει­σέ­βα­λον εις την Μι­κράν Α­σί­αν και ε­κά­λε­σαν την Ελ­λά­δα  εις την α­κτήν, την ο­ποί­α ό­ντως κα­τέ­λα­βαν…Πρέ­πει να α­να­γνω­ρί­σο­μεν ό­τι η Τουρ­κί­α α­πή­ντη­σε με μί­αν υ­πε­ρη­φά­νειαν και μί­α γεν­ναιό­τη­τα, η ο­ποί­α της έ­δω­σε την ε­θνι­κή της α­νε­ξαρ­τη­σί­αν. Αλ­λά πρέ­πει να υ­πάρ­ξει προ­σο­χή προ­τού α­να­φερ­θεί ο πό­λε­μος αυ­τός ως πό­λε­μος ελ­λη­νι­κής κα­τα­κτή­σε­ως. Ή­το πό­λε­μος συμ­μα­χι­κής κα­τα­κτή­σε­ως, εις την ο­ποί­αν η Ελ­λάς ε­κλή­θη να λά­βει μέ­ρος, αλ­λά βε­βαί­ως δεν ή­το ελ­λη­νι­κός πό­λε­μος…”[ΑΘΛΙΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΟΝΟ ΠΟΛΕΜΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΕΠΙΒΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ!- ΛΕΜΕ, ΕΙΝΑΙ, ΔΙΟΤΙ ή ΘΑ ΑΠΟΚΤΗΣΩΜΕ ΤΗΝ ΙΩΝΙΑ ή ΘΑ ΠΕΘΑΝΩΜΕ! ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ή ΟΥΤΟΠΙΚΟΝ? ΠΙΘΑΝΩΣ! ΟΜΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΑΥΤΟ ΝΑΝΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΑΣ ΔΙΟΤΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΝ ΠΟΥ ΤΑΧΕΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΣΜΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΕΛΛΑΔΟΣ!
Την ί­δια πε­ρί­ο­δο, ο ί­διος πο­λι­τι­κός α­πό την ί­δια θέ­ση, ό­πως και ο Πα­να­γιώ­της Πι­πι­νέ­λης, ζή­τη­σε ε­πι­σή­μως α­πό τον Αυ­στρια­κό υ­πουρ­γό Ε­ξω­τε­ρι­κών να ε­μπο­δί­σει τον Έλ­λη­να ι­στο­ρι­κό Πο­λυ­χρό­νη Ε­νε­πε­κί­δη να έ­χει πρό­σβα­ση στα κρα­τι­κά αρ­χεί­α της Βιέν­νης. Οι δύ­ο Έλ­λη­νες πο­λι­τι­κοί ε­πι­ζη­τού­σαν να μην έρ­θουν στο φως τα α­πο­κα­λυ­πτι­κά έγ­γρα­φα των Γερ­μα­νών και Αυ­στρια­κών δι­πλω­μα­τών της πε­ριό­δου 1909-1918, μέ­σα α­πό τα ο­ποί­α πρό­βα­λλε α­νά­γλυ­φα ό­λο το σχέ­διο του νε­ο­τουρ­κι­κού κο­μι­τά­του για ε­ξό­ντω­ση των χρι­στια­νι­κών ο­μά­δων της καθ’ η­μάς Α­να­το­λής. Ε­πί πλέ­ον, μέ­σα α­πό τις μαρ­τυ­ρί­ες των συμ­μά­χων της ε­θνι­κι­στι­κής Τουρ­κί­ας, α­πο­δει­κνυό­ταν το γε­γο­νός ό­τι δια­πρά­χτη­κε γε­νο­κτο­νί­α κα­τά των ελ­λη­νι­κών πλη­θυ­σμών της Μι­κράς Α­σί­ας. Το ε­πι­χεί­ρη­μα των Α­βέ­ρωφ και Πι­πι­νέ­λη ή­ταν ό­τι η δη­μο­σί­ευ­ση του αρ­χεια­κού υ­λι­κού θα έ­βλα­πτε τις ελ­λη­νο­τουρ­κι­κές σχέ­σεις.
Η πα­ρα­δο­σια­κή φι­λο­τουρ­κι­κή στά­ση της πα­λαιο­δε­ξιάς δια­μόρ­φω­σε μια συ­νεί­δη­ση α­νο­χής και αι­τιο­λό­γη­σης των ε­γκλη­μά­των που διέ­πρα­ξε ο τουρ­κι­κός ε­θνι­κι­σμός κα­τά των Ελ­λή­νων της Μι­κράς Α­σί­ας. Η α­νυ­παρ­ξί­α ο­ποιασ­δή­πο­τε α­να­φο­ράς στις σφα­γές των Ελ­λή­νων, α­κό­μα και α­πό τα θε­ω­ρού­με­να ως ε­θνι­κι­στι­κά κα­θε­στώ­τα των δύ­ο δι­κτα­το­ριών, εί­ναι α­πο­κα­λυ­πτι­κή. Οι Α­πρι­λια­νοί εί­χαν α­πα­γο­ρεύ­σει α­κό­μα και τη χρή­ση της λέ­ξης “Τούρ­κος” κα­τά τους ε­ορ­τα­σμούς της ε­πε­τεί­ου της 25ης Μαρ­τί­ου, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας την με τη λέ­ξη “ε­χθρός”.
Έ­τσι, ό­ταν, α­πό τα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του ’80, οι Πό­ντιοι –ως πρώ­τη ο­μά­δα των Ελ­λή­νων της καθ’ ή­μάς Α­να­το­λής που διεκ­δί­κη­σε την α­να­γνώ­ρι­ση της γε­νο­κτο­νί­ας– δια­τύ­πω­σαν το σχε­τι­κό αί­τη­μα, συ­νά­ντη­σαν αρ­χι­κά την α­μη­χα­νί­α, κα­τό­πιν την άρ­νη­ση α­πό συ­γκε­κρι­μέ­να ά­το­μα και κύ­κλους που δια­τύ­πω­σαν γρα­πτώς τις α­ντιρ­ρή­σεις τους. Τέ­λος στη διελ­κυν­στίν­δα έ­δω­σε τε­λι­κά ο τό­τε υ­φυ­πουρ­γός Ε­ξω­τε­ρι­κών κ. Βύ­ρων Πο­λύ­δω­ρας με ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή του τον Μά­ιο του 1992, που α­πο­τέ­λε­σε τον προ­άγ­γε­λο της ο­μό­φω­νης α­να­γνώ­ρι­σης της Γε­νο­κτο­νί­ας α­πό τη Βου­λή των Ελ­λή­νων δύ­ο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. 

