Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Η αποτυχημένη επίθεση του ΔΣΕ στη Φλώρινα: 11/2/1949


Η αποτυχημένη επίθεση του ΔΣΕ στη Φλώρινα: 11.02.1949

Του Αθανάσιου Καλλανιώτη
Περιοδικό Παρέμβαση 153 (Καλοκαίρι 2010) 65 -9
blogs.sch.gr

Η επίθεση των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας την 12η Φεβρουαρίου 1949 για την κατάληψη της πόλης Φλώρινας δείχνει ανάγλυφα όλη την παθογένεια του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, στόχος του οποίου ήταν από το φθινόπωρο του 1946 η ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας.

Ο εξωτερικός Παράγοντας.
Η σύλληψη τη ιδέας ανήκει στον ηγέτη των κομουνιστών ανταρτών Νίκο Ζαχαριάδη, ο οποίος είχε προσέλθει στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ στα τέλη Ιανουαρίου 1949 μετά από επίσκεψή του στο εξωτερικό. Παρουσία απεσταλμένου της Κομινφόρμ κι ενός Αλβανού αντιπροσώπου συνήλθε τότε στον ερειπωμένο οικισμό Φούσια του Γράμμου (μάλλον στην Αλβανία) η 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ.
Η απόφασή της για την «πλήρη εθνική αποκατάσταση» των Σλαβομακεδόνων δήλωνε την (καθαρή πια) πλεύση του ΚΚΕ στο πλευρό της κομουνιστικής ορθοδοξίας, ορθοδοξία που διαμαχόταν την αιρετική Γιουγκοσλαβία, χώρα στην οποία κατέφευγαν λαθραίως σλαβόφωνοι μαχητές του ΔΣΕ για να αποφύγουν τα δεινά του πολέμου. Για να σταματήσει η διαρροή...
τοποθετήθηκαν τότε σε ανώτατες θέσεις της Κυβέρνησης των Ανταρτών και του Πολεμικού τους Συμβουλίου Σλαβομακεδόνες της οργάνωσης ΝΟΦ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο).

Οι εσωτερικές αναγκαιότητες
Στη Φούσια επίσης ανασχηματίστηκε η ΚΕ του ΚΚΕ, η στρατιωτική ιεραρχία του ΔΣΕ με την (τυπική) απομάκρυνση του αρχηγού Μάρκου Βαφειάδη και η πολιτική εξουσία των ανταρτών, η «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση». Ως μόνιμη έδρα των ως τότε ανά τα δάση και τα όρη περιφερόμενων αρχηγών τους και μελλοντική πρωτεύουσα της ανεξάρτητης Μακεδονίας επιλέχτηκε η Φλώρινα, πόλη οικοδομημένη ολίγα μόνον χιλιόμετρα από την οροθετική γραμμή του κράτους των ανταρτών. Με την κατάληψή της ακόμη θα λυνόταν το φλέγον πρόβλημα του ΔΣΕ, η λειψανδρία. Οπλισμό, τρόφιμα και πολεμοφόδια διέθεταν άφθονα οι αντάρτες σε αποθήκες εντός κι εκτός της χώρας, σταλμένα από τους βόρειους γείτονες.

Τα πρόσωπα.
Στο προσφάτως αναβαθμισθέν ανώτατο στέλεχος του ΚΚΕ κι αντιστράτηγο του ΔΣΕ Γούσια, κατά κόσμον Γεώργιο Βοντίτσο, υποδηματοποιό στον πρότερο βίο του, έτυχε η ιστορική τιμή. Με αρωγό τον επίσης ορισθέντα ομοϊδεάτη κι ομοιόβαθμό του Δημήτριο Βλατά, Βλαντά κατά το παρωνύμιο, άρτι χρισθέντα υπουργό των Στρατιωτικών, ανέλαβε την οικοδόμηση της επίθεσης. Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί αν το μήνυμα ανακωχής που είχε σταλεί στην Ελληνική Κυβέρνηση από τους αντάρτες μερικές ημέρες νωρίτερα ήταν μέρος σχεδίου προς αποκοίμισιν του αντιπάλου.
Οι επιλεγείσες δυνάμεις του ΔΣΕ διοικούνταν από παλαιούς Ελασίτες, γνώστες καταδρομών κι ενεδρών, αλλά αρχαρίων όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε σε μεγάλες επιχειρήσεις όπου η επικοινωνία και η συνεργασία με άλλα τμήματα όπως π.χ. το Πυροβολικό βάρυναν μάλλον περισσότερο από την προσωπική ανδρεία. Από την τελευταία διέθεταν βέβαια αρκετή οι κατώτεροι αξιωματικοί των ανταρτών, λοχαγοί, διμοιρίτες κι ομαδάρχες, που ελάχιστα μόνον έτη νωρίτερα είχαν αποχαιρετήσει την εφηβεία.
Έφηβοι ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία και οι μάχιμοι αντάρτες, στις τάξεις των οποίων συμπεριλαμβάνονταν άφθονα επιστρατευμένα κορίτσια, παραλαμβανόμενα το βράδυ από άλλες περιοχές όπως η Νάουσα την ημέρα από το έδαφος που ήλεγχε σταθερά ο ΔΣΕ. Οι ηλικιωμένοι (έμπειροι κι εθελοντές) αντάρτες είχαν φονευθεί σε προηγούμενες κρούσεις, προαχθεί σε επιτελικές θέσεις ή αποτραβηχτεί προς σωτηρίαν στα μετόπισθεν. Αν συνυπολογιστούν οι βοηθητικοί σχηματισμοί που έλαβαν μέρος στη μεγάλη επίθεση, λ.χ. οι τραυματιοφορείς, η γλώσσα που ίσως υπερτερούσε στις ιδιωτικές συζητήσεις ήταν η σλαβομακεδονική.

Η σχεδίαση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο ΔΣΕ επιχειρούσε εναντίον της Φλώρινας. Την 27η Μαΐου του 1947 οι αντάρτες κατάφεραν να διεισδύσουν στην πόλη, να πυρπολήσουν οικίες και να φονεύσουν άνδρες και γυναίκες προσφυγικής καταγωγής, τους περισσότερους δια εγχειριδίων. Με συμμετοχή σοβαροτέρων δυνάμεων, 4 ταξιαρχιών, εκπονήθηκε εκτενές σχέδιο στα τέλη του  Αυγούστου του 1948, αλλά μάλλον η επιχείρηση παρέμεινε μόνο στα χαρτιά. Την 15η Ιανουαρίου 1949 επιτέθηκαν οι αντάρτες πάλι κατά της Φλώρινας, προφανώς αναγνωριστικά. Αν και η κατάληψη της πόλης έως τότε δεν πραγματοποιήθηκε, στελέχη και μαχητές είχαν αποκτήσει μιαν εμπειρία πρόσβασης και κρούσης εναντίον κατοικημένων τόπων. Περισσότερο μάλλον εκγυμνάστηκαν οι πυροβολητές και οι Πολιτικοί Επίτροποι του ΔΣΕ, οι πρώτοι βομβαρδίζοντας συχνότατα εκ του μακρόθεν την πόλη, οι δεύτεροι ναρκοθετώντας οδούς και μονοπάτια, ακόμη και το αεροδρόμιο, πλήττοντας ασπλάγχνως τον άμαχο κυρίως πληθυσμό.
Η τρίτη και τελευταία επιχείρηση εναντίον της Φλώρινας ολίγο μόνον δύναται να συγκριθεί με τις προηγούμενες, διότι ο όγκος των ανταρτικών δυνάμεων ήταν πρωτοφανής και η σχεδίασή της πολυήμερη. Με υψηλό ηθικό έπειτα από τις πρόσφατες επιτυχημένες καταλήψεις της Νάουσας, της Καρδίτσας και του Καρπενησίου από τους αντάρτες, με ενθουσιασμό από την πρόσφατη αναβάθμισή τους, αλλά και με την πίεση εύρεσης έδρας για την ΠΔΚ  οι ηγέτες του εγχειρήματος εργάζονταν νυχθημερόν μαζί με τους επιτελείς των όπως επίσης και τους τοπικούς Πολιτικούς Επιτρόπους πόλης και υπαίθρου που γνώριζαν άριστα το περίγυρο έδαφος.
Το τελικό σχέδιο ομοίαζε όμως με το ήδη υπάρχον του Αυγούστου του 1948: η κυρίευσις της πόλεως θα έβαινε παράλληλα με την κατάληψη των ύπερθέν της υψωμάτων. Οι πιο σημαντικές του διαφορές ήταν α) επικροτήθηκε η διείσδυση μίας ενισχυμένης ταξιαρχίας, της 14ης, μέσα στην πόλη από τα δυτικά. Με αφετηρία το χωριό Πισοδέρι θα κατηφόριζε στην πόλη μέσω της χαράδρας του ρέματος Σακουλέβα β) ειδικό συνεργείο θα συνήγαγε όλους τους «προδότες» της πόλης και θα τους μετέφερε στο βουνό, προς ομηρείαν μάλλον ή θανάτωσιν. 124 άνδρες και γυναίκες θεωρούνταν «αντιδραστικοί» στη Φλώρινα το 1947 με πλειοψηφούντες τους «Βλάχους» και τους «Έλληνες».

Η μάχη.
Έχοντας αναλύσει εκτενώς το πλάνο της επίθεσης και προπονηθεί σε ασκήσεις μάχης με πραγματικά πυρά, διαθέτοντας πλούσιο εφοδιασμό κι αυξημένο ηθικό κατόπιν ενθέρμων ομιλιών οι αντάρτες καταστάθμευσαν στο δάσος του Πισοδερίου. Η καθυστερημένη όμως άφιξη της 11ης μεραρχίας των λόγω των καιρικών συνθηκών και του μεγάλου αριθμού της επέφερε την αναβολή της επίθεσης επί μίαν ημέρα, γεγονός άγνωστο στα ανταρτικά τμήματα που εστάλησαν να αποκρούσουν την άφιξη στρατιωτικών ενισχύσεων στη διάβαση του Κλειδίου ώστε να απομονωθεί το οροπέδιο της Φλώρινας.
Προσελήφθη λοιπόν ορθά από τους υπερασπιστές της πόλης η κρούση των ανταρτών στο Κλειδί την 10η Φεβρουαρίου 1949 ως προπομπός σοβαρής επίθεσης. Προστέθηκε αύτη φυσικά στις εκ των προτέρων ληφθείσες πληροφορίες για πύκνωση των ανταρτικών δυνάμεων στα υψώματα γύρω από τη Φλώρινα. Η μεραρχία του Στρατού που έδραζε στην πόλη, οι μονάδες των ΛΟΚ, η Χωροφυλακή και οι οπλισμένοι πολίτες ανέμεναν έτοιμοι. Ελάχιστους λοιπόν εξέπληξε η συνεχής προσέγγιση ανταρτών τη νύκτα της 11ης Φεβρουαρίου του 1949 στα κράσπεδα της πόλης. Ο αιφνιδιασμός είχε χαθεί.
Η μάχη άρχισε στις 3:30΄ το πρωί. Ο ΔΣΕ κατέλαβε τα δεσπόζοντα υψώματα Σολίτσετο και Γκιούπκα, όχι όμως το απαραίτητο 1033. Με πεισματώδεις αντεπιθέσεις ο Στρατός έφερνε συνεχώς σοβαρά προσκόμματα στους αντάρτες. Η ζυγαριά της νίκης στο υψόμετρο δεν αποφάσιζε πού να γείρει μέχρι να ξημερώσει.
Αντιθέτως τα τμήματα που επρόκειτο να διεισδύσουν στην πόλη συνάντησαν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Η 18η ταξιαρχία των ανταρτών που ενεργούσε από το ΒΑ μέρος της Φλώρινας καθηλώθηκε εξ αιτίας πυκνών πυρών, ενώ η 14ηαντίστοιχη, η οποία προσερχόταν από τα δυτικά (από τα Άλωνα) εβλήθη σε επισημασμένο πέρασμα από το στρατιωτικό Πυροβολικό. Έχοντας βαριές απώλειες με πρώτο νεκρό τον αρχηγό της Ελευθέριο Λαζαρίδη ή Λευτεριά η συνοχή της διασπάστηκε ανεπιστρεπτί κι ο ρωμαλέος κριός της, οι προπορευόμενοι σχηματισμοί των σαμποτέρ, παγιδεύτηκε με αποτέλεσμα να υποχωρήσει δρομαίως εγκαταλείποντας το πεδίο πριν φωτίσει η χαραυγή.
Αν και είχαν προβλεφθεί και δοθεί ασύρματοι, η επικοινωνία μεταξύ των ανταρτικών τμημάτων κι αυτών με το επιτελείο ήταν ελάχιστη έως μηδαμινή, λόγω απειρίας ή απειθαρχίας των ηγητόρων. Έκγονον της ελλιπούς εποπτείας ήταν και η αποφυγή χρησιμοποιήσεως της εφεδρείας, η οποία αποτελούνταν από τη Σχολή Αξιωματικών του ΔΣΕ, το άνθος των μαχίμων ανταρτών. Προβληματική επίσης αποδείχτηκε η συνεργασία μεταξύ Πεζικού και Πυροβολικού του ΔΣΕ, όχι μόνον επειδή στην τελευταία μονάδα υπηρετούσαν αρκετά επιστρατευμένα κορίτσια, αλλά και διότι έλειπε η τεχνική κατάρτιση. Ικανοί σε αυτού του είδους τον πόλεμο αξιωματικοί σπάνιζαν στο ΔΣΕ, παραγκωνισμένοι από πιστούς αλλά ατέχνους ή απλώς εξοντωμένοι εκ των έσω.
Ο φανατισμός και η αυτοθυσία των νεαρών ανταρτών δεν έφθανε για να καταβληθούν τα ισχυρά πολυβολεία της Φλώρινας και οι προσεκτικά μελετημένες αντιστασιακές της εστίες. Ακόμη είχαν υποτιμηθεί από τους αντάρτες οι στρατιώτες, το σύνολο των οποίων είχε αποκτήσει πλούσιες εμπειρίες μαχών τα προηγούμενα έτη, όταν εκπορθούσαν οχυρές θέσεις του ΔΣΕ στο Γράμμο και τα άλλα ανά την Ελλάδα μέρη.