Μαρτυρία από την φλεγόμενη Σμύρνη


Μαρτυρία από την φλεγόμενη Σμύρνη

Συγγραφέας: 
Χατζηαντωνίου Κώστας
Έ­χου­νε φέ­ρει σι­δε­ρέ­νιους λο­στούς και κλεί­νουν το δρό­μο, στη γω­νί­α. Ό­λοι α­νη­συ­χούν. Τι θα κά­νουν ά­ρα­γε; Κα­νείς δεν ξέ­ρει τί­πο­τα. Τό­τε βγαί­νει μια λάμ­ψη και σκο­τει­νιά­ζουν τα πά­ντα α­πό κα­πνό. Φαί­νε­ται βά­λα­νε φω­τιά ε­δώ κο­ντά. Ο ή­λιος ε­χά­θη­κε, μαύ­ρι­σε ο ου­ρα­νός. Κλεί­σα­νε και τους δρό­μους, μή­πως θέ­λουν να μας κά­ψουν ζω­ντα­νούς;
Δεν περ­νά­νε δέ­κα λε­φτά και ο δρό­μος γε­μί­ζει κό­σμο τρε­λό, πα­νι­κό­βλη­το. Έρ­χο­νται α­πό την άλ­λη με­ριά, που δεν έ­χουν βά­λει λο­στούς, και στο δρό­μο μας πα­γι­δεύ­ο­νται. Φω­νά­ζουν: «Βο­ή­θεια, θα μας κά­ψουν ζω­ντα­νούς!». Ό­πως εί­μα­στε στο πα­ρά­θυ­ρο, κοι­τά­ζου­με σα­στι­σμέ­νοι. Μας φω­νά­ζουν: «Μην κά­θε­στε μέ­σα. θα μας κά­ψουν. Ό­λους τους δρό­μους τους έ­χουν κλεί­σει, δεν α­φή­νουν που­θε­νά. Βο­ή­θεια, βο­ή­θεια, βο­ή­θεια!». Μυ­ριά­δες φω­νές. Ο δρό­μος δε χω­ρά­ει άλ­λους. Μπαί­νουν στα σπί­τια. Ως και οι τα­ρά­τσες γε­μί­ζουν κό­σμο πού φω­νά­ζει, πα­ρα­λη­ρεί. Άλ­λοι έ­χουν χά­σει τα παι­διά τους. Παι­διά σκού­ζουν, ζη­τά­νε τη μά­να τους. Ορ­μά­ει ο κό­σμος να πη­δή­σει τους λο­στούς. Εί­ναι μα­ζε­μέ­νοι ε­κεί πολ­λοί Τούρ­κοι, πυ­ρο­βο­λούν και πέ­φτουν κά­μπο­σοι νε­κροί. Ουρ­λια­χτά, κα­τά­ρες, προ­σευ­χές. Σκο­τει­νιά­ζει πια, εί­ναι και ο κα­πνός που μας καί­ει τα μά­τια. Τό­τε αρ­χί­ζει άλ­λο δρά­μα: τα καρ­φιά. Τί ή­ταν πά­λι αυ­τό; Αν και έ­χουν πε­ρά­σει τό­σα χρόνια, δεν μπο­ρώ να το ε­ξη­γή­σω. Τό­σες φω­τιές έ­χω δει, αυ­τό το πράγ­μα δεν το ξα­νά­δα, ού­τε και διά­βα­σα που­θε­νά κά­τι τέ­τοιο. Α­πό τα σπί­τια που καί­γο­νται, εκ­σφεν­δο­νί­ζο­νται με­γά­λα καρ­φιά, κα­τα­κόκ­κι­να, και πέ­φτουν, κά­νο­ντας, έ­να θε­α­μα­τι­κό η­μι­κύ­κλιο, πά­νω στον κό­σμο. Κα­θώς σκο­τει­νιά­ζει, λά­μπουν σαν κόκ­κι­νες σα­ΐ­τες. Άν­θρω­ποι τραυ­μα­τί­ζο­νται και ουρ­λιά­ζουν. Μέ­σα α­πό τα σπί­τια δί­νουν λε­κά­νες, κου­βά­δες, τε­ντζε­ρέ­δια, τα­ψιά, βρε­μέ­νες κου­βέρ­τες, για να προ­φυ­λα­χτούν οι α­πέ­ξω. Αυ­τοί που εί­χαν πά­ει στις τα­ρά­τσες έ­ντρο­μοι κα­τε­βαί­νουν, πα­τείς με πα­τώ σε. Δεν υ­πάρ­χει πια χώ­ρος. Η μα­μά μου κά­θε­ται στο πε­ζού­λι του πα­ρα­θύ­ρου, κο­ντά μου. Κο­ντεύ­ουν να μας πε­τά­ξουν έ­ξω. Α­πό μέ­σα φω­νά­ζουν «θα σκά­σου­με». Η μα­μά μου ού­τε βλέ­πει ού­τε α­κού­ει. Α­πα­ντά­ει α­φη­ρη­μέ­να στις ε­ρω­τή­σεις που της κά­νουν και τα μά­τια της εί­ναι στραμ­μέ­να στους Τούρ­κους που εί­ναι κο­ντά στους λο­στούς. Ο κό­σμος φω­νά­ζει «βο­ή­θεια», και πολ­λοί ζη­λεύ­ουν αυ­τούς που εί­ναι μέ­σα για­τί δεν έ­χουν φό­βο α­πό τα καρ­φιά. Οι μέ­σα πά­λι, δεν μπο­ρούν ν’ α­να­σά­νουν α­πό τον κό­σμο που εί­ναι πή­χτρα.
Τώ­ρα έρ­χο­νται κά­τι φρα­γκο­πα­πά­δες. Δεί­χνουν χαρ­τιά στους Τούρ­κους, αυ­τοί τα δια­βά­ζουν και –ω του θαύ­μα­τος!– α­νοί­γουν τους λο­στούς. Ο κό­σμος τρέ­χει ξέ­φρε­νος. Κα­νείς δεν ξέ­ρει τι κά­νει αυτή την ώ­ρα, τρέ­χουν μα­κριά α­πό τη φω­τιά και νο­μί­ζουν πως ό­λα τέ­λειω­σαν. Ό­λοι φω­νά­ζουν: «Πά­με στο Και, στ’ α­κρο­γιά­λι». Η μα­μά βλέ­πει το σπί­τι ν’ α­δειά­ζει και το δρό­μο ν’ α­ραιώ­νει.
–Γρή­γο­ρα, λέ­ει, φο­ρέ­στε ό­σες αλ­λα­ξιές σας έ­φε­ρα, α­πα­νω­τά.
Βο­η­θά­ει ε­μέ­να να κά­νω πιο γρή­γο­ρα. Δί­νει το χα­λί στη Ρό­ζα, το κι­λι­μά­κι στους ώμους μου, ση­κώ­νει η ί­δια το κα­λά­θι, και παίρ­νου­με δρό­μο. Αλ­λά ε­μέ­να το μυα­λό μου εί­ναι πώς να πά­ρω την κού­κλα και το ά­λο­γο.
–Βρε και­γό­μα­στε, το κα­τα­λα­βαί­νεις; Σου ’στρι­ψε; Θε­έ μου, ο κό­σμος στ’ α­λή­θεια καί­γε­ται, κι αυ­τή την κού­κλα της! Ή­μαρ­τον, Πα­να­γί­α μου...
Πε­τά­ει μα­κριά την κού­κλα και το ά­λο­γο, που ε­γώ τα θέ­λω και κλαίω.
Ό­λος ο κό­σμος κρα­τά­ει μπό­γους, βα­λί­τσες ή τσου­βά­λια στην πλά­τη. Εί­ναι και πολ­λοί που δεν έ­χουν προ­λά­βει να πά­ρουν κά­τι. Ξε­κι­νά­με μα­ζί τους και μεις, προ­σέ­χο­ντας να μη χα­θού­με. Περ­νά­με τους κε­ντρι­κούς δρό­μους όπου τα ω­ραί­α μα­γα­ζιά χά­σκουν λε­η­λα­τη­μέ­να. Φτά­νου­με στο Κορ­ντόν που έ­χει ω­ραί­α και αρ­χο­ντι­κά σπί­τια. Κά­τι κυ­ρί­ες κλαίνε στα πα­ρά­θυ­ρα και μας ρω­τά­νε πού πά­με. Νο­μί­ζουν ό­τι αυ­τοί δεν δια­τρέ­χουν κίν­δυ­νο, για­τί εί­ναι κο­ντά οι Πρε­σβεί­ες και τα Προ­ξε­νεί­α.
Στο Και στα­μα­τού­με έ­ντρο­μοι. Γυ­μνά σπα­θιά των Τούρ­κων λα­μπο­κο­πούν, α­νε­βο­κα­τε­βαί­νο­ντας στα κε­φά­λια των Χρι­στια­νών. Αχ, Θε­έ μου, πού να πά­με να σω­θού­με; Λέ­ει κά­ποιος:
–Να πά­με στη Σχο­λή Κα­λο­γραιών. Τους Κα­θο­λι­κούς δεν τους πει­ρά­ζουν οι Τούρ­κοι.
Τρέ­χου­με. Έρ­χο­νται κι άλ­λοι. Μό­λις βλέ­πουν πως τρέ­χου­με προς τα κει, μας α­κο­λου­θούν, δί­χως να ξέ­ρουν πού πά­με και δί­χως να ξέ­ρουν αν οι δι­κοί τους α­κο­λου­θού­νε ή ό­χι. Τρέ­χουν να σω­θούν, φω­νά­ζο­ντας ο­νό­μα­τα χα­μέ­νων.
Φτά­νου­με στη Σχο­λή. Οι με­γά­λες πόρ­τες εί­ναι κα­τά­κλει­στες. Χτυ­πά­με φω­νά­ζο­ντας: «Βο­ή­θεια, μας σφά­ζουν!». Η πόρ­τα δεν αρ­γεί ν’ α­νοί­ξει και με την ευ­λο­γί­α κά­ποιας κα­λο­γριάς ή η­γου­μέ­νης μπαί­νου­με. Σχε­δόν εί­μα­στε α­πό τους πρώ­τους. Η μα­μά φω­νά­ζει:
–Τρε­χά­τε α­πά­νω, μη μας τσα­λα­πα­τή­σει ο κό­σμος.
Α­νε­βαί­νου­με. Εί­ναι μια με­γά­λη αί­θου­σα και ο Χριστός στον τοί­χο, με την καρ­διά του έ­ξω ν’ α­κτι­νο­βο­λεί, μας ευ­λό­γα. Έ­νας α­γα­να­κτι­σμέ­νος φω­νά­ζει:
–Μά­λι­στα, Κύ­ριε! Με την ευ­λο­γί­α Σου σφά­ζε­ται ο κό­σμος Σου. Με μας εί­σαι ή με τους Τούρ­κους; Τέ­τοιες ώ­ρες Σε θέ­λου­με να κά­νεις θαύ­μα­τα. Κά­νε έ­να θαύ­μα να κου­λα­θούν τα χέ­ρια των Τούρ­κων, που σφά­ζουν και σκο­τώ­νουν τη Χρι­στια­νο­σύ­νη...
–Κα­λέ, μη βλα­στη­μάς, λέ­ει άλ­λος. Δο­κι­μά­ζει την α­ντο­χή μας. Εί­μα­στε ό­λοι α­μαρ­τω­λοί.
Και κά­νει με­τά­νοιες και σταυ­ρο­κο­πιέ­ται, λέ­γο­ντας, «ή­μαρ­τον, Χρι­στέ μου». Ό­λοι μα­ζί τώ­ρα ψέλ­νουν το «Σώ­σε, Κύ­ριε, τον λα­όν Σου». Πά­νω, κά­τω γε­μί­ζει κό­σμο.
–Φαί­νε­ται, έ­χουν φύ­γει ό­λοι, λέ­ει κά­ποιος. Γύ­ρι­σα ό­λο το κτί­ριο αλ­λά δεν εί­δα κα­μί­α άλ­λη κα­λο­γριά, κα­νέ­ναν Ι­τα­λό που να γνω­ρί­ζω. Η κό­ρη μου ε­δώ ερ­χό­ταν σχο­λεί­ο.
Α­πό τα πα­ρά­θυ­ρα βλέ­που­με τη Σμύρ­νη που καί­γε­ται σα λα­μπά­δα και λυ­πά­ται η ψυ­χή μας. Η ω­ραί­α αυτή πό­λη, η τό­σο χα­ρού­με­νη, που δυο μέ­ρες πριν α­κό­μα, ή­ταν ντυ­μέ­νη στα γα­λα­νό­λευ­κα! Στο κτί­ριο γί­νε­ται παν­ζουρ­λι­σμός. Μα­νά­δες σπρώ­χνουν τον κό­σμο και ψά­χνουν τα παι­διά τους, παι­διά κλαί­νε, άλ­λοι μι­λούν ελ­λη­νι­κά, άλ­λοι αρ­μέ­νι­κα, άλ­λοι τούρ­κι­κα. Βα­βυ­λω­νί­α. Και ό­λοι ζη­τά­νε βο­ή­θεια και προ­σεύ­χο­νται στον ί­διο Θε­ό. Ο­λο­νών τα μά­τια εί­ναι στραμ­μέ­να στη φω­τιά. Αχ, πο­τέ θα τη σβή­σουν; Ό­λοι ελ­πί­ζουν πως ε­δώ δεν πρό­κει­ται να ’ρθει. Με­τά το Κορ­ντόν, ως την πα­ρα­λί­α, εί­ναι ξέ­νες α­ντι­προ­σω­πεί­ες. Πρε­σβεί­ες και Προ­ξε­νεί­α. Δεν μπο­ρούν να φα­ντα­στούν ό­τι οι Ξέ­νοι θα τ’ α­φή­σουν να κα­ούν. Αλ­λά γε­λιώ­νται. Α­κού­με τις α­ντλί­ες που περ­νά­νε και νο­μί­ζου­με ό­τι πά­νε να σβή­σουν τις φω­τιές να μην ε­πε­κτα­θούν προς τα δω. Δεν περ­νά­ει μι­σή ώ­ρα και βλέ­που­με α­πό­το­μα τη φω­τιά, σαν τε­ρά­στιο φί­δι, να πλη­σιά­ζει. Τα ι­πτά­με­να καρ­φιά πέ­φτουν πά­λι, σπά­ζουν τζά­μια, τραυ­μα­τί­ζουν και καί­νε. Άλ­λω­στε η φω­τιά πλη­σιά­ζει. Έ­ντρο­μοι τρέ­χου­με κά­τω. Οι Τούρ­κοι μα­ζε­μέ­νοι στην ε­ξώ­πορ­τα πιά­νουν τους ά­ντρες και τα κο­ρί­τσια α­πό τα μαλ­λιά. Ό­σοι α­ντι­στέ­κο­νται, μέ­νουν στον τό­πο κα­τα­μα­τω­μέ­νοι. Έ­χει γε­μί­σει πτώ­μα­τα.
Βλέ­πο­ντας η μα­μά αυ­τή τη συμ­φο­ρά, πε­τά­ει τον μπό­γο που κρα­τά­ει και μας πιά­νει α­πό τα χέ­ρια. Τρέ­χου­με α­νά­με­σα στον κό­σμο. Μας λέ­ει:
–Έ­τσι να περ­πα­τά­με, να μη χα­θού­με, και πά­ντα α­νά­με­σα στο πλή­θος, να μη μας φτά­νουν οι Τούρ­κοι α­πό τις ά­κρες.