Μεθεόρτια.
Ο αγώνας είχε ήδη κριθεί, όταν το πρωί επενέβησαν η αεροπορία και τα άρματα μάχης. Επιβεβαρυμμένοι με 1557 τραυματίες κι έχοντας εγκαταλείψει στην πόλη και τα υψώματα μισή χιλιάδα νεκρούς κι άλλους τόσους αιχμαλώτους στα χέρια του Στρατού οι αντάρτες υποχώρησαν. Η ήττα τους ήταν συντριπτική. Οι επιθυμίες των ηγετών τους για τη δημιουργία «τακτικού λαϊκοεπαναστατικού στρατού» και σλαβομακεδονικής εθνικής εστίας είχαν ανεξίτηλα αποχρωματιστεί.
Οι συζητήσεις που ακολούθησαν στους κόλπους του ΔΣΕ για τα αίτια της σφοδρής ήττας ήταν αναιμικές, ακόμη και οι κατευθυνόμενες. Ενώ έως τότε για μικρότερης έκτασης φθορές είχαν εκτελεστεί ως προδότες εξέχοντες αρχηγοί των ανταρτών όπως ο δικηγόρος Γεώργιος Γιαννούλης, για τη βαριά ήττα στη Φλώρινα δεν τιμωρήθηκε κανείς. Το σχέδιο της μάχης κρίθηκε από τους ηγέτες του «βασικά σωστό» οπότε το χαλί της ευθύνης απλώθηκε προς τα κάτω. Κρίθηκαν έτσι άσπιλοι οι δύο αντιστράτηγοί του κι ενοχοποιήθηκαν όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι αξιωματικοί του. Το κλάσμα ήταν φανερά αντίστροφο: όσον υψηλότερα στην κομματική ιεραρχία βρισκόταν κανείς τόσο ολιγότερες μομφές επιτρεπόταν να δεχθεί.
Περιορισμένοι έκτοτε στα Κορέστια, την Πρέσπα και το Γράμμο, τον οποίο εν τω μεταξύ ανακατέλαβαν, οι αντάρτες έπαψαν να αποτελούν σοβαρή στρατιωτική απειλή. Ήταν απίθανο να μην είχαν αισθανθεί οι ηγέτες των ότι βάδιζαν προς το τέλος, η αρχή είχε ήδη δρομολογηθεί. Παρόλα αυτά επέμειναν στον επικίνδυνο ακροβατισμό για την ανεξαρτησία της Μακεδονίας τονίζοντάς τον εκτός της ζώνης κατοχής των, συγκεκριμένα στη Φλώρινα με το ναρκοπόλεμο και το βομβαρδισμό με πυροβολικό των οικιών της. Άμεσο αποτέλεσμα των τυφλών αυτών κτυπημάτων ήταν εν πολλοίς οι αθρόες καταδίκες και οι δεκάδες εκτελέσεις όσων θεωρούνταν υποστηρικτές του ΔΣΕ. Γι αυτό σε μια μόνον στιγμή (και για τελευταία φορά), το πρωινό της 30ής Αυγούστου του 1949, τυφεκίστηκαν στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου Φλωρίνης από το Στρατό 29 Έλληνες, Σλαβόφωνοι ομού και Πρόσφυγες.

Επίλογος.
Από τις διαθέσιμες έως σήμερα πηγές έχουν καταγραφεί ονομαστικά 200 περίπου νεκροί αντάρτες στην αναφερόμενη μάχη, κατώτερα στρατιωτικά στελέχη οι περισσότεροι. Ο ακριβής αριθμός των, μόνον αν μετρηθούν οι σωροί των πεσόντων στον ομαδικό τάφο όπου κείτονται, δύναται να βρεθεί, πράξη που δε φαίνεται πιθανή. Απίθανη θεωρείται ακόμη η εύρεση απαντήσεως στην ερώτηση πόσοι από τους απλούς αντάρτες που έχασαν τη ζωή τους στη Φλώρινα γνώριζαν πραγματικά για ποιο λόγο πολεμούσαν, αν και ο γράφων μπορεί –αναπόδεικτα- να ισχυριστεί ίσως κανείς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρχείο Δήμου Φλώρινας, Ληξιαρχικά Βιβλία έτους 1949
ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, Φ. 415/23/8/268, «Βιβλίο Φλώρινας» [1947]
Δημήτρης Βλαντάς, Ημερολόγιο 1947 -1949, επιμ: Ν. Μαραντζίδης –Γ. Αντωνίου, Εστία, Αθήνα 2007
ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορικά Έργα: Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, Αθήνα 1996 (CD Rom)
Δημοκρατικός ΣτρατόςΦωτογραφική αναπαραγωγή από τα πρωτότυπα τεύχη του περιοδικού «Δημοκρατικός Στρατός», τ. Β΄, Ριζοσπάστης, Αθήνα 1996
Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, Ο αντισυμμοριακός αγών 1945 –1940, Αθήναι 1956
Θανάσης Ζιανός, Δύσκολα χρόνια, 1940 –1950, Αναμνήσεις ενός μαχητή του Δημοκρατικού στρατού Ελλάδας, Σοκολής, Αθήνα 1986;
Δημήτρης Κατσής, Το ημερολόγιο ενός αντάρτη του ΔΣΕ 1946 -1949, τ. 4, Αθήνα 1997
Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα 1945 –1949, τ.6ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987
Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου (1945 -1949) στη Δυτική Μακεδονία, τ. Β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995
Βασίλης Κόντης, Σπυρίδων Σφέτας, Εμφύλιος Πόλεμος: έγραφα από τα γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά αρχεία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997
Σταύρος Κωτσόπουλος, Η Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Σόφια 1981 (αδημοσίευτο)
Αλέκος Σακαλής, Μνήμες, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, Κοζάνη 1998
Επαμεινώνδας Σακελλαρίου, «…Διαθέσαμε τη ζωή μας», Θεσσαλονίκη 1991
Κοσμάς Σπανός, Εθνική Αντίσταση –Εμφύλιος πόλεμος, αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Μπίμπης, Θεσσαλονίκη 1986
Φλώρινα, η ακριτική εθνική σκοπιά, εφ. Έθνος, Φλώρινα 1954
ΦΩΤΟ: Νεκροί αντάρτες μάχης Φλώρινας 1949:http://www.corbisimages.com/Enlargement/Enlargement.aspx?id=U1106922INP&tab=details&caller=search

Η γένεση του Μακεδονικού από την Κομμουνιστική Διεθνή.


Η γένεση του Μακεδονικού από την Κομμουνιστική Διεθνή.

Τον Ιανουάριο του 1920 συνήλθε στη Σόφια η 1η Συνδιάσκεψη των βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων στην οποία το Σ.Ε.Κ.Ε.(Κ) αντιπροσωπεύτηκε από τον Δ. Λιγδόπουλο.(49) Η συνδιάσκεψη αποφάσισε κατ' αρχάς τη μετονομασία της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας σε Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (Β.Κ.Ο.) κι έθεσε επίσης ως σκοπό της μία «προλεταριακή επανάσταση» σε όλα τα βαλκανικά κράτη. Σύμφωνα με το σχέδιο που εκπονήθηκε εκεί, τα κράτη αυτά θα έπρεπε στη συνέχεια να συγχωνευθούν και να σχηματίσουν μία «Βαλκανική Σοβιετική Κομμουνιστική Ομοσπονδία». Η όλη κίνηση τελούσε υπό την καθοδήγηση της Κ.Δ., η οποία διόρισε δύο στελέχη της, τον Κ. Ρακόβσκυ και Ντ. Μανουίλσκι ως «ινστρούχτορές» της. Πυρήνας της Β.Κ.Ο. ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας που δεν ήταν μόνο το καλύτερα οργανωμένο Κ.Κ. στα Βαλκάνια, αλλά διέθετε και αναγνωρισμένους από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ηγέτες, τους Β. Κολάροφ, Κ. Καμπατίεφ και Γκ. Δημητρώφ.(50)

Σε μία από τις πρώτες προκηρύξεις της Β.Κ.Ο, μόλις τον Αύγουστο του 1920, αναφέρεται το «Μακεδόνικο» ως θέμα...
 καταπίεσης των εθνικών μειονοτήτων στις εκτός Βουλγαρίας περιοχές της Μακεδονίας. Τον Ιούνιο όμως του 1921, ο Β. Κολάροφ αντιπρόσωπος του Κ.Κ. Βουλγαρίας στο 3° Συνέδριο της Κ.Δ. στη Μόσχα, έθεσε στον αντιπρόσωπο του Σ.Ε.Κ.Ε.(Κ), Γ. Γεωργιάδη, το ζήτημα της αυτονόμησης της Μακεδονίας, σύμφωνα με τον κύριο σκοπό της Β.Κ.Ο. για «προλεταριακή επανάσταση» στα Βαλκάνια. Ο Γ. Γεωργιάδης, που ήταν σοσιαλιστής και όχι μπολσεβίκος, απέρριψε την πρόταση του Β. Κολάροφ και ανέφερε στον Λένιν τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε η ανακίνηση του «Μακεδόνικου» για το Σ.Ε.Κ.Ε.(Κ). Επειδή όμως κατάλαβε από τις επαφές του ότι το ζήτημα της αυτονόμησης της Μακεδονίας είχε ήδη αποφασισθεί από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κινήματος, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αποχώρησε από το Κόμμα.(51)

Ως ιδιαίτερο θέμα, το «Μακεδονικό» παρουσιάστηκε στην ημερήσια διάταξη της 4ης Συνδιάσκεψης της Β.Κ.Ο. τον Ιούνιο του 1922 στη Σόφια, όπου ο αντιπρόσωπος του Κ.Κ. Βουλγαρίας Καμπατίεφ υποστήριξε ότι τα Κ.Κ. όφειλαν να στηρίξουν δραστήρια τον αγώνα των εθνικών μειονοτήτων για απελευθέρωση. Με την εισήγηση του Καμπατίεφ, όπως ήταν φυσικό, συμφώνησε ο εκπρόσωπος της Κ.Δ., διαφώνησε όμως ο εκπρόσωπος του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας Πιγιάντε με τις απόψεις του οποίου συντάχθηκε και ο εκπρόσωπος του Σ.Ε.Κ.Ε.(Κ) Γιάννης Πετσόπουλος.(52)

Για την εξυπηρέτηση της προσπάθειας δημιουργίας ανεξάρτητης Μακεδονίαςτο 4° Συνέδριο της Κ.Δ. που συνήλθε στη Μόσχα τον Νοέμβριο του 1922, δηλαδή μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, έλαβε απόφαση εναντίον της εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων στα εδάφη της Ελληνικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης, προκειμένου ν' αποφευχθεί η αύξηση του Ελληνικού στοιχείου σ' εκείνες τις περιοχές. Στην απόφαση μάλιστα της 5ης Συνδιάσκεψης της Β.Κ.Ο., που συνήλθε στη Μόσχα αμέσως μετά τη λήξη του 4ου Συνεδρίου της Κ.Δ., αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι στο πλαίσιο της μελλοντικής Βαλκανικής Σοβιετικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας θα ενταχθούν, ως αυτόνομες δημοκρατίες, η Μακεδονία και η Θράκη.(53)

Στα τέλη του 1922, η Κ.Δ. έθεσε σε προτεραιότητα την κομμουνιστική επανάσταση στα Βαλκάνια μετά τη διάψευση της πρόβλεψης του Λένιν για επικράτηση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος στην κεντρική κυρίως Ευρώπη (Γερμανία, Ουγγαρία κ.λπ.) ως συνέπεια της επαναστατικής κρίσης που θα δημιουργούνταν μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περιοχή των Βαλκανίων κρίθηκε ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις λόγω, κυρίως, της τεταμένης κατάστασης που επικρατούσε στην περιοχή ύστερα από τις πολυετείς ενδοβαλκανικές συγκρούσεις, ταυτόχρονα, οι έντονες ενδοφυλετικές διαφορές αποτελούσαν πρόσφορο κλίμα υποκίνησης εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.

Η επαναστατική προσπάθεια της Κ.Δ. στα Βαλκάνια συνέπεσε με την έντονη εθνικιστική και αναθεωρητική πολιτική της Βουλγαρίας που είχε ως στόχο της την ανατροπή του πάγιου, μετά τις συνθήκες ειρήνης των βαλκανικών και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, συνοριακού καθεστώτος. Στις αρχές του 1923 η κυβέρνηση του αγροτιστή Σταμπολίσκι, υπό το καθεστώς του οποίου το Κ.Κ. Βουλγαρίας απολάμβανε ελευθερία κινήσεων, ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τις εθνικιστικές «μακεδονικές» οργανώσεις της χώρας του. Ως αποτέλεσμα της ρήξης αυτής, οι δυναμικές «μακεδονικές» οργανώσεις υποστήριξαν ανοιχτά το εθνικιστικό πραξικόπημα του Τσαγκόφ, τον Ιούνιο του 1923, το οποίο οδήγησε στην ανατροπή της κυβέρνησης και στο φόνο του ίδιου του Σταμπολίσκι.(54) Με την διαρκή υποστήριξη τους, ο Τσαγκόφ συνέτριψε και την εξέγερση του Βουλγαρικού κομμουνιστικού κόμματος τον Οκτώβριο του 1923, με αποτέλεσμα οι ηγέτες του τελευταίου να διαφύγουν στη Σοβιετική Ρωσία και η έδρα της Β.Κ.Ο. να μεταφερθεί στη Βιέννη.(55)

Η Καθημερινή βία του NOF στον Μακεδονικό λαό


Η Καθημερινή βία του NOF στον Μακεδονικό λαό (1945 και αρχές του 1946)

Του Καθ. Αθανάσιου Καλλιανιώτη*

Βρετανός διπλωμάτης είχε χαρακτηρίσει τους ενόπλους του Βιτσίου (και του Πάικου) «νταήδες και επαγγελματίες λαιμοκόφτες» χωρίς πολιτικές απόψεις.[82] Σε πολλά σημεία δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Σαν τις νυκτερινές διαδρομές τους πάνω στα ορεινά δασώδη μονοπάτια του Βαρνούντα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για να μπουν από τη Γιουγκοσλαβία στην Ελλάδα, έτσι σκοτεινές ήταν πολλές από τις πράξεις τους: Στρατολογούσαν άνδρες «πολύ συχνά με τη βία»[83] και λάβαιναν τρόφιμα με σκαιούς τρόπους,[84] συνήθειες τις οποίες είχαν αποκτήσει επί Κατοχής.[85] Ακόμη έστελναν επιστολές, ζητώντας λίρες ή τις λάβαιναν άμεσα δια της βίας και συμβούλευαν τους στρατεύσιμους να μην καταταχθούν στον Ελληνικό Στρατό.[86] Για να φανούν αρεστοί έδιωχναν τους ξένους βοσκούς που νοίκιαζαν στην περιοχή[87] κι απειλούσαν ιερείς και προκρίτους, όπως π.χ. τον ενορίτη της Καλλιθέας Πρεσπών.[88] Εκδικούνταν, τέλος, αντιπάλους τους με έμμεσο τρόπο, ανατινάζοντας π.χ. ένα μύλο στον Άγιο Παντελεήμονα του Αμυνταίου.[89]

Προσπαθώντας να ιδρύσει ξεχωριστές κομματικές οργανώσεις, συνδικάτα και συνεταιρισμούς[90] το ΝΟΦ αντιτέθηκε στο ΕΑΜ, το ΑΚΕ και το ΚΚΕ, με αποτέλεσμα το πρώτο να κατάσχει αποθηκευμένα γεννήματα των υπολοίπων τριών,[91] να διαλύει τις συγκεντρώσεις των, να απαγάγει και να εκτελεί  όσους τις υπηρετούσαν, τις υποστήριζαν ή τις έβλεπαν φιλικά[92]. Έτσι, κάθε αναφορά για Λευκή Τρομοκρατία στη Δυτική Μακεδονία φαίνεται απλοϊκή έως αστεία, όταν δεν είναι σκόπιμη, διότι από μέλη του ΝΟΦ φονεύθηκαν αρκετοί, ακόμη και οπαδοί ή φίλοι του ΚΚΕ, όπως ο.... Αλέξανδρος Αναστασίου από τη Μικρολίμνη[93],  ο οδηγός Χρήστος Παπαδόπουλος από το Λαιμό (διότι μετέφερε φύλλα του Ριζοσπάστη)[94] ο έμπορος Νικόλαος Παπαδόπουλος από το ίδιο χωριό, ο Παντελής Μπούρδας από το Γάβρο κι ο Δημήτριος Σούμπασης από τη Σιτάρια, πέντε εν συνόλω άνδρες.[95]Με απαγωγές ή ενέδρες οι ένοπλοι του ΝΟΦ αιχμαλώτιζαν επίσης πολίτες αντιπάλους των και τοπικά στελέχη της ελληνικής διοίκησης, εκτελώντας τους είτε επί τόπου είτε στα λημέρια, με αποτέλεσμα όσοι διορίζονταν κοινοτάρχες ή μέλη κοινοτικών συμβουλίων, ιδιαίτερα στην απόμακρη Πρέσπα, να φοβούνται να αναλάβουν. [96]  Δεν ήταν καθόλου υπερβολικοί οι δισταγμοί των Εθνικοφρόνων και των ουδετέρων, διότι από τη δραστηριότητα των σλαβομακεδόνων κυρίως αυτονομιστών το έτος 1945 και αρχές 1946 έχασαν τη ζωή τους αποδεδειγμένα 37 άτομα, πολλοί περισσότεροι δηλαδή από όσους φονεύτηκαν από το Στρατό και την Αστυνομία την ίδια εποχή στη Δυτική Μακεδονία. Γι' αυτό το λόγο αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού είχε προτείνει να βομβαρδιστούν η λίμνη Χειμαδίτιδα Αμυνταίου, τοπικό ορμητήριο των αρνητών όσο και τα περίγυρα δάση.[97]
Τον Μάιο του 1945 φονεύτηκαν από το ΝΟΦ ο καυκάσιος αντιπρόεδρος του Φανού Βασίλειος Μουρουζίδης, ο λαζός κοινοτάρχης του Πολυπλάτανου Νικόλαος Πουγκαρίδης, ο Καραμανλής οδηγός της Ροδώνας Αχιλλέας Καλπακτζίδης κι ο αγρότης Δημήτριος Σουγαρίδης από την Κολοκυνθού.[98] 
Τον Ιούνιο ο μυλεργάτης Παντελής Αλεξανδρίδης από το Αμμοχώρι Φλώρινας ο Χρήστος Χρηστακάκης από τις Άνω Κλεινές[99] οι αγρότες Νικόλαος Κουλούρης και Χρήστος Βασιλειάδης από το Κεφαλάρι Καστοριάς και τη Λεπτοκαρυά Φλώρινας αντίστοιχα ο πελοποννήσιος κοινοτάρχης (πρώην χωροφύλακας) Λευκώνα Γεώργιος Γιατρακάς η νηπιαγωγός Ελευθερία Νένου από το Άργος Ορεστικό ο ιερέας της Ολυμπιάδας Αμυνταίου Μάρκος Μητριάδης ο κοινοτάρχης της Γαλάτειας Εορδαίας Παύλος Κοπατσιάρης κι ο λαζός σύμβουλος του Γεώργιος Ορφανίδης από το ίδιο χωριό ο μοίραρχος της Ειδικής Ασφαλείας Γεώργιος Καζάνας[100] από τα Γρεβενά, που, ερχόμενος οικογενειακώς από τη Γερμανία, εκτελέστηκε στις φυλακές των Σκοπίων.[101]
Τον Ιούλιο δολοφονήθηκαν ο διευθυντής των λιγνιτωρυχείων Βεύης Ελευθέριος Πάλλης, η 18χρονη ανιψιά του Αθηνά Γκιοκόντη κι ο εργάτης Ξενοφών Λάμπρου (όλοι καταγόμενοι από την Αλβανία) από την ομάδα του «Λευτέρη Όλεφ»[102] -ενώ η Αριστερά διέδιδε ότι τους είχαν φονεύσει «ένοπλες μοναρχοφασιστικές συμμορίες-[103] και ο σαρακατσάνος κτηνοτρόφος Γεώργιος Κόνιαρης τον Αύγουστο.[104] Ακολούθησαν οι αγρότες Αλέξανδρος Αγγέλου και Παντελής Παπαδημητρίου από το Πέρασμα Φλώρινας [105] ο αγροφύλακας Στέφανος Χάιτας από τον Φούφα (σλαβόφωνος οπλίτης της ΥΒΕ/ΕΚΑ/ΠΑΟ/ΕΕΣ),[106] ο κοινοτάρχης Ατραπού Χρίστος Ρίμπας και ο συνάδελφός του της Υδρούσσας[107] στις αρχές του 1946, όπως επίσης ο Χρήστος Τσάμος από το Σκοπό.[108]
Σε συμπλοκές ή ενέδρες της Χωροφυλακής και των Εθνοφυλάκων με τους ενόπλους του ΝΟΦ έχασαν τη ζωή τους τέσσερις άνδρες: οι χωροφύλακες Λάμπρος Λαμπράκης και Γεώργιος Πολυζώης κοντά στη Σκοπιά Φλώρινας τον Ιούλιο[109] κι ο ανθυπασπιστής του ΣΧ Ακρίτα (Μπουφίου) Γεώργιος Παναγιωτακόπουλος τον Οκτώβριο του 1945[110]  ένας Εθνοφύλακας στον Αετό Αμυνταίου τον Ιούνιο του 1945[111]  και δύο άλλοι στην Κέλλη, τον επόμενο μήνα. Στο τελευταίο χωριό είχαν στήσει ενέδρα -μάλλον στην προνομιακή θέση Νιμέιτσα- εναντίον βρετανικού αυτοκινήτου με συνέπεια να τραυματιστούν άλλοι δύο επιβάτες, ένας βρετανός στρατιώτης (που πέθανε αργότερα)[112] και μία γυναίκα.[113]  Αιχμάλωτος τους Εθνοφύλακας που διέφυγε κατέθεσε ότι τον οδηγούσαν προς το «ελεύθερο μακεδόνικο κράτος».[114]  Η πηγή που μαρτυρεί ότι επικεφαλής της ομάδας αυτής ήταν γιουγκοσλάβος αξιωματικός, που άκουγε στο όνομα Γκέσκα,[115]  δεν έχει διασταυρωθεί. Στην πυκνή δραστηριότητα των παράνομων ενόπλων οφειλόταν και η αργή κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων, με αποτέλεσμα σε όλη τη Μακεδονία η Φλώρινα, η Πρέσπα, το Αμύνταιο (και η Δράμα) να αποτελούν «μαύρες κηλίδες». 
Δεν ήταν λοιπόν «μερικές» οι περιπτώσεις όπου το ΝΟΦ έδρασε δυναμικά, όπως εγράφη[116]  αλλά ο κανόνας στη Δυτική Μακεδονία.[117] Για την τελευταία επίθεση φαίνεται ότι διαμαρτυρήθηκαν οι Βρετανοί, γι' αυτό και οι επιθέσεις των Νοφιτών -σε μία την ημέρα υπολογίζονταν οι δολοφονίες και οι εξαφανίσεις στην περιοχή-[118] ελαχιστοποιήθηκαν. Σ' αυτό βεβαίως συνέτειναν η αυξημένη δράση της Χωροφυλακής και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που ανέλαβαν «πειθαρχημένες» δυνάμεις Εθνοφυλακής,[119] ιδιαίτερα, αφ' ότου ομάδες του ΝΟΦ είχαν επιτεθεί εναντίον της στο χωριό των Κορεστίων Κώττας τον Αύγουστο του 1945.[120] Εκτός τούτου στη χειραγώγηση του ξέφρενου ΝΟΦ φαίνεται ότι συντέλεσε η διανομή των εφοδίων της UNRRA, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να αποφεύγουν την έκθεση τους σε διάφορα στρατόπεδα και να συμπαθούν τους Βρετανούς[121] ως εγγυητές της ομαλότητας. Και φυσικά η επιδείνωση του καιρού που δυσκόλευε την κίνηση αποκλείοντας τα ορεινά περάσματα.[122] Καθώς στα σύνορα αναπτύχθηκαν ένα βρετανικό κι ένα ελληνικό τάγμα στρατού κατευνάστηκε η «συνήθης νευρική τάση», που χαρακτήριζε παλαιότερα την ατμόσφαιρα της πόλης. Οι Σλαβόφωνοι που είχαν κουραστεί από τις περιπέτειες, άρχισαν «να απλώνουν τα πανιά τους» στον άνεμο «που φυσούσε».[123] Ανεξέταστος μένει εδώ ένας ακόμη πιθανός παράγοντας της υποτονικότητας του ΝΟΦ: οι συμφωνίες ΚΚΕ και ΚΚΜ για την περαιτέρω πορεία του αγώνα τους εναντίον του ελληνικού κράτους.