Φτά­νου­με πά­λι στο α­κρο­γιά­λι, στο Και. Αχ, Παρ­θέ­να μου! Ε­δώ τα πράγ­μα­τα έ­χουν α­γριέ­ψει. Τα πό­δια μας πια δεν πα­τά­νε γης. Ό,τι έ­χει πά­ρει ο κα­θέ­νας, μα πο­λύ­τι­μο ή­τα­νε μα α­πα­ραί­τη­το, το ’χει πε­τά­ξει. Βλέ­πεις μπό­γους, μπα­ού­λα, τσου­βά­λια γε­μά­τα, μη­χα­νές, βα­λί­τσες, πτώ­μα­τα, α­κό­μα και αρ­ρώ­στους, που οι δι­κοί τους εί­χα­νε πά­ρει μα­ζί για να τους σώ­σουν, και μην μπο­ρώ­ντας πια να τους ση­κώ­νουν, τους ά­φη­σαν. Τα κτί­ρια καί­γο­νται, οι Τούρ­κοι με σπα­θιά και μα­χαί­ρια χτυ­πούν δί­χως να δια­λέ­γουν. Ο κό­σμος τρέ­χει, τρέ­χει τσα­λα­πα­τώ­ντας τα πά­ντα. Σπα­ρα­χτι­κές φω­νές. Εί­ναι πολ­λοί που πέ­φτουν στη θά­λασ­σα με την ελ­πί­δα να σω­θούν. Μπαί­νουν, αν βρουν πλε­ού­με­νο, αλ­λά σκαρ­φα­λώ­νουν τό­σοι πολ­λοί, πού α­μέ­σως α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζει. Άλ­λους, που θέ­λουν ν’ α­πο­μα­κρυν­θούν κο­λυ­μπώ­ντας, τους πυ­ρο­βο­λούν. Οι πνιγ­μέ­νοι εί­ναι τό­σοι πολ­λοί, που ε­γώ νο­μί­ζω ό­τι, αν περ­πα­τή­σει κα­νείς α­πά­νω τους, θα πά­ει στα κα­ρά­βια. Αλ­λά τα κα­ρά­βια εί­ναι μα­κριά, και να φτά­σει κα­νείς ως ε­κεί, δεν τον παίρ­νουν. Τους σπρώ­χνουν ξα­νά πί­σω και, αν ε­πι­μέ­νουν, τους πυ­ρο­βο­λούν ή τους χύνουν νε­ρά. Εί­ναι, βλέ­πε­τε, σύμ­μα­χοι των Τούρ­κων. Πε­ριο­ρί­ζο­νται να βγά­ζουν ται­νί­ες και φω­το­γρα­φί­ες! Κά­θε τό­σο τα φώ­τα των προ­βο­λέ­ων γλι­στρούν σε ό­λο το μή­κος της πα­ρα­λί­ας, φω­τί­ζο­ντας τη συμ­φο­ρά. Ε­κεί­νη τη στιγ­μή οι Τούρ­κοι κα­τε­βά­ζουν τα σπα­θιά και τις χα­ντζά­ρες, ο κό­σμος ση­κώ­νει τα χέ­ρια και με ό,τι φω­νή έ­χει φω­νά­ζει: «Βο­ή­θεια! βο­ή­θεια!».
Μα το πλη­ρώ­νουν α­κρι­βά. Μό­λις σβή­νουν οι προ­βο­λείς, τα χα­ντζά­ρια τους λυσ­σα­σμέ­να χτυ­πούν, δε­ξιά-α­ρι­στε­ρά, ρί­χνο­ντας κορ­μιά στη γης κι α­νοί­γο­ντας κε­φά­λια.
Εί­ναι νύ­χτα. Και μεις, μες στο μα­κε­λειό, κρα­τιό­μα­στε σφι­χτά και οι τρεις, φρο­ντί­ζο­ντας να εί­μα­στε στη μέ­ση του πλή­θους. Ού­τε βλέ­που­με τι πα­τά­με, συ­νέ­χεια α­νε­βο­κα­τε­βαί­νου­με. Εί­ναι κι έ­νας άλ­λος κίν­δυ­νος: αν πέ­σεις, δε ση­κώ­νε­σαι, σε πα­τά­ει ο κό­σμος. Τέ­τοιες στιγ­μές, αν τύ­χαι­νε να πέ­σει κα­μιά α­πό τις τρεις μας, δέ­να­με τα χέ­ρια πιο σφι­χτά, φω­νά­ζο­ντας «μη, μην την πα­τή­σε­τε», και κά­ποιο χέ­ρι βρι­σκό­τα­νε να βο­η­θή­σει. Πό­σοι και πό­σοι έ­πε­σαν, α­πλώς σκο­ντά­φτο­ντας, για να μη ση­κω­θούν πο­τέ πια.
Πέ­θα­ναν πο­δο­πα­τη­μέ­νοι. Ο κό­σμος, αυ­τή την ώ­ρα, δεν έ­βλε­πε τί­πο­τα. Ή­ταν σαν τα θη­ρί­α που τρέ­χουν να σω­θούν ό­ταν αρ­πά­ξουν φω­τιά τα δά­ση. Α­πό τη μια τα κτί­ρια καί­γο­νται, α­πό την άλ­λη η θά­λασ­σα γε­μά­τη πτώ­μα­τα, πί­σω οι Τούρ­κοι με τα σπα­θιά.

Απόσπασμα από Τα τε­τρά­δια της Αν­ζέλ Κουρ­τιάν
Πλέ­θρον, Α­θή­να 1980

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΝ - Β. Αγτζίδης - Αριστερά και Mικρά Ασία

Αριστερά και Mικρά Ασία

Συγγραφέας: 
Βλάσης Αγτζίδης
Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε η οδυνηρότερη στιγμή στην ιστορία των Ελλήνων. Η εκδίωξη του χριστιανικού ελληνισμού από τις ιστορικές περιοχές της Δυτικής Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Ανατολικής Θράκης, αποτελεί ένα πρωτοφανές γεγονός. Ποτέ, στην πολυκύμαντη ιστορία τους, οι Έλληνες δεν βρέθηκαν εκτός του μικρασιατικού εδάφους. Ούτε κατά τη διάρκεια της περσικής κατάκτησης στους κλασικούς χρόνους, ούτε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής εποχής. Πλήθος μονογραφιών και άρθρων έχουν ως θέμα τη μεγάλη Καταστροφή. Στη σύγχρονη εποχή άρχισε και η απομυθοποίηση των τελευταίων “απόκρυφων” θεμάτων που σχετίζονται μ’ αυτήν. Ένα από τα θέματα αυτά είναι και η στάση της ελληνικής Αριστεράς. Ήδη, η θεματολογία που αφορά τις αιτίες της Μικρασιατικής Καταστροφής διευρύνεται. Η κατάρρευση των παραδοσιακών ιδεολογιών, μαζί με την άμβλυνση των πολιτικών εντάσεων, κάνει εφικτή την αναθεώρηση των ερμηνευτικών σχημάτων που κυριαρχούσαν για δεκαετίες.
Η περίοδος 1918-1922, όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που καθόρισαν τη μορφή της τελικής λύσης του Ανατολικού ζητήματος και της αντικατάστασης της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με εθνικά κράτη, ήταν η κρίσιμη εποχή για τη διαμόρφωση της οριστικής μορφής της ελληνικής Αριστεράς.
Γληνός, Σκληρός και Λούξεμπουργκ
Η ιδεολογία της εθνικής ολοκλήρωσης υπήρξε η κυρίαρχη ιδεολογία καθ’ όλο τον 19ο αιώνα και μέχρι το ’22. Τόσο στο ελεύθερο κράτος που είχε δημιουργηθεί στον βαλκανικό Νότο, όσο και στους υπόλοιπους Έλληνες που βρίσκονταν ακόμα υπό οθωμανική κυριαρχία (Μικρά Ασία, Ανατολική Θράκη) και υπό βρετανική (Κύπρος). Η ιδεολογία αυτή, όπως και οι απόψεις του ιταλικού γαριβαλδινού κινήματος, καθώς και η Κομμούνα του Παρισιού, επηρέασαν αποφασιστικά την Αριστερά. Η απελευθέρωση των υπόδουλων λαών από την οθωμανική απολυταρχία θεωρήθηκε προϋπόθεση για την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων. Στον αποτυχημένο πόλεμο του 1897 πολέμησαν μαζί τα μέλη της Εθνικής Εταιρείας, οι Γαριβαλδινοί, οι Αριστεροί της εποχής και οι Ιταλοί αναρχικοί. Ο σημαντικότερος Έλληνας σοσιαλιστής, ο Σταύρος Καλλέργης, συμμετείχε, μαζί με τον Μαρίνο Αντύπα, στην εθνική Κρητική Επανάσταση και εξελέγη αντιπρόσωπος της Επαναστατικής Συνέλευσης Αρκαδίου.
Το νεοτουρκικό κίνημα του 1908 αντιμετωπίστηκε από τους κορυφαίους διανοητές του ελληνικού σοσιαλισμού, όπως ο Γεώργιος Σκληρός –που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου– και ο Δημήτρης Γληνός –από τη Σμύρνη της Ιωνίας– ως ένα απειλητικό εθνικιστικό κίνημα μιας στρατιωτικής γραφειοκρατίας, η οποία απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των υπόδουλων λαών. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι και οι δύο προέρχονται από το μικρασιατικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο ανδρώθηκε συγκρουόμενο με την αυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Γ. Σκληρός, ένας από τους πρώτους Έλληνες μαρξιστές που εισάγει τη μαρξιστική μέθοδο στη μελέτη της ελληνικής κοινωνίας, είχε κατανοήσει πλήρως τη σημασία του εθνικού ζητήματος και τις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού. Αποκάλυψε επιπλέον τις αυταπάτες περί ελληνο-οθωμανικής συνενόησης που παρήγαγε ο εθνικισμός του βαλκανικού ελληνισμού και εξέφραζε ο Ίων Δραγούμης. Θεωρούσε ότι ο ιστορικός ρόλος της Ελλάδας είναι η απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων. Σε ένα σημαντικό άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο Νουμά, υποστήριζε: “…Μόνο μια γενική ένωση όλων των μη τουρκικών στοιχείων σε ένα πολιτικό συνασπισμό και μια ανάλογη πανβαλκανική συμμαχία και επιμαχία των κρατών του Αίμου, θα μπορέσει να ισοφαρίση τις δυνάμεις του μουσουλμανικού τουρκικού όγκου, και να βάλη από τη μια τις σωβινιστικές υπερβολές των Νεοτούρκων σε ομαλά όρια, και από την άλλη να υποδείξη σε μερικές μεγάλες Δυνάμεις, πώς το ζήτημα της Ανατολής είναι μονάχα ζήτημα των λαών της, που έχουν πια αρκετά χειραφετηθή, ώστε να βρουν μόνοι τους τα κατάλληλα μέσα για την περιφρούρηση των εθνικών τους δικαιωμάτων, δηλαδή αυτού του πολιτισμού ολάκερης της Ανατολής”.
Ο Δ. Γληνός γράφει με μια καταπληκτική οξυδέρκεια: “Εύρομεν ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των ως πολιτικών παραγόντων…η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών… είνε η στρατιωτική και ναυτική οργάνωσις, η σκόπιμος και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή προς δράσιν των περί την Τουρκία χριστιανικών κρατών… Η τουρκική αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική μόνον εάν γνωρίζει ότι απέναντί της έχει ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, έτοιμους να αναλάβωσι τον περί πάντων αγώνα”.
Αντίστοιχες ήταν και οι απόψεις ενός άλλου μεγάλου σοσιαλιστή, του Νίκου Γιαννιού από την Άνδρο, ο οποίος ήταν αρχισυντάκτης στη σοσιαλιστική εφημερίδα Ο Λαός που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη. Σε ένα κεντρικό άρθρο, μετά τη νεοτουρκική επανάσταση, προειδοποιούσε: “Σήμερα με το σύνταγμα το τουρκικό, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθίσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πώς κανείς δεν είναι τόσο πρόστυχος και ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον ξένο, τον αλλόφυλο”.
Οι θέσεις αυτές ήταν βαθύτατα ριζωμένες σε όσους προέρχονταν από τον μικρασιατικό χώρο. Για παράδειγμα, στα κείμενα της Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας Οδησσού, προβάλλει αβίαστα η πίστη ότι η Τραπεζούντα, η Μικρά Ασία και η Κωνσταντινούπολη αποτελούσαν αδιαμφισβήτητες ελληνικές περιοχές.
Οι απόψεις αυτές βρίσκονταν σε απόλυτη συμφωνία με τις θέσεις μιας σημαντικής επαναστάτριας της εποχής και σκληρής διεθνίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία έγραφε: “Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε τη σκέψη ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για την αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την αμέριστη συμπαράστασή μας.”
Η θέση αυτή της Λούξεμπουργκ είναι εξαιρετικά σημαντική για την κατανόηση των ευρύτερων συνθηκών, καθώς η ίδια υπήρξε σκληρή πολέμιος των εθνικών διεκδικήσεων, –όπως στην περίπτωση της πολωνορωσικής αντιπαράθεσης– όταν θεωρούσε ότι αυτές αντίκεινται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και εγκλωβίζουν το επαναστατικό κίνημα σε λάθος στόχους.
Φεντερασιόν και ΣΕΚΕ
Αντίθετες θέσεις από αυτές της Λούξεμπουργκ εισβάλλουν στο ελλαδικό σοσιαλιστικό κίνημα μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Η επαφή με το ισχυρότερο βουλγαρικό κομμουνιστικό κίνημα, που φλέρταρε με τη σλαβική εθνική ιδέα και διεκδικούσε πολιτικό χώρο από τον βουλγαρικό εθνικισμό, καθώς και με τη θεσσαλονικιώτικη Φεντερασιόν του ακραίου εβραϊκού διεθνισμού, οδηγεί σε δρόμους διαφορετικούς. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των ακτιβιστών του ελλαδικού κινήματος, ενώ από την άλλη η Φεντερασιόν ήταν η μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση του ελληνικού χώρου και διέθετε στελέχη υψηλού επιπέδου. Οι απόψεις των Σκληρού, Γληνού και Γιαννιού βαθμιαία υποσκελίζονται από θέσεις που διεκδικούν την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης, την υπεράσπιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κ.ά.
Η οργανωτική προσπάθεια –που οδήγησε στο ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας), το οποίο μετεξελίχθηκε στη συνέχεια σε ΚΚΕ– θα στηριχθεί κυρίως στη Φεντερασιόν, ενώ ο ηγέτης της, ο Αβραάμ Μπεναρόγια, θα παίξει σημαντικό ρόλο. Στη σκληρή ιδεολογική διαπάλη που θα ακολουθήσει, όσοι προσπάθησαν να συνδέσουν το κοινωνικό πρόβλημα της Ελλάδας με το ανεπίλυτο εθνικό ζήτημα θα βρεθούν εκτός του Κόμματος. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα επιτρέψει την κυριαρχία των νέων απόψεων και θα θέσει τη βάση για την πλήρη ιδεολογική, αλλά και οργανωτική, εξάρτηση του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος, ειδικά μετά την ίδρυση της Κομιντέρν, τον Μάρτιο του 1919.
Το ΣΕΚΕ θεωρούσε ότι δεν υπήρχαν εθνικά ζητήματα ούτε ανάγκη εθνικής απελευθέρωσης. Θεωρούσε ότι το επιχείρημα για την απελευθέρωση των “υπόδουλων αδελφών” ήταν μόνο για τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση του λαού από τους αστούς και την ολοκλήρωση της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους. Στις αναλύσεις του δεν υπάρχει καμιά αναφορά στους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν υπάρχουν! Το μόνο που υπάρχει είναι τα συμφέροντα “της αγγλογαλλικής κεφαλαιοκρατίας”. Ο μικρασιατικός και ο θρακικός χώρος αντιμετωπίζονται σαν ένας ξένος και απόμακρος χώρος, όπου οι Έλληνες της Ελλάδας (οι μόνοι που υπάρχουν στον κόσμο αυτό) αποστέλλονται για να υπερασπίσουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα! Στα έγγραφα του ΣΕΚΕ που δημοσιεύτηκαν στο πεντάτομο έργο Το ΚΚΕ. Επίσημα κείμενα, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά για ύπαρξη ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη. Μόνο μετά την καταστροφή και την έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα θα αρχίσουν να εμφανίζονται αναφορές στους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.