*Απόσπασμα από το άρθρο με τον τίτλο «Η λευκή τρομοκρατία στην Μακεδονία», το οποίο είναι δημοσιευμένο στο συλλογικό βιβλίο «Έθνος, κράτος και πολιτική» των εκδόσεων «Επίκεντρο». Παραπομπές ,πρωτογενείς πηγές αλλά και η συνέχεια του άρθρου στο βιβλίο.
http://akritas-history-of-makedonia.blogspot.com/2011/01/nof-1945-1946.html#more

Σ. Σφέτας - ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1944 - Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ


ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1944, Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ 

Το παρόν άρθρο είναι από τον διακεκριμένο Ιστορικό Σπυρίδωνα Σφέτα και έχει τον τίτλο ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΦΩΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 1944, Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ. Είναι μία εργασία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1994 στο Διεθνές Συνέδριο που οργάνωσε το Ιδρυμα μελετών Χερσονησου του Αίμου (ΙΧΜΑ) και σε συνεργασία με το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα την κατοχή, αντίσταση και την απελευθέρωση του ευρύτερου βορειοελλαδικού χώρου. Οι εργασίες αυτές μπορεί να τις διαβάσει στο βιβλίο του ΙΧΜΑ με τον τίτλο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗ,1941-1944 ΚΑΤΟΧΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Την κατάπαυση της στρατολογίας στο έδαφος μας.Η ίδρυση του ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο)-(Slavjano Мakedonski Narodno Osloboditelen Front) τον Οκτώβριο του 1943 στην Καστοριά και το Νοέμβριο του ιδίου έτους στη Φλώρινα υπήρξε αποτέλεσμα των γενικότερων διαπραγματεύσεων μεταξύ του απεσταλμένου του Tito στη γιουγκοσλαβική και ελληνική Μακεδονία Svetozar Vukmanovic-Tempo με τη στρατιωτική ηγεσία του ΕΛΑΣ και την πολιτική η­γεσία του ΚΚΕ τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1943 για το συντονισμό της δράσης των αντιστασιακών κινημάτων.Σχετικές συζητήσεις είχε επίσης ο Λεωνίδας Στρίγκος με τον πολιτικό επίτροπο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλα­βικής Μακεδονίας Cvetko Uzunovski (ψευδώνυμο Abbas) στα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου 1943 κοντά στα Γιαννιτσά. Με την ίδρυση του ΣΝΟΦ η γιουγκοσλαβική πλευρά αποσκοπούσε άμεσα στην εμφύσηση εθνικής σλαβο-μακεδονικής συνείδησης στους Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας και στη στρατολόγηση των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας υπέρ του α­ντιστασιακού κινήματος στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και έμμεσα στην προώθηση των γιουγκοσλαβικών απόψεων σχετικά με το ΜακεδόνικοΤο ΚΚΕ, που από το 1934, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Κομιντέρν, ανα­γνώριζε τους Σλαβόφωνους ως σλαβομακεδονικό έθνος και από το 1935 υπο­στήριζε την πλήρη ισοτιμία των μειονοτήτων εντός του ελληνικού κράτους, συγκατατέθηκε στη ίδρυση του ΣΝΟΦ γιατί εκτιμούσε ότι έτσι 0α προσελκύο­νταν στην αντίσταση οι Σλαβόφωνοι εκείνοι που είχαν παρασυρθεί από τη βουλγαρική φασιστική προπαγάνδα. Η ίδρυση του ΣΝΟΦ δεν είχε (οστόσο την έγκριση της Κ Ε του ΕΑΜ, η οποία είχε την άποψη ότι η νέα οργάνωση συ­ντελεί περισσότερο στη διάσπαση παρά στην ενότητα των αντιστασιακών δυ­νάμεων. Το γεγονός αυτό καθιστούσε το ΚΚΕ ιδιαίτερα προσεκτικό απέναντι στις κινήσεις της νέας οργάνωσης.Η πορεία της οργάνωσης πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις πολι­τικές εξελίξεις εντός της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Παρά το γεγονός ότι ο Tempo κατόρθωσε στις αρχές του 1943 να ιδρύσει Κομμουνιστικό Κόμμα στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και Γενικό Στρατηγείο με αρχηγό τον Mihailo Apostolski και πολιτικό επίτροπο τον Cvetko Uzunovski, μόλις μετά τη συν­θηκολόγηση της Ιταλίας και τη διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας άρχισε η ορ­γάνωση της αντίστασης5. Δύο πολιτικά προγράμματα υπήρχαν στο αντιστασιακό κίνημα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Το πρόγραμμα που εκπρο­σωπούσε ο Tempo και το νεοϊδρυθέν ΚΚ έδινε προτεραιότητα στην καταπο­λέμηση κάθε έκδηλου ή λανθάνοντος φιλοβουλγαρισμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και την ένταξη της περιοχής στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία. Το ζήτημα της συνένωσης των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και της ενσωμά­τωσης τους στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία θεωρούνταν στη διάρκεια του πολέμου ως δευτερεύον ζήτημα. Αναπτυσσόταν κυρίως προπαγανδιστική δραστηριότητα για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του «σλαβομακεδονικού λαού» στην Ελλάδα και Βουλγαρία. Την άποψη αυτή υποστήριζε και ο Tito. Βετεράνοι της μεσοπολεμικής βουλγαρικής VMRO και πολιτικά στελέχη της VMRO (Ενωμένης), που κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, έθεταν ως κύριο ζήτημα στη διάρ­κεια του πολέμου τη συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας σε ένα ε­νιαίο κράτος, το μεταπολεμικό μέλλον του οποίου δεν έπρεπε να ήταν ανα­γκαστικά η ένταξη σε μια γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, στην οποία διέβλεπαν μια νέα μορφή σερβικής κυριαρχίας επί της Μακεδονίας, αλλά σε μια βαλκα­νική ομοσπονδία ή ανεξαρτησία υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Το πρόγραμμα αυτό υποστήριζαν κυρίως οι Metodija Andonov Cento, Mane Cuckov και Kiril Petrusevski. Υπέρ της άποψης αυτής ήταν κατά το 1943 και ο σημερινός πρόεδρος Kiro Gligorov. Και οι δύο πλευρές ωστόσο, ανεξάρτητα από την προτεραιότητα που έδιναν, αναγνώριζαν το δικαίωμα του «σλαβομα­κεδονικού λαού» για συνένωση.Η ίδρυση του ΣΝΟΦ συνέπιπτε χρονικά με τη δεύτερη σύνοδο του Αντι­φασιστικού Συμβουλίου Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (A.V.N.O.J.) στα τέλη Νοεμβρίου 1943 στο Jaice, που αποφάσισε την ομοσπον-δοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και την ένταξη της Μακεδονίας σ' αυτή. Τα σύ­νορα όμως της «Μακεδονίας» του Tito δεν φαίνονταν ότι περιελάμβαναν μό­νο το γιουγκοσλαβικό τμήμα. Το Αντιφασιστικό Συμβούλιο εξέλεξε τον Dimitar Vlahov ως αντιπρόσωπο της ελληνικής Μακεδονίας και τον Vladimir Poptomov ως αντιπρόσωπο της βουλγαρικής. Αμέσως μετά τη σύνοδο του Jaice στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία (Kiro Georgievski, ψευδώνυμο Dejan, Petre Novacevski, ψευδώνυμο Pero, Kole Todorovski-Kaninski, ψευδώνυμο Kolja, Dobrivoje Radosavljevic, ψευδώνυμο Orcc) διείσδυαν στην ελληνική Μακεδονία και προπαγάνδιζαν ότι ο «μακεδό­νικος λαός» στην Ελλάδα δεν πρέπει να αγωνιστεί για ισοτιμία, όπως υπο­στηρίζει το ΚΚΕ, αλλά για αυτοδιάθεση και συνένωση, για μια Λαϊκή Δημο­κρατία της «Μακεδονίας» κατά το γιουγκοσλαβικό πρότυπο και πρέπει να ε­πιζητεί την ίδρυση ξεχωριστού Γενικού Στρατηγείου και ξεχωριστών ενόπλων τμημάτων.Ενώ η γιουγκοσλαβική προπαγάνδα δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στην περιφερειακή επιτροπή του ΣΝΟΦ Φλώρινας, μέλη της οποίας ήταν οι Πέτρος Πιλάης και Σταύρος Κωτσόπουλος, έβρισκε ωστόσο πρόσφορο έδα­φος στην περιφερειακή επιτροπή του ΣΝΟΦ Καστοριάς, μέλη της οποίας ή­ταν οι Πασχάλης Μητρόπουλος (Paskal Mitrevski), Ναούμ Πέγιος (Naum Pejov), Δάζαρος Παπαλαζάρου (Lazo Poplazarov) και Λάζαρος Οσσένσκης (Lazo Damovski-Osenski). Αμεσοι στόχοι του ΣΝΟΦ Καστοριάς ήταν ο αφο­πλισμός των σλαβόφωνων χωρικών που είχαν εξοπλιστεί από τους Βουλγά­ρους, η ένταξη τους στο ΣΝΟΦ και η καλλιέργεια σλαβομακεόονικής εθνικής συνείδησης. Για το σκοπό αυτό εκδιδόταν η εφημερίδα Slavjanomakedonski Glas. Με δεδομένη την κομμουνιστική θέση για την ύπαρξη σλαβομακεδονικού έθνους, μέλη του ΣΝΟΦ απαιτούσαν από το ΚΚΕ ν' αναγνωρίσει στους Σλα­βόφωνους το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.Σε επιστολή του προς την κομματι­κή οργάνωση Καστοριάς στις 24.1.1944 ο Λάζαρος Οσσένσκης έγραφε:«...Το ΚΚΕ υπόσχεται πλήρη ισοτιμία μέσα στα πλαίσια μιας Λαϊκής Δημοκρατίας στους Σλαβομακεδόνες. Ενώ αντίθετα στην πρώτη γραμμή της πάλης του βά­ζει την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων και Κύπρου και ελεύθεροι να βρουν τη θέση τους στη Λαοκρατούμενη Ελλάδα. Δικαιολογημένο το ερώτημα των Σλαβομακεδόνων. Γιατί εμάς δεν μας αφήνουν ελεύθερους να οικοδομήσουμε το δικό μας πολιτισμό και τα εθνικά μας ιδεώδη αφού και μεις αποτελούμε κάτι το ξέχωρο, δεν είμαστε Έλληνες, είμαστε Σλαβομακεδόνικη φυλή με δια­φορετικά ιδεώδη, αλλά μας θέλουν να μείνουμε μες τα ελληνικά πλαίσια, δί­νοντας μας μονάχα ισοτιμία; Πώς συμβιβάζεται με τις προγραμματικές αρχές για την Αυτοδιάθεση των Λαών;...»Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυξε κυρίως ο Πασχάλης Μητρόπουλος, α­πόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με ενέργει­ες του τα σλαβόφωνα τμήματα της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ ονομάστηκαν το Μάρτιο του 1944 σε ΣΝΟΒ (slavomakedonska narodna osloboditelna vojska-σλαβομακεδονικός λαϊκός απελευθερωτικός στρατός) και είχαν στο δίκωχο το αντίστοιχο σήμα. Τον Απρίλιο του 1944 οι Σλαβόφωνοι εμποδίστηκαν από τους Γιουγκοσλάβους πράκτορες να λάβουν μέρος στις εκλογές για την ανά­δειξη εκπροσώπων της ΠΕΕΑ. Η απροκάλυπτη εθνικιστική και αυτονομιστι­κή προπαγάνδα ηγετικών στελεχών του ΣΝΟΦ και η εξάρτηση της οργάνωσης σε σημαντικό βαθμό από το Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας προκάλεσαν ανησυχία στο Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ και την Ομά­δα Μεραρχιών Μακεδονίας με αποτέλεσμα το Μάιο του 1944 να αποφασιστεί η διάλυση της οργάνωσης και η ένταξη της στο ΕΑΜ. Περίπου 60 Σλαβόφω­νοι με επικεφαλής τους Ναούμ Πέγιο και Γιώργο Τουρούντζα στις 16 Μαΐου 1944 μετά από προτροπή του Μητρόπουλου αυτομόλησαν στο Karaorman, έ­δρα του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, κατηγορώ­ντας τον ΕΑΑΣ και το ΕΑΜ για λαθεμένη πολιτική απέναντι στους Σλαβομα­κεδόνες.Για τη διευθέτηση της κρίσης που ανέκυψε μεταξύ της IX. Μεραρχίας του ΕΑΑΣ και του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας μετέβη στο Karaorman επιτροπή του 28ου Συντάγματος με επικεφαλής τον υπασπι­στή Χαράλαμπο Χαραλαμπίδη (ψευδώνυμο Αθάνατος) και συναντήθηκε στις 23 Μαΐου με τον Kiro Georgijevski (ψευδώνυμο Dejan). Ο Χαραλαμπίδης διαμαρτυρήθηκε για τη συκοφαντική εκστρατεία που εξαπέλυαν οι στρατιωτι­κοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία κατά του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ζήτησε να επιληφθεί του ζητήματος ο Tito και πρόβαλε τα ακόλουθα αι­τήματα:

  1. Κατάπαυση κάθε αντιεαμικής προπαγάνδας.
  2. Να ζητήσουν φιλοξενία στο έδαφος μας μόνο κατόπιν ισχυρός πιέσεως του εχθρού και δι' ολίγας μόνον ημέρας. Και τούτο μέχρις ότου διευθετηθούν όλα τα αναφύεντα ζητήματα.
  3. Την παράδοση του Πέιου και των λοιπών λιποτακτών μετά του οπλι­σμού τους.
  4. Παράδοση του Τουρούντα και διαμαρτυρία διά την καθυστέρηση.
  5. Κατάπαυση της τρομοκρατίας στο Ελληνικό έδαφος για τη συγκέντρωση τροφίμων.
  6. Για κάθε δράση στο έδαφος μας προηγούμενη συνεννόηση μαζύ μας.
  7. Σε περίπτωση απουσίας του ΕΑΑΣ από ορισμένες περιοχές συνεργασίαμετά των πολιτικών οργανώσεων στις σχέσεις τους με τον λαό.
Ο Kiro Georgijevski ενημέρωσε τον Tempo και ο τελευταίος με τη σειρά τον τον Tito. Παρόλο που ο Tito αποκόμισε την εντύπωση ότι η στάση των Ελλήνων κομμουνιστών απέναντι στο ζήτημα των «Μακεδόνων» της Ελλά­δας δεν ήταν σωστή, για να μη βλάψει το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα, συ­νέστησε να μην ανακινείται το ζήτημα της συνένωσης της ελληνικής Μακεδο­νίας με τη γιουγκοσλαβική στην παρούσα χρονική στιγμή.Με βάση τις συμ­βουλές του Tito το Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εξέ­δωσε στις 17 Ιουνίου 1944 εγκύκλιο προς τους πολιτικούς πράκτορες που μετέβαιναν στην ελληνική Μακεδονία, στην οποία τονιζόταν κυρίως η ανάγκη του κοινού αγώνα μεταξύ του ελληνικού και «μακεδόνικου» λαού.«...Ο μακεδόνικος λαός στη Γιουγκοσλαβία σε αδελφικό και κοινό αγώνα με το σερβικό, κροατικό, σλοβένικο και μαυροβουνιακό λαό πραγματοποιεί σήμερα το ιδανικό του, την ελεύθερη Μακεδονία στη δημοκρατική και ομο­σπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Αυτή η επιτευχθείσα εθνική ελευθερία και ισοτιμία είναι σήμερα το ιδανικό όλου του μακεδόνικου λαού, όλων των Μακεδόνων, και αυτών στην Ελλάδα και Βουλγαρία... Μόνο μέσω της αδελφικής ομόνοιας και του κοινού αγώνα με τον ελληνικό και βουλγαρικό λαό οι Μακεδόνες στην Ελλάδα και Βουλγαρία μπορούν να πετύχουν την πλήρη εθνική τους ελευθερία και ισοτιμία, να πετύχουν το δικαίωμα να αποφασίσουν μόνοι για τη μοίρα τους, δικαίωμα που ο Χάρτης του Ατλαντικού εγγυάται σε όλους τους υπόδουλους λαούς που αγωνίζονται κατά του φασισμού»".Η γιουγκοσλαβική πλευρά δεν παρέλειψε ωστόσο να κατηγορήσει το ΚΚΕ ενώπιον της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής που βρισκόταν στο Στρατη­γείο του Tito στο νησί Vis για την εσφαλμένη, όπως τη χαρακτήριζε, πολιτική του ΚΚΕ στο Μακεδόνικο. Με βάση τις πληροφορίες από τη Γιουγκοσλαβία ο αρχηγός της σοβιετικής κατασκοπείας Fitin έγραφε προς τον Dimitrov:«Σας ανακοινώνουμε τις πληροφορίες που λάβαμε από τη Γιουγκοσλαβία σχετικά με τη στάση του Ε AM στο Μακεδόνικο Ζήτημα. Οι εκπρόσωποι του Λαϊκο-Απελευθερωτικού Στρατού της Γιουγκοσλαβίας κατά την εργασία τους για την οργάνωση παρτιζάνικου κινήματος στη Μακεδονία συνάντησαν αποφασι­στική αντίσταση εκ μέρους των παρτιζάνων του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ υπερασπίζε­ται τα παλαιά σύνορα της Ελλάδας και δεν παραχωρεί στη Μακεδονία την αυτοδιάθεση. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν και οι Κομμουνιστές. Ο Γραμματέ­ας της ΚΕ του ΚΚΕ σε συνομιλία του με εκπρόσωπο του Στρατάρχη Tito δή­λωσε ότι ούτε λόγος μπορεί να γίνει για την αυτοδιάθεση των Μακεδόνων, ε­φόσον δεν υπάρχει εκ φύσεως μακεδόνικος λαός. Οι Έλληνες Κομμουνιστές στη Μακεδονία αντιτάσσονται αποφασιστικά στην κίνηση των Μακεδόνων για αυτοδιάθεση. Δεν επιτρέπουν στους Μακεδόνες να εκτελούν τις θρησκευ­τικές τους τελετές παρά μονάχα κατά τα ελληνικά έθιμα και καταδιώκουν αυ­τούς που προσεύχονται σύμφωνα με τα σλαβικά ιερά βιβλία σε κρυφές εκκλη­σίες. Στους Μακεδόνες απαγορεύεται να παρέχουν κάθε είδους βοήθεια στους εκπροσώπους του Στρατάρχη Tito... Λόγω της όξυνσης του Μακεδόνικου Ζη­τήματος οι Έλληνες παρτιζάνοι από το ΕΑΜ έχουν σχεδόν σταματήσει τον α­γώνα εναντίον των Γερμανών κατακτητών στη 'δική τους' Μακεδονία»Οι κατηγορίες αυτές ήταν βασικά αστήρικτες. Το ΚΚΕ μετά το 1934, σύμ­φωνα με την πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναγνώριζε την ύπαρξη σλαβομακεδονικού έθνους, παρά το γεγονός ότι οι Σλαβόφωνοι στην ελληνική Μακεδονία αποτελούσαν μια ολιγάριθμη γλωσσική ομάδα και όχι μειονότητα με τη σημασία που έχει ο όρος στο διεθνές δίκαιο. Αναγνώριση του δικαιώμα­τος της αυτοδιάθεσης στη διάρκεια του πολέμου σήμαινε στην ουσία αναγνώ­ριση του δικαιώματος της απόσχισης, πράγμα που θα επιδρούσε αρνητικά στο αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.Κατά το ΚΚΕ, μόνο μετά τον πόλεμο θα επιλύονταν τα ζητήματα των Σλαβομακεδόνων με βάση τις δημοκρατικές αρχές. Όταν στις 20 Ιουνίου του 1944 ο Ανδρέας Τζήμας ως εκπρόσωπος του ΚΚΕ έφθασε στο Στρατηγείο του Tito και απέκτησε επαφή με τη σοβιετική αποστολή, στην πρώτη του έκθεση, στις 29.6.1944, για την κατάσταση στην Ελλάδα προς το στρατηγό Korneev, που ήταν επικεφαλής της σοβιετικής απο­στολής, αναφέρθηκε και στις γιουγκοσλαβικές κατηγορίες.«... Οι εντυπώσεις των Γιουγκοσλάβων για την Ελλάδα και οι πληροφο­ρίες που μεταδίδουν δεν είναι καθόλου αντικειμενικές... Μη κατανοώντας τη θέση μας στο Μακεδόνικο ζήτημα, μας προκαλούν πολλές δυσκολίες στα σύ­νορα. Πολλά στελέχη τους στα σύνορα διαδίδουν ότι ο στρατός μας είναι φα­σιστικός, ότι στην ΚΕ του ΚΚΕ δρα η Intelligence Service. Εμπόδισαν τους Μακεδόνες να λάβουν μέρος στις εκλογές της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης. Και αυτό παρά τη θερμή υποδοχή και υποστήριξη που βρί­σκουν σε μας. Απευθύνομαι σ' Εσάς με την παράκληση να μεσολαβήσετε για τη διόρθωση του κακού. Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν για 120.000 Μακεδόνες να χάσουμε τον ελληνικό λαό, η ευαισθησία του οποίου στο εθνικό ζήτημα τον τελευταίο καιρό έχει αναπτυχθεί φυσικά στο ανώτατο σημείο. Αυτή την ευαι­σθησία θέλουν να εκμεταλλευθούν όλες οι εξόριστες ελληνικές κυβερνήσεις για να αναπτύξουν στον ελληνικό λαό τη Μεγάλη Ιδέα και το σωβινισμό. Σας παρακαλώ να μεσολαβήσετε...»Η μεσολάβηση του Στρατηγού Korneev δεν κρίθηκε τελικά αναγκαία, διό­τι με την παρέμβαση του Tito το ζήτημα είχε ήδη διευθετηθεί. Τον Ιούνιο του 1944 η ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε να επιτρέψει την επάνοδο των σλαβόφωνων που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία, εφόσον προέβαιναν σε αυτοκριτική. Αν και το ΣΝΟΦ ως πολιτικός φορέας δεν ανασυστήθηκε, ωστόσο η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση χωριστών σλαβομακεδονικών ταγμάτων. Στην απόφαση αυτή εξωθήθηκε η ΚΕ του ΚΚΕ λόγω της α­νάγκης για μια στενότερη συνεργασία με τον Tito. Συνεργασία τόσο σε στρα­τιωτικό επίπεδο, λόγω των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερ­μανών το καλοκαίρι του 1944 κατά του ΕΑΑΣ και της ανασυγκρότησης της αυτονομιστικής βουλγαρικής οργάνωσης Οχράνα κυρίως στην περιοχή της Έδεσσας, όσο και σε πολιτικό, λόγω της αμηχανίας του ΚΚΕ μετά την υπο­γραφή της συμφωνίας του Αιβάνου. Στις 16 Ιουνίου 1944 ιδρύθηκε χωριστό σλαβομακεδονικό τάγμα στην περιοχή Αριδαίας-'Εδεσσας στα πλαίσια του 30ού συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την πρωτοβουλία για την ίδρυση είχε ο Μάρ­κος Βαφειάδης, με ενέργειες του οποίου το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εξέ­δωσε τη σχετική εντολή, παρά την αντίθετη γνώμη του Μακεδόνικου Γραφεί­ου". Διοικητής ορίστηκε ο Λευτέρης Φουντουλάκης από την Κρήτη και πολι­τικός επίτροπος ο Georgi-Dzodzo Urdov. Η βιασύνη που επιδείχτηκε σχετικά με τη σύσταση του σλαβομακεδονικού τάγματος στο Καϊμακτσαλάν πρέπει να αποδοθεί στην ανάγκη έγκαιρης υπονόμευσης των βάσεων της βουλγαρικής Οχράνας17. Στις 24 Ιουνίου 1944 ο Σιάντος τηλεγράφησε στον Ανδρέα Τζήμα να επιστήσει την προσοχή του Tito στις προσπάθειες των Γερμανών και των Βουλγάρων φασιστών να ιδρύσουν αυτονομιστικό κίνημα στη Μακεδονία, ό­πως και στην ανάγκη κοινών επιχειρήσεων μεταξύ ΕΛΑΣ και Σερβομακεδόνων (έτσι αποκαλούνται οι Σλαβομακεδόνες της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας) για τον προσεταιρισμό και τη στρατολόγηση των Σλαβομακεδόνων σε χωριστά σλαβομακεδονικά ένοπλα τμήματα. Προφανώς ο Σιάντος υπολόγι­ζε ότι ο Tito ήταν σε θέση να ελέγχει μελλοντικές διασπαστικές κινήσεις των Σλαβόφωνων.Η ανάδυση όμως της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» κατά την πρώτη σύνοδο της Αντιφασιστικής Συνέλευσης Εθνικής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας (ASNOM) στις 2 Αυγούστου 1944 αποτελούσε μια νέα παράμε­τρο στο Μακεδόνικο ζήτημα. Στο προεδρείο του ASNOM υπερίσχυσαν τα στοιχεία εκείνα που δεν διακρίνονταν για φιλογιουγκοσλαβικές τάσεις δίωκαν την κατοχύρωση του μέγιστου βαθμού ανεξαρτησίας της γιουγκοσλα­βικής Μακεδονίας από τον Tito και έδιναν προτεραιότητα στη συνένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας. Προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Tempo, πρό­εδρος εξελέγη ο Metodija -Andonov Cento και αντιπρόεδρος ο Panko Brasnarov, μέλος της VMRO (Ενωμένης) κατά το Μεσοπόλεμο.