Με αυτή την ιδεολογική προσέγγιση, το ΣΕΚΕ αντιτάχθηκε πλήρως στη μικρασιατική εκστρατεία, υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυνική φιλοτουρκική εξωτερική πολιτική της τότε νεαρής Σοβιετικής Ένωσης μετατράπηκε σε ιερό και απόλυτο δόγμα. Η ενίσχυση του εθνικιστικού κεμαλικού κινήματος έγινε υποχρέωση και για το ελλαδικό ΣΕΚΕ. Η συμμαχία με τον κεμαλισμό αποτελεί μια από τις πλέον μελανές σελίδες στην ιστορία του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος. Σημειωτέον, παρότι το ΣΕΚΕ και η Κομμουνιστική Διεθνής συνεργάστηκαν απόλυτα με τον κεμαλισμό, δεν είχαν ξεκάθαρη άποψη για τη φυσιογνωμία του. Ο Άγις Στίνας γράφει: “Το κίνημα του Κεμάλ είχε δημιουργήσει πολύ ενοχλητικούς πονοκεφάλους στους θεωρητικούς της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Δεν έμπαινε σε κανένα από τα γνωστά, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, καλούπια των ιστορικών κινημάτων. Εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μόνο του δε λέει τίποτα. Δεν είναι αυτός ταξικός ορισμός… Πρόκειται στο βάθος για αστικοδημοκρατική επανάσταση; Αλλά όλες τις επιχειρήσεις στην Τουρκία τότε τις είχαν Έλληνες, Αρμένηδες και Εβραίοι. Αυτοί ήταν η αστική τάξη. Αλλά αυτή την αστική τάξη ο Κεμάλ την περνούσε δια πυρός και σιδήρου. Με το νικηφόρο τέρμα του κινήματός του ούτε ίχνος από αυτούς δεν θα έμενε στο έδαφος της Τουρκίας… Δηλαδή δεν υπήρχε Τούρκικη αστική τάξη. Τότε τι είναι αυτό το κίνημα; ‘Ιδιοτροπία της ιστορίας; Κακό παιχνίδι της διαλεκτικής;’ Στο τέλος, αφού το κίνημα δεν έμπαινε σε κανένα από τα γνωστά καλούπια, ο φάκελος ‘Κεμαλικό Κίνημα’ μπήκε στο αρχείο”.
Στο μέτωπο
Η αντιπολεμική εκστρατεία του ΣΕΚΕ άρχισε με τη δημοσίευση σκληρών άρθρων κατά του πολέμου στην εφημερίδα Η φωνή του εργάτη. Είχε προηγηθεί έκκληση της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, η οποία βρισκόταν υπό βουλγαρικό έλεγχο, προς τους κομμουνιστές στρατιώτες να αντισταθούν στην εκστρατεία. Σταθμό στην αντιπολεμική στρατηγική αποτελεί η εκλογική συμμαχία με την, επίσης αντιπολεμική, αντιβενιζελική βασιλική παράταξη. Τα συνθήματα ήταν: “Οίκαδε”, “επιστροφή από το μέτωπο”, “αποχώρηση του στρατού από τη Μικρά Ασία”. Αποκαλυπτικό σύνθημα της εποχής για την παράδοξη βασιλοκομμουνιστική συμμαχία υπήρξε το: “σφυρί δρεπάνι/ ελιά στεφάνι”.
Η νίκη του αντιπολεμικού μετώπου στις εκλογές του Νοεμβρίου του ’20 καθόρισε ουσιαστικά τις εξελίξεις στο μικρασιατικό μέτωπο. Η συνέχιση της εκστρατείας από τη νέα κυβέρνηση προκάλεσε τα αντιπολεμικά αντανακλαστικά του ΣΕΚΕ. Την πρωτομαγιά του 1921 οργανώνει στη Θεσσαλονίκη μεγάλες διαδηλώσεις στις οποίες επικρατούν τα συνθήματα: “Κάτω ο πόλεμος” και “Συναδέλφωση των λαών πάνω από σύνορα και πατρίδες”. Γίνονται συγκρούσεις με τη χωροφυλακή στο Κουλέ Καφέ, στο Τσινάρ και στις εβραϊκές συνοικίες. Το σπουδαιότερο όμως γεγονός που προκλήθηκε είναι η άρνηση ενός συντάγματος στρατού να επιβιβαστεί στα πλοία για τη Μικρά Ασία.
Η αντιπολεμική δράση επεκτάθηκε και στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Τον Μάιο του 1921 ιδρύθηκε από το Κόμμα μια ειδική τριμελής Κεντρική Επιτροπή των Κομμουνιστών Στρατιωτών του Μετώπου, με σκοπό τον συντονισμό των αντιπολεμικών ενεργειών. Σε όλες σχεδόν τις μονάδες δημιουργούνται κομμουνιστικοί πυρήνες. Υπεύθυνος της κομμουνιστικής οργάνωσης στο μέτωπο είναι ο Παντελής Πουλιόπουλος. Ο Άγις Στίνας αναφέρει ότι η “δουλειά” δεν οργανώθηκε από το Κόμμα, αλλά από τη δική τους “φράξια”, η οποία θα οδηγήσει αργότερα σε αρχειομαρξιστικά και ντεφετιστικά (άρνησης πολέμου) κινήματα. Ο ρόλος των πυρήνων στο μέτωπο ήταν να υπονομεύσουν την πολεμική προσπάθεια, να επιταχύνουν την “ήττα των ιμπεριαλιστών”, δηλαδή τη νίκη του κεμαλικού στρατού επί των Ελλήνων και να διαδώσουν τις ιδέες για μια κομμουνιστική επανάσταση.
Το κλειδί για κατανόηση της στάσης του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος υπήρξε η στάση των μπολσεβίκων και της Μόσχας. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό σε μια προκήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής των Κομμουνιστών Στρατιωτών: “Δεν μπορείτε να έχετε εσείς πατρίδα ούτε ιδανικά. Τα ιδανικά σας και η πατρίδα σας είναι κλεισμένα μέσα στο σιχαμερό συμφεροντολογικό σας εγώ που την κτηνώδη απληστία του χορταίνει η θυσία του ανθρώπινου αίματος. Η πατρίδα αυτή που την περιτριγυρίζετε μ’ ένα γελοίο πλασματικό φωτοστέφανο είναι η δική μας η Πατρίδα. Και αληθινοί πατριώτες είμαστε εμείς. Όχι γιατί σκοτωθήκαμε και σκοτώσαμε άλλους ανθρώπους και ματώσαμε και ταλαιπωρηθήκαμε για τα συμφέροντά σας κάτω από την πίεση της βίας σας, αλλά γιατί το κήρυγμα της μεγάλης αλήθειας που ‘ρχεται βροντόφωνο από κει πάνω (σ.τ.σ. τη σοβιετική Ρωσία) μας σφυρηλάτησε την καρδιά μας με τη θέληση της αγαπημένης πατρίδας μας, αναγεννημένης και ευτυχισμένης, με τη δύναμη την ακαταμάχητη που χρειάζεται στους μεγάλους απολυτρωτικούς αγώνες…”
Οι επιπτώσεις της πολιτικής του ΣΕΚΕ
Ο Αβραάμ Μπεναρόγια περιέγραψε ως εξής την οργάνωση των κομμουνιστικών αντιπολεμικών πυρήνων στο μέτωπο: “Μια ευρεία αντιπολεμική προπαγάνδα εις το μέτωπον και τα μετόπισθεν αναπτύσσεται. Οργανώνονται ενιαχού στρατιωτικοί κύκλοι προς μελέτη και συζήτηση. Ένα κόμμα αντιπολεμικό δημιουργείται στο μέτωπο”.
Οι πυρήνες, που οργανώνονται στις μονάδες, καταφέρνουν να έχουν καλή λειτουργία και να εκδίδουν ακόμα και εφημερίδες. Το σύνθημα “Στα σπίτια μας” αρχίζει να επικρατεί στο μέτωπο. Οι Κομμουνιστικοί Πυρήνες παίρνουν υπό τον έλεγχό τους το μεγαλύτερο μέρος των σιδηροδρόμων του μετώπου, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των λιποτακτών. Ο Δ. Λιβιεράτος στο βιβλίο του Το ελληνικό εργατικό κίνημα 1918-1923 γράφει: “Μέσα σε λίγες εβδομάδες ολόκληρο το Μέτωπο καταρρέει, όχι τόσο από τα χτυπήματα του αντιπάλου, όσο γιατί οι Έλληνες στρατιώτες βαρέθηκαν να πολεμάνε και γυρίζουν στα σπίτια τους. Κάνουν ‘απεργία πολέμου’ κατά μια έκφραση της εποχής.” Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Αβραάμ Μπεναρόγια στη βιογραφία του: “Η απεργία του στρατού στο μέτωπο έλυσε τη μικρασιατική τραγωδία”.
Ο σοβιετικός καθηγητής Α. Νόβιτσεφ, στο βιβλίο του Turtsia: Kratkayia Istoria (σελ.161), γράφει: “Χάρη στην εκτεταμένη προπαγάνδα του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που συνεργάστηκε με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας …100.000 φυγόστρατοι ή λιποτάκτες απέφυγαν τον ελληνικό στρατό… Ομάδες των κομμουνιστών παλαιμάχων της Μικράς Ασίας καυχώνταν ότι είχαν παίξει ‘οργανικό’ ρόλο διαδίδοντας τη σύγχυση και τον πανικό ανάμεσα στις ελληνικές μονάδες, τις κρίσιμες μέρες του Αυγούστου του 1922, όταν ο τουρκικός στρατός διέσπασε τις ελληνικές γραμμές… Αν και η αποτελεσματικότητα των κομμουνιστών πρακτόρων την κρίσιμη στιγμή δεν πρέπει να υπερτιμηθεί, συνέβαλαν στην περαιτέρω διάσπαση του μετώπου όταν η τουρκική επίθεση έφτασε στο αποκορύφωμά της”.
Αντίστοιχη άποψη για τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των Πυρήνων εκφράζει και ο Νίκος Ψυρρούκης, ο οποίος υποστηρίζει ότι η πολιτική επιρροή των κομμουνιστών ηγετών δεν ήταν τόσο αποφασιστική ώστε να καθορίσει τις εξελίξεις.
Πάντως, αρκετά χρόνια μετά, ο ηγέτης του ΚΚΕ, Ν. Ζαχαριάδης, σε άρθρο του στην εφημερίδα Ριζοσπάστης θα γράψει: “Η Μικρασιατική Εκστρατεία δεν χτυπούσε μόνο τη νέα Τουρκία, μα στρεφότανε και ενάντια στα ζωτικότατα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό και μεις, όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρά Ασία μα και την επιδιώξαμε.”
Το απόσπασμα αυτό, από άρθρο που γράφτηκε στις 12 Ιουλίου 1935, είναι άκρως αποκαλυπτικό μιας απίστευτης αλλοτρίωσης και μιας τερατώδους ιδεολογικής κατασκευής. Γιατί, ενώ στην περίπτωση των Σλαβομακεδόνων –ακόμα και όταν το 1929 ήταν μικρή μειοψηφία στον ελληνομακεδονικό χώρο– η θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν “ανεξάρτητη Μακεδονία”, στην περίπτωση του μικρασιατικού ελληνισμού η στάση ήταν ακριβώς αντίθετη. Παρόλο που η ίδια η Σοβιετική Ένωση την άνοιξη του 1922 –μετά τις συμφωνίες που είχε υπογράψει με το Λονδίνο η κεμαλική κυβέρνηση– αναγνώρισε την ύπαρξη μικρασιατικού προβλήματος και ζήτησε να μεσολαβήσει για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας με τη δημιουργία μιας αυτόνομης ζώνης.
Η στάση των μπολσεβίκων
Η Οκτωβριανή Επανάσταση και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των μπολσεβίκων, δηλαδή της νέας τάξης πραγμάτων, καθόρισαν τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Εκτός από την ανατροπή των παραδοσιακών πολιτικών συσχετισμών των μεγάλων δυνάμεων, σημαντική επίπτωση είχαν τα ίδια τα συμφέροντα των μπολσεβίκων. Η προσπάθεια εξευμενισμού των πολυάριθμων μουσουλμανικών και τουρκογενών πληθυσμών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και η συμμαχία με το ισχυρό παντουρκιστικό κίνημα της Κεντρικής Ασίας κατά των αντιμπολσεβικικών δυνάμεων όρισαν τις αρχικές κατευθύνσεις εξωτερικής πολιτικής: “Η Κωνσταντινούπολη πρέπει να μείνει στα χέρια των Τούρκων” και “Η συμφωνία για τη διανομή της Τουρκίας (σ.τ.σ. η μυστική αγγλορωσική συνθήκη του 1915) και την προσάρτηση της Αρμενίας σκίστηκε και ακυρώθηκε”.
Στις 13 Ιανουαρίου του 1918 διατυπώνεται στην εφημερίδα Πράβδα το νέο “δόγμα ακεραιότητας της Τουρκίας”. Οι μπολσεβίκοι τήρησαν με απόλυτη συνέπεια τη γραμμή αυτή όλα τα επόμενα χρόνια. Κατ’ αρχάς, με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ το Μάρτιο του 1918, παραδίδουν στην Τουρκία τον Ανατολικό Πόντο και τις περιοχές Καρς και Αρνταχάν του Καυκάσου. Παράλληλα, παραχώρησαν στους Γερμανούς όλη σχεδόν την Ουκρανία. Μόνον η νίκη της Αντάντ επιτρέπει στους Σοβιετικούς να επανακτήσουν και πάλι τις δυτικές περιοχές της εκπεσούσης Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Παράλληλα, αντιδρούν στις προσπάθειες απελευθέρωσης των υπόδουλων εθνών και την αντικατάσταση της νεοτουρκικής εθνικιστικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με εθνικά κράτη. Παρότι σε σοβιετικά κείμενα αναγνωριζόταν ότι το κέντρο του τουρκικού έθνους βρισκόταν στις εσωτερικές περιοχές της Ανατολίας, εν τούτοις, για λόγους εξωτερικής πολιτικής, υποστηρίζουν τον πλήρη μετασχηματισμό ολόκληρου του χώρου σε εθνικό τουρκικό κράτος. Στη σοβιετική Παγκόσμια Ιστορία αναγράφεται: “Πριν ακόμα υπογραφεί το σύμφωνο της Μόσχας (σ.τ.σ. Απρίλιος 1920), η σοβιετική κυβέρνηση είχε αρχίσει να βοηθά τον τουρκικό λαό. Αργότερα η βοήθεια αυξήθηκε και πλάτυνε, παρόλο που η ίδια η Σοβιετική χώρα δοκίμαζε τεράστιες στερήσεις. Η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε δωρεάν στον τουρκικό λαό πάνω από 10 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια, σημαντικές ποσότητες από όπλα, πυρομαχικά κ.ά. Η ανιδιοτελής σοβιετική ενίσχυση βοήθησε την Τουρκία να συγκεντρώσει δυνάμεις, να οργανώσει τακτικό στρατό και να ανακόψει την επίθεση των Άγγλων και Ελλήνων εισβολέων.”
Σοβιετικοί ιστορικοί αναφέρουν στην Παγκόσμια Ιστορία ότι με τη σοβιετοτουρκική συνθήκη φιλίας την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας: “…ο τουρκικός λαός είδε ότι δεν ήταν μόνος του στον αγώνα του και πως μπορούσε να λογαριάζει στη φιλία και στη βοήθεια του σοσιαλιστικού κράτους”. Ο ίδιος ο Β. Ι. Λένιν γράφει: “Η λεηλασία, στην οποία οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις καταδίκασαν την Τουρκία, προκάλεσε μια τέτοια αντίδραση που ανάγκασε τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη να μαζέψουν τα χέρια τους”. Χαρακτηριστικές είναι οι οδηγίες που δίνει ο Λένιν στον πρώτο σοβιετικό πρέσβη που αποστέλεται στη Άγκυρα: “Ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά δεν είναι σοσιαλιστής. Πάντως φαίνεται ότι είναι υπέροχος οργανωτής, έξυπνος, ηγήθηκε της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και τα έβαλε με τους ιμπεριαλιστές επιδρομείς… Είναι ανάγκη να βοηθηθεί. Και αυτό είναι σημαντική δουλειά προς τους Τούρκους εργάτες και αγρότες. Να ποιο είναι το νόημα της δουλειάς σας: Να σέβεστε την τουρκική κυβέρνηση, τον τουρκικό λαό, να μην είστε υπεροπτικός και προπάντων να μην αναμειγνύεστε στις εσωτερικές υποθέσεις.”