-----------------------------
Στις 2 Αυγούστου 1944, επέτειο του Ήλιντεν, στο χωριό Χαλάρα (Pozdivista) της Καστοριάς, με την παρουσία εκπροσώπων του ΚΚΕ, του Κομμουνιστικού Κόμματος της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του πολιτι­κού επιτρόπου της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Ρένου Μιχαλέα ιδρύετο το σλαβομακεδονικό τάγμα Φλώρινας-Καστοριάς, γνωστό ως Τάγμα Goce. Διοικη­τής ήταν ο Ηλίας Δημάκης (ψευδώνυμο Goce) και πολιτικός επίτροπος ο Χρήστος Κόκκινος.Ο Goce επιδόθηκε σε μια συστηματική στρατολόγηση των Σλαβόφωνων για να αυξήσει τη δύναμη του Τάγματος που αρχικά είχε 400 άτομα. Ταυτό­χρονα, στρατιωτικοί σύνδεσμοι από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κυρίως ο Petre Bogdanov (ψευδώνυμο Kocko), προπαγάνδιζαν πάλι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και συνένωσης του «μακεδόνικου λαού», απαιτώντας την ίδρυ­ση Γενικού Στρατηγείου. Ο πολιτικός επίτροπος της IX. Μεραρχίας Ρένος Μιχαλέας, έχοντας μια ασαφή λενινιστική αντίληψη για το δικαίωμα της αυ­τοδιάθεσης, ήταν ανεκτικός απέναντι στις κινήσεις αυτές ερχόμενος συχνά σε σύγκρουση με το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ, το οποίο αργότερα τον κα­θαίρεσε από τη θέση του.Σε επιστολή του προς τον Λεωνίδα Στρίγκο τον Αύ­γουστο του 1944 μεταξύ άλλων έγραφε:«...Δεν δόσαμε φαρδιά, ελεύθερα ανα­λυμένο το σύνθημα της εθνικής ισοτιμίας. Δεν δόσαμε το χάρτη του Ατλαντι­κού χτήμα και κατάχτηση του λαϊκού αγώνα, αναλυμένο. Η Μακεδονία του Τίτο αντί να σταθεί πατρίδα του, τρόμος, διάλυση στην κεφαλαιοκρατία-φασισμό στάθηκε αγκάθι για μας. Ο Κύπριος χαιρετά την Ελεύθερη Ελλάδα και το χάρτη του Ατλαντικού και ο Μακεδόνας τον Τίτο και το χάρτη του Ατλαντικού. Έτσι και φαρδύτερα ή μάλλον βαθύτερα απ' την 6η Ολομέλεια θα του δείξουμε το σφιχταγκάλιασμα του 21 και Ίλιντεν και τότε στα μάτια του φω­τίζεται το σύνθημα μας σήμερα εθνική ισοτιμία...».Λόγω της επικίνδυνης αυτής εξέλιξης το τάγμα Goce με απόφαση του 28ου Συντάγματος της 10.9.1944 ενσωματώθηκε στο «Απόσπασμα Βίτσι». Δι­οικητής ορίστηκε ο Κοσμάς Σπανός-Αμύντας, Αρβανίτης από το Λέχοβο, και ο Goce υποβιβάστηκε σε καπετάνιο22. Στην ουσία όμως αυτός ήλεγχε και στο μέλλον το Τάγμα. Ταυτόχρονα, το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ αποφάσισε να παύσει τη στρατολόγηση των Σλαβόφωνων.Στις 12 Σεπτεμβρίου ο Στρίγκος έγραφε προς τον Σιάντο:«...Δεν μπορούμε να σας αποκρύψουμε τις σο­βαρές ανησυχίες που έχουμε όσον αφορά τη στάση των Σερβομακεδόνων. Φυ­σικά η στάση των Σλαυομακεδόνων εδώ στην Ελλάδα είναι πολύ καλή τώρα τελευταία. Συνεργασία με το ελληνικό στοιχείο και κοινή πάλη που όλο και δυναμώνει. Στην περιοχή Πέιου, δηλαδή στα Κορέστια έχουμε κάνει σοβαρή δουλειά και ο κόσμος ακολουθεί την πολιτική μας. Αλλά οι Σερβομακεδόνες εξακολουθούν να αποτελούν την πέτρα του σκανδάλου, πρώτα έχουμε το γράμμα-τελεσίγραφο εκ μέρους του Μακεδόνικου Στρατηγείου που σας στεί­λαμε (πρόκειται για την εγκύκλιο της 17.6.1944). Έπειτα είναι η προσπάθεια τους να εξοπλίσουν τους Σλαυομακεδόνες χωρίς να μας δίνουν εμάς όπλα. Η δεύτερη αντιπροσωπεία μας που πήγε στην Πρέσπα για να πάρει οπλισμό (η άλλη είναι στο Καϊμακτσαλάν) μας καταγγέλει ένα σωρό πράγματα. Μέσα σε όλους τους σχηματισμούς των σλαυομακεδόνων ο Πέγιος έχει ηρωοποιηθεί, γίνονται πλατιά συζητήσεις ότι η Φλώρινα, η Καστοριά και η Θεσσαλονίκη α­νήκουν στη Μακεδονία... Από τη δική μας πλευρά νομίζουμε ότι χωρίς να φαίνεται πρέπει να σταματήσουμε κάθε στρατολογία από Σλαυομακεδόνες και να συνεχίσουμε την πολιτική μας της μεγαλύτερης προσέγγισης Σλαυομα­κεδόνων - Ελλήνων. Επίσης όμως κατά τη γνώμη μας [είναι] απαραίτητο να ε­νεργήσετε γρήγορα στον Τίτο γιατί η στάση ορισμένων στελεχών αγγίζει τα ό­ρια της προβοκάτσιας...»".Ο Goce αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή του Μακεδόνικου Γραφείου για παύση της στρατολογίας και δεχόταν στο τάγμα του χωρίς έλεγχο ταυτότητας άτομα τόσο από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία όσο και από τη Βουλγαρία,κυρίως Βουλγαρομακεδόνες που στη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαν μετα­ναστεύσει στη Βουλγαρία από την ελληνική Μακεδονία24. Θεώρησε αναγκαίο να στείλει στο Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας τον Πέγιο και το Θανάση Κοροβέση (Atanas Korovesov) για τη λήψη οδηγιών, ώστε να συντονίσει την περαιτέρω δράση του. Τέλη Σεπτεμβρίου 1944 οι Πέγιος και Κοροβέσης μετέφεραν στο Τάγμα τις «ντιρεκτίβες», όπως τις χαρακτήριζαν, του Γενικού Στρατηγείου. Σύμφωνα μ' αυτές, το Τάγμα Goce όφειλε να συνε­χίσει τη στρατολόγηση και να απαιτεί από το ΚΚΕ τη συγκρότηση ιδιαίτερου μακεδόνικου στρατού και επιτελείου. Σε περίπτωση που το ΚΚΕ αρνούνταν να προβεί σ' αυτές τις παραχωρήσεις, ο Goce θα έπρεπε να προχωρήσει στην επιστράτευση όσο το δυνατόν περισσότερων Σλαυομακεδόνων και να οδηγή­σει το Τάγμα του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Εκεί οι νεοεπιστρατευθέντες θα εξοπλίζονταν και το Τάγμα Goce ενισχυμένο με δυνάμεις από τη γιου­γκοσλαβική Μακεδονία θα κατερχόταν στην ελληνική Μακεδονία για την απε­λευθέρωση της Φλώρινας, Καστοριάς, 'Εδεσσας και άλλων περιοχών όπου υ­πήρχαν ακόμη Γερμανοί.Η αναγγελία το)ν οδηγιών του Γενικού Στρατηγείου έγινε δεκτή με σκεπτι­κισμό από ορισμένα ηγετικά μέλη του Τάγματος, τα οποία γνώριζαν καλά ότι το ΚΚΕ δεν θα ικανοποιούσε τα αιτήματα τους και έτσι θεωρούσαν πολύ πιθα­νή μια σύγκρουση του Τάγματος με τον ΕΛΑΣ. Ο αρμόδιος για πολιτικά θέμα­τα στο επιτελείο του Τάγματος, Ναούμ Σουπούρκας (Naum Sopurkov), συμβού­λεψε στις 3.10.1944 τον πολιτικό επίτροπο του Τάγματος, Χρήστο Κόκκινο (Hristo Kolencev), να ενημερώσει προληπτικά την κομματική οργάνωση. Αν πράγματι ο τελευταίος πληροφόρησε το ΚΚΕ για τα συγκεκριμένα αυτά σχέδια του Goce δεν είναι εξακριβωμένο, αλλά το ταξίδι του Κοροβέση στη γιουγκο­σλαβική Μακεδονία και οι επαφές του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβι­κής Μακεδονίας με το Τάγμα Goce ήταν ήδη γνωστά στην κομματική οργάνωση Καστοριάς. Με επιστολή του προς το Μακεδόνικο Γραφείο (1.10.1944) ο γραμ­ματέας της οργάνωσης Καστοριάς του ΚΚΕ Α. Αντωνόπουλος επισήμανε τον κίνδυνο από τη δράση των «Σερβομακεδόνων» και ενημέρωνε το Μακεδόνικο Γραφείο για ληφθείσα απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση του Τάγματος από πρώην αυτονομιστικά στελέχη της Οχράνας και από ξενόφερτα στοιχεία.Διαβλέποντας τον κίνδυνο μιας νέας διασπαστικής κίνησης, το 28ο Σύ­νταγμα διέταξε το Τάγμα Goce να μετακινηθεί προς τη Σιάτιστα για να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις κατά των Γερμανών. Ο Goce αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή, διότι έτσι θα απομακρυνόταν από τη συνοριακή γραμμή που του ε­ξασφάλιζε κάλυψη. Στις 5 Οκτωβρίου 1944 στο χωριό Μελάς πραγματοποιή­θηκε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων της IX. Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και εκ­προσώπων του Τάγματος, χωρίς να επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Νεότερη διαταγή του 28ου Συντάγματος για κάλυψη από το Τάγμα περιοχών που είχε εγκαταλείψει αγνοήθηκε από τον Goce, ο οποίος με το σύνθημα «Ελεύθερη Μακεδονία» συνέχισε τη βίαιη στρατολόγηση και εφοδιαζόταν με όπλα και τρόφιμα από τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Το τάγμα του έφθασε τους 1.500 άνδρες. Ενόψει της δυσάρεστης αυτής τροπής των πραγμάτων, ο Διοι­κητής της IX. Μεραρχίας Καλαμπαλίκης, παρά την αντίθετη γνώμη του Α. Στρίγκου, ο οποίος προφανώς ήθελε να ενημερωθεί ο Tito για το ζήτημα Goce, εξασφάλισε την έγκριση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ για επίθε­ση κατά του Τάγματος. Στις 10.10.1944 το Επιτελείο του 28ου Συντάγματος διέταξε τελεσιγραφικά τον Goce να αφοπλίσει το Τάγμα του. Όσοι είχαν επι­στρατευθεί βίαια μπορούσαν να απολυθούν και οι υπόλοιποι να ενταχθούν σε νέο σύνταγμα.Για να αποφύγει μια άμεση αντιπαράθεση με τον ΕΛΑΣ ο Goce, μετά από παρότρυνση του Kocko, διέταξε το Τάγμα του στις 12.10.1944 να καταφύγει στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πράγμα που έγινε χωρίς να σημειωθεί ουσιαστική σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ, παρά μονάχα μικρο-συμπλοκές οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει από τις 5 Οκτωβρίου. Την ίδια οδό επέλεξε και το σλαβόφωνο Τάγμα Αριδαίας-'Εδεσσας, δυνάμεως 575 αν­δρών, το οποίο δρούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό ως ανεξάρτητο. Τη νύχτα της 12.10.1944 το Τάγμα υπό την ηγεσία του επιτελικού μέλους Pavle Rakovski αυτομόλησε κρυφά στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για να μη κινηθεί η υπο­ψία του Διοικητού του Τάγματος Λ. Φουντουλάκη για την επικείμενη αυτομο-λία, ο πολιτικός επίτροπος του Τάγματος Georgi-Dzodzo Urdov παρέμεινε τη νύχτα εκείνη στην Ελλάδα και λιποτάκτησε την επόμενη μέρα.Μόλις έγινε γνωστή η λιποταξία του Τάγματος Goce, αντιπροσωπεία της IX. Μεραρχίας, αποτελούμενη από τους Ρένο Μιχαλέα, το σλαβόφωνο Μιχά­λη Κεραμιτζή (Mihailo Keramidziev), εκπρόσωπο της ΠΕΕΑ στην Καστοριά, και Λάμπρο Τσολάκη μετέβη στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκο­σλαβικής Μακεδονίας για να αναφέρει τη διάσπαση και να διευθετήσει τα νέα ζητήματα που ανέκυψαν. Η συνάντηση με τους Tempo, Radosavljevic και Kolisevski δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα καθώς όλοι κατηγόρησαν το ΚΚΕ για εσφαλμένη πολιτική στο Μακεδόνικο και ενέκριναν τη συμπεριφορά του Goce. Το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ έστειλε επίσης τον Τάκη Παπαδό­πουλο (ψευδώνυμο Νίκος) που συναντήθηκε με τον Tempo και ζήτησε την κα­ταδίκη της στάσης των ταγμάτων, την επιδοκιμασία της γραμμής του ΚΚΕ, τη διακοπή κάθε επαφής με τα τάγματα και την επιστροφή τους στην Ελλάδα.Η γιουγκοσλαβική πλευρά αντέδρασε και απαίτησε την πλήρη ελευθερία στρα­τολόγησης των «Μακεδόνων», την πολιτική τους οργάνωση σε ένα εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο, το σχηματισμό λαϊκής δημοκρατικής κυβέρνησης στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, την παραχώρηση του δικαιώματος της αυτο­διάθεσης και τη συγκρότηση μιας μικτής επιτροπής για τη διευθέτηση των ζη­τημάτων.Με τηλεγράφημα του στο Στρατηγείο του Tito, στις 29.10.1944, ο Tempo ζήτησε να δοθεί φανερά από την επίσημη γιουγκοσλαβική πλευρά πλή­ρης υποστήριξη στο μακεδόνικο εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα στην Ελλάδα, διότι οι Έλληνες «εκμεταλλεύονται πλήρως τη σιωπή μας και φανερά τονί­ζουν ότι ο Tito καταδικάζει το μακεδόνικο εθνικό κίνημα στην Ελλάδα και δε θα αναμιχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Επίσης κρίνουμε ότι θα πρέπει να μας στείλετε όσο γίνεται γρηγορότερα όσο το δυνατόν περισσότερο εξοπλισμό για να μπορέσουμε να εξοπλίσουμε, εκτός από το στρατό μας, και τις μακεδόνικες ταξιαρχίες από την Ελλάδα που σταθερά αυξάνουν σε δύνα­μη και μπορούν να φθάσουν μέχρι και 10.000 μαχητές -εθελοντές- σε σύντο­μο χρόνο...».Ανδρες του Τάγματος του Goce διείσδυαν μετά τη διάσπαση στην ελληνι­κή Μακεδονία διανέμοντας προκηρύξεις με περιεχόμενο για «Ελεύθερη και Ανεξάρτητη Μακεδονία» και επιδιώκοντας νέα στρατολόγηση".Έτσι, τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα της ασφάλειας των ελληνο-γιουγκοσλαβικών συνόρων. Τμήματα του 27ου Συντάγματος φρουρούσαν ήδη το τμήμα της Μεθορίου Πρεσπών και τμήματα του «Αποσπάσματος Βίτσι» το τμήμα από Ακρίτα μέ­χρι Αγία Παρασκευή, ενώ το Μακεδόνικο Γραφείο του ΚΚΕ θεώρησε ανα­γκαίο να αποφασίσει τον Οκτώβριο του 1944 το κλείσιμο των συνόρων. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ο Διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας Ευριπίδης Μπακιρτζής διέταξε στις 3.11.1944 τη Χ. και IX. Με­ραρχία να συγκροτήσουν συνοριακούς τομείς για τη διαφύλαξη των συνόρων και τον έλεγχο των κυριοτέρων διαβάσεων. Η διαταγή κατέληγε τονίζοντας την ανάγκη «η σύνθεσις των τμημάτων των τομέων να είναι τοιαύτη ώστε να μην υπάρχει περίπτωσις ενασκήσεως προπαγάνδας υπό των αυτονομιστών Μακεδονίας». Για ευνόητους λόγους από την επάνδρωση των συνοριακών τομέων αποκλείονταν Σλαβόφωνοι που δεν είχαν την εμπιστοσύνη του ΕΑΜ42. Για να εξουδετερώσει το ΚΚΕ τη γιουγκοσλαβομακεδονική προπαγάνδα απο­φάσισε να θέσει σε εφαρμογή τις διακηρύξεις περί ισοτιμίας των μειονοτή­των. Έτσι άρχισαν ενόψει της απελευθέρωσης να ιδρύονται σλαβομακεδονικά σχολεία και να αναπτύσσεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης με την το­ποθέτηση στελεχών που προέρχονταν από τους Σλαβόφωνους.Από το Τάγμα Goce και το Τάγμα Αριδαίας-Έδεσσας συγκροτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου στο Μοναστήρι η «Πρώτη Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης», σκο­πός της οποίας ήταν η «απελευθέρωση της Μακεδονίας του Αιγαίου». Διοικη­τής ορίστηκε ο Ηλίας Δημάκης (Ilija Dimovski-Goce), υποδιοικητής ο Ναούμ Πέγιος (Naum Pejov), πολιτικός επίτροπος ο Μιχάλης Κεραμιτζής (Mihailo Keramidziev) και υποεπίτροπος ο Βαγγέλης Αγιάννης (Vangel Ajanovski-Oce). Επίσης στα στρατόπεδα του Stip και των Σκοπίων εισέρρεαν Βουλγαρομακεόόνες, μετανάστες στη Βουλγαρία από τη ελληνική Μακεδονία κατά το Μεσοπόλεμο, εμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές, πρόθυμοι ν' αγωνι­στούν για την «απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης». Τα αλυτρωτικά αυτά σχέ­δια είχαν την υποστήριξη τόσο του Γενικού Στρατηγείου της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας (Apostolski, Uzunovski) όσο και του Προέδρου Metodija Andonov-Cento.Ο Tito ήταν ωστόσο ιδιαίτερα επιφυλακτικός και κάλεσε τον Πασχάλη Μητρόπουλο το Νοέμβριο στο Βελιγράδι για να του αναγγείλει ότι ήταν πολύ πρόωρο να τεθεί στην παρούσα χρονική στιγμή το ζήτημα της απε­λευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Παρά τις οδηγίες του Tito ο Μητρόπουλος προχωρούσε στις 3 Δεκεμβρίου στη συγκρότηση της «Πολιτικής Επιτροπής της Μακεδονίας του Αιγαίου».Ενώ στην Αθήνα είχε αρχίσει το Δεκεμβριανό κίνημα, στο Μοναστήρι συζητούνταν η κάθοδος της «Αιγαιακής Ταξιαρχίας Κρούσης» στην Ελλάδα. Είχε εκφράσει την επιθυμία να πολεμήσει ως «μακε­δόνικος στρατός» μαζί με τον ΕΛΑΣ εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο. Ο Ανδρέας Τζήμας, διαισθανόμενος ότι σε περίπτωση που η «Αιγαιακή Ταξιαρ­χία Κρούσης» κατερχόταν στην Ελλάδα ως «μακεδόνικος στρατός» θα κατε­λάμβανε μακεδόνικες πόλεις και στην ουσία θα στρεφόταν κατά του ΕΛΑΣ, μετέβη στις 14.12.1944 στο Μοναστήρι και δήλωσε ότι η Ταξιαρχία ή θα έπρε­πε να παραδώσει τον οπλισμό της στον ΕΛΑΣ ή να διαλυθεί και να κατέλθει στην Ελλάδα μόνο ως τμήμα του ΕΛΑΣ για να πολεμήσει εναντίον του Ζέρβα.Οι κινήσεις της «Αιγαιακής Ταξιαρχίας Κρούσης» προκάλεσαν την ανη­συχία του Maclean, αρχηγού της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στη Γιουγκοσλαβία, ο οποίος στα μέσα Δεκεμβρίου διαμαρτυρήθηκε στον Tito. Ο Tito έσπευσε να τον διαβεβαιώσει ότι καμιά στρατιωτική μονάδα δε θα περ­νούσε τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Με μια πολιτική ηγεσία στα Σκό­πια που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδο­νίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία όσο για την απόσχιση και την ίδρυση μιας Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας, στο βαθμό που η Γιουγκοσλαβία δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί ολοκληρωτικά και προτεραιότητα για τη γιου­γκοσλαβική πολιτική είχε το ζήτημα της Τεργέστης, ο Tito, εφαρμόζοντας την πολιτική των λεπτών ισορροπιών, δεν επιθυμούσε μια σύγκρουση με τους Αγγλους. Με επιστολή του στο Γενικό Στρατηγείο της γιουγκοσλαβικής Μα­κεδονίας απαγόρευε στην «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» να κατέλθει στην Ελλάδα.Προς μεγάλη της δυσαρέσκεια η Ταξιαρχία έπαιρνε διαταγή λίγο αργότερα να πολεμήσει εναντίον αλβανικών εθνικιστικών ομάδων του Balli Kombetar στο Gostivar. Όσοι ήρθαν από τη Βουλγαρία αυτοεμφανιζόμενοι ως Μακεδόνες εθνικιστές διατάχθηκαν να πολεμήσουν εναντίον των Γερμα­νών στο μέτωτο του Srem. Οι αρνηθέντες καταδικάστηκαν από στρατοδικείο σε θάνατο και φυλάκιση από 1 μέχρι 8 ετών, τελικά όμως τους απονεμήθηκε χάρη50. Η «Αιγαιακή Ταξιαρχία Κρούσης» διαλύθηκε στις 6 Μαΐου 1945 και εντάχθηκε στο γιουγκοσλαβικό στρατό, ενώ ο Tito απέκτησε σταδιακά τον έ­λεγχο στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία.Το αποσχιστικό κίνημα του Goce έχει γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσε­ων. Η επίσημη ιστοριογραφία των Σκοπίων θεωρεί τις διασπαστικές κινήσεις των Σλαβομακεδόνων αποτέλεσμα της εσφαλμένης πολιτικής του ΚΚΕ στο Μακεδόνικο και των υποχωρήσεων του ΕΑΜ προς την ελληνική αντίδραση και την αγγλική πολιτική (Λίβανος, Καζέρτα), πράγμα που προκάλεσε στους Σλαβομακεδόνες το φόβο παλινόρθωσης του παλαιού αστικού σοβινιστικού καθεστώτος και ενέτεινε την ανάγκη διαφοροποίησης από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.Η ερμηνεία αυτή είναι a posteriori και εσφαλμένη. Εντάσσεται στη γενικότερη ά­ποψη της πρώην γιουγκοσλαβικής ιστοριογραφίας, η οποία θεωρούσε ως βα­σική αιτία της ήττας του ΕΑΜ τη μη συγκρότηση Βαλκανικού Στρατηγείου και την προσχώρηση του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πράγμα που έφερε το αντιστασιακό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε άμεση εξάρτηση από την αγγλική πολιτική. Όταν εκδηλώθηκε η διάσπαση του Πέγιου, δεν είχε ακό­μη υπογραφθεί η συμφωνία του Λιβάνου. Ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρ­νησης εθνικής ενότητας ήταν ένα γενικό φαινόμενο στις χώρες που είχαν α­ντιστασιακά κινήματα. Και ο Tito είχε συνάψει στις 16 Ιουνίου 1944 συμφω­νία με την εξόριστη κυβέρνηση Subasic. Αλλωστε και οι παρτιζάνοι του Tito ε­νισχύονταν από τους Αγγλους. Το ΚΚΕ δεν μπορούσε να εφαρμόσει την πο­λιτική του ΚΚΓ στο Μακεδόνικο, διότι οι συνθήκες στην ελληνική Μακεδονία ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Τα αυτο­νομιστικά κινήματα των Σλαβομακεδόνων της ελληνικής Μακεδονίας ήταν προ πάντων αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής των πολιτικών και στρα­τιωτικών φορέων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και υποδαυλίστηκαν από τους στρατιωτικούς συνδέσμους που δρούσαν στην ελληνική Μακεδονία".Την ίδια πολιτική ασκούσαν και σε σχέση με τη βουλγαρική Μακεδονία πριν ακόμη από την πολιτική μεταβολή της 9ης Σεπτεμβρίου. Η απήχηση ωστόσο δεν ήταν πολύ μεγάλη. Με βίαιη στρατολόγηση ο Goce επιστράτευσε περίπου 1.500 άτομα και ο Urdov 575, ενώ στις τάξεις του ΕΛΑΣ πολεμούσαν 5.000 Σλαβόφωνοι. Πολλοί από αυτούς που ακολούθησαν τον Goce σύντομα αντι­λήφθηκαν την τυχοδιωκτική τους κίνηση και εξέφρασαν την επιθυμία επι­στροφής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ναούμ Σουπούρκα, αρμόδι­ου για πολιτικά θέματα στο επιτελείο του Τάγματος Goce.Ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ αναφέρονται επίσης στην αυτονομιστική προ­παγάνδα των Γιουγκοσλάβων πρακτόρων στην ελληνική Μακεδονία. Εκφρά­ζουν ωστόσο και την άποψη ότι οι Αγγλοι υποδαύλισαν τη διασπαστική κίνηση του Goce. Ο Λ. Στρίγκος γράφει στη μεταπολεμική του έκθεση προς την ΚΕ του ΚΚΕ: «Η διάσπαση του Γκώτσε στα τμήματα της 9ης Μεραρχίας κα­θοδηγούνταν -απ' όλα τα στοιχεία που υπήρχαν- άμεσα από την κλίκα Μη-τρόφσκυ. Η διάσπαση αυτή έγινε ακριβώς στις παραμονές της απελευθέρωσης της Ελλάδας και είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια των Αγγλων, δηλ. να μας αδυνατίσει στις πιο αποφασιστικές στιγμές. Οι Αγγλοι από το ένα μέρος έκαναν ρίψεις στο τμήμα του Γκώτσε για να το ενισχύσουν και από το άλλο μέρος με τους πράκτορες τους ή τους ανθρώπους που επηρέαζαν (Καλαμπα-λίκης, Μπακιρτζής κ.λ.π.) προσπαθούσαν να μας παρασύρουν για να συγκε­ντρώσουμε τις δυνάμεις κατά του τμήματος του Γκώτσε. Ο Καλαμπαλίκης εί­χε ζητήσει προσανατολισμό των δυνάμεων προς τον Γκώτσε και αυτό ματαιώ­θηκε με την επέμβαση της οργάνωσης. Ο Μπακιρτζής επίσης ζητούσε τις πα­ραμονές ακριβώς της συγκέντρωσης των δυνάμεων μας στη Θεσσαλονίκη να προσανατολίσουμε τις δυνάμεις μας προς τον Γκώτσε. Και αυτό επίσης μα­ταιώθηκε χάρη στην επέμβαση της κομματικής οργάνωσης».Ακραίες απόψεις εκφράζει ο Μάρκος Βαφειάδης που μαζί με τον Μπα­κιρτζή διοικούσε την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας. «...Οι Εγγλέζοι που κι έτσι υποδαύλιζαν σοβινιστές διαθέσεις μέσα στο σλαβομακεδονικό στοιχείο, τους ήρθε καλούπι η τέτοια ατμόσφαιρα [εννοεί την πολιτική ατμόσφαιρα με­τά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου] και δεν άργησαν να σπρώ­χνουν σε ανοιχτή σύγκρουση τα σλαβομακεδονικά τμήματα, ιδιαίτερα κείνο που 'ταν στο Βίτσι, με τ' άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ "που είναι ξένα σε μακεδό­νικο έδαφος". Αρχισε να μην εκτελεί διαταγές, σιωπηρά στην αρχή, με τη δή­λωση της διοίκησης (Γκότσε) του τάγματος ότι "είναι τμήμα ανεξάρτητο". Ότι ο Γκότσε βλέπονταν με τον Αγγλο λοχαγό 'Εβανς είχε πια μαθευτεί και ύστερα από λίγο διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα 'Εβανς-Γκότσε έγινε συμφωνία χρηματι­κή, όπλα, πυρομαχικά, με ρίψεις ανεφοδιασμού του τάγματος, με σκοπό, μαζί με το άλλο τάγμα του Πάικου, να καταλάβει τη Σαλονίκη.. .».Ότι οι Αγγλοι τον Οκτώβριο του 1944 προσπαθούσαν να αποτρέψουν την είσοδο του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ότι Αγγλοι στρατιωτικοί έφθασαν στο σημείο, στα πλαίσια προσπαθειών για εξασθένιση του ΕΛΑΣ, να ενθαρρύνουν αλυτρωτικές βλέψεις των Σλαβομακεδόνων σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, είναι μια αυθαίρετη υπόθεση που δεν εναρμονίζεται με την αγγλική πολιτική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι απόψεις του Στρίγκου και του Βαφειάδη οφείλονται στις πολιτικές τους προ­καταλήψεις για το ρόλο των Αγγλων. Ο Αγγλος λοχαγός P. Η. Evans, στρατιωτικός σύνδεσμος στη Δυτική Μακεδονία (Μάρτιος-Δεκέμβριος 1944), στην απόρρητη έκθεση απολογισμού των δραστηριοτήτων του (1.12.1944) δεν ανα­φέρει καμιά ιδιαίτερη συναλλαγή με τον Goce, παρά μονάχα ότι συναντήθηκε μία φορά μαζί του. Ο Evans, που παραδέχεται ότι δε γνωρίζει το Μακεδόνι­κο Ζήτημα, δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη ενός σλαβομακεδονικού πατριωτι­κού αισθήματος, το οποίο όμως μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο ως το­πικιστικό αίσθημα. Εκείνο που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στο νεαρό α­ξιωματικό ήταν η ρευστότητα της εθνικής συνείδησης των Σλαβομακεδόνων που καθοριζόταν κυρίως από ωφελιμιστικά κίνητρα. Το τελικό συμπέρασμα του Evans είναιπως οι Σλαβομακεδόνες μπορούν άνετα να παραμείνουν στο ελληνικό κράτος, εφόσον τους εξασφαλιστούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και τους επιτραπεί να μιλούν το τοπικό τους ιδίωμα και πως δεν υπάρχουν α­ντικειμενικές προϋποθέσεις για «Ελεύθερη Μακεδονία».Αναμφισβήτητα το ΚΚΕ κατά την περίοδο της κατοχής, για να μη δια­σπαστεί η ενότητα του ΕΑΜ, έδειξε ευαισθησία στο Μακεδόνικο ζήτημα. Η α­ναγνώριση ωστόσο της ύπαρξης «μακεδόνικου έθνους», που αποτελεί το βα­σικό λάθος του ΚΚΕ και την αιτία της αντιφατικής του πολιτικής, η εμπλοκή του εθνικού πεδίου με το ιδεολογικό και προ πάντων η επενέργεια εξωγενών παραγόντων συνετέλεσαν ώστε στους Σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδο­νίας να γεννηθούν πολιτικές επιλογές, διαφορετικές από την επίσημη κομμα­τική θέση. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν ανεξέλεκτη και η πλειοψηφία των Σλα­βόφωνων προτίμησε να πολεμήσει στις τάξεις του ΕΛΑΣ και όχι του ΣΝΟΦ και του τάγματος Goce. Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα μετά τη Βάρκιζα και ο εμφύλιος πόλεμος έφεραν την ηγεσία του ΚΚΕ προ δύσκολων αποφάσεων και κατέστησαν το Μακεδόνικο την αχίλλειο πτέρνα του.
----------------------------------------------