Όμως λίγο αργότερα, ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά, αυτός ό “υπέροχος οργανωτής” σύμφωνα με τον Λένιν, ήταν τόσο “έξυπνος” ώστε να επιχειρήσει να προσεγγίσει τους Δυτικούς και να εκφράσει τα συμφέροντά τους στον χώρο της Εγγύς Ανατολής, κάτι που απέτυχε να το κάνει η Ελλάδα λόγω των εσωτερικών της αντιδικιών.
Έτσι, ένα χρόνο περίπου μετά από την υπογραφή της σοβιετοτουρκικής συνθήκης φιλίας, στη 18η συνεδρίαση του 4ου Συνεδρίου της, η Κομμουνιστική Διεθνής θα καταγγείλει την κεμαλική κυβέρνηση: “Μετά τις συνθήκες του Λονδίνου, η κυβέρνηση της Άγκυρας είναι κυβέρνηση προδοτική”.
Ήταν όμως πολύ αργά για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και για τους άλλους λαούς. Η κεμαλική κυβέρνηση, που είχε ισχυροποιηθεί με τα σοβιετικά μέσα, ακολούθησε το δικό της δρόμο. Η πολιτική αδυναμία της Ελλάδας, που προκλήθηκε από τον Διχασμό, επέτρεψε στον κεμαλικό στρατό να νικήσει τον πολυαριθμότερο και καλύτερα εξοπλισμένο ελληνικό και να επιβάλει τη σιωπή του τάφου σε όλη τη μικρασιατική χερσόνησο.
Τα ιδεολογήματα                                                                                       
Μετά το τέλος του πολέμου και την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των πληθυσμών, η Αριστερά συγκροτεί και προπαγανδίζει συστηματικά ένα πλήρες σύστημα ερμηνείας των γεγονότων που προηγήθηκαν. Σύμφωνα μ’ αυτό:
– Η Ελλάδα, ως όργανο του δυτικού ιμπεριαλισμού, ευθύνεται για την επίθεση κατά της Τουρκίας.
– Η Ελλάδα κατέλαβε εδάφη της Τουρκίας.
- Το κεμαλικό κίνημα υπήρξε προοδευτικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.
– Ο τουρκικός λαός αντέδρασε στην ελληνική κατοχή του εδάφους του με έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο.
Το συγκεκριμένο σύστημα ερμηνείας αγνοεί πλήρως τα εξής δεδομένα:
  • – Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ηττήθηκε η φεουδαρχική πολυεθνική μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία.
  • – Φυσιολογική εξέλιξη της κατάρρευσης της Αυτοκρατορίας ήταν η αντικατάστασή της από εθνικά κράτη.
  • – Την περίοδο 1919-1922 δεν υπήρχε τουρκικό κράτος, το οποίο ιδρύθηκε το 1923.
  • – Η επίσημη τουρκική ιδεολογία δεν θεωρεί το εθνικό τουρκικό κράτος, τη σύγχρονη Τουρκία, ως συνέχεια της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  • – Το κεμαλικό κίνημα δεν εξέφρασε την ανύπαρκτη τουρκική αστική τάξη, αλλά τα στρατιωτικά στρώματα τα οποία οικειοποιήθηκαν τα εδάφη και τον πλούτο των χριστανικών ομάδων που υπέστησαν τη γενοκτονία.
  • – Η κυριαρχία των Τούρκων εθνικιστών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το πραξικόπημα του 1908 είχε διαταράξει τις παραδοσιακές ισορροπίες των κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων.
  • – Από τον Οκτώβριο του 1911 η τουρκική κυβέρνηση, που συγκρότησε η εθνικιστική οργάνωση “Ένωση και Πρόοδος”, είχε αποφασίσει σε επίσημο συνέδριο την αφομοίωση ή την εξόντωση των χριστιανών της Αυτοκρατορίας από εξοπλισμένες μουσουλμανικές παρακρατικές ομάδες.
  • – Με αφορμή την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η συστηματική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων κ.ά.) με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.
  • – Η αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάϊο του 1919 ήταν συνέχεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της αναπόφευκτης διευθέτησης των μεταπολεμικών γεωπολιτικών ισορροπιών, κατά συνέπεια ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν προκλήθηκε από την Ελλάδα.
  • – Οι Έλληνες αποτελούσαν σημαντικές πολυάνθρωπες κοινότητες και όχι απλά μειονότητες σε συγκεκριμένα σημεία του οθωμανικού εδάφους, όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη με την Ανατολική Θράκη και ο Πόντος στον μικρασιατικό βορρά.
  • – Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν δικές τους αυτόνομες πολιτικές εκφράσεις (Μικρασιατική Άμυνα στην Ιωνία και Εθνοσυνέλευση του Πόντου στον Βορρά), μέσω των οποίων διεκδικούσαν τη χειραφέτηση από την οθωμανική απολυταρχία και το νεοτουρκικό εθνικισμό.
  • – Μετά το τέλος του πολέμου, με δεδομένο την πραγματοποίηση γενοκτονίας την περίοδο 1914-1918, δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να νιώσουν ασφαλείς οι Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής σ’ ένα τουρκικό εθνικό κράτος ως μειονότητες.
  • – Η Ελλάδα, ως ελεύθερο κράτος των Ελλήνων, δεν μπορούσε να αδιαφορεί για την πολιτική μοίρα των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολής, τη στιγμή που ο γεωπολιτικός χάρτης βρισκόταν υπό διαμόρφωση.

Η αλλοτρίωση
Η προσέγγιση αυτή καθόρισε όλες τις γενιές των Ελλήνων Αριστερών, με αποτέλεσμα την παραμόρφωση της εικόνας που έχουν για την πρόσφατη ιστορία και τον περιβάλλοντα κόσμο. Η ελλειπτική συνείδηση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ελληνισμό διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τα ιδεολογήματα αυτά, καθώς και τις αποσιωπήσεις που διαχύθηκαν σ’ ολόκληρη τη νεοελληνική κοινωνία. Επίσης, μεγάλο μέρος της νεοελληνικής ιστοριογραφίας επηρεάστηκε απολύτως.
Μέχρι σήμερα, οι ιδεολογικοί απόγονοι του ΣΕΚΕ αναπαράγουν την οπτική αυτή. Κάποιοι Ελλαδίτες κομμουνιστές ερευνητές προβάλλουν την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία (βλ. Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή), άλλοι, πιο εκσυγχρονισμένοι, επιλέγουν να αποσιωπούν πλήρως την παράμετρο “Ελλήνες της Ανατολής”, τη σημασία της Μικρασιατικής Καταστροφής, να περιφρονούν τις απόψεις αλλά και τη σύγχρονη παρουσία των προσφύγων και των απογόνων, εκφράζοντας με τον πιο έντονο τρόπο την Ιστορία μόνο σχετικά με το κράτος της Ελλάδας, εμπεδώνοντας έτσι πλήρως της ελλειπτική εικόνα του πρόσφατου παρελθόντος στον Έλληνα πολίτη (βλ. Ιστορία της Ελλάδας στον 20ό, δίτομο, εκδ. Βιβλιόραμα). Τραγικότερη όμως επιβίωση της παραδοσιακής αντιμικρασιατικής στάσης υπήρξε η αρνητική πολιτική παρέμβαση κύκλων του Συνασπισμού και της Αυγής, των “εκσυγχρονιστών” του Μπίστη, του Ελεφάντη και άλλων, μαζί με ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, όταν η κοινωνία των Μικρασιατών στην Ελλάδα διεκδίκησε την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστη από τον τουρκικό εθνικισμό.
* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας