Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ποιήματα (ΙΙ)

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ποιήματα (ΙΙ)


Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα (1921)
Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ. (1921)
Ο Δημάρατος (1921)
Εκόμισα εις την Τέχνη (1921)
Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου (1921)
Τεχνουργός Κρατήρων (1921)
Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες (1922)
Προς τον Αντίοχον Επιφανή (1922)
Σ’ ένα βιβλίο παληό — (1922)
Εν απογνώσει (1923)
Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής (1923)
Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.) (1923)
Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν (1923)
Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος (1924)
Ήλθε για να διαβάσει (1924)
Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια (1924)
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει (1924)
Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία (1924)
Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.Χ. (1925)
Από υαλί χρωματιστό (1925)
Το 25ον έτος του βίου του (1925)
Εις Ιταλικήν παραλίαν (1925)
Στο πληκτικό χωριό (1925)
Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω (1925)
Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς (1926)
Η αρρώστια του Κλείτου (1926)
Εν δήμω της Μικράς Ασίας (1926)
Ιερεύς του Σεραπίου (1926)
Μέσα στα καπηλειά (1926)
Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών (1926)
Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας (1926)
Άννα Δαλασσηνή (1927)
Μέρες του 1896 (1927)
Παλαιόθεν Ελληνίς (1927)
Μέρες του 1901 (1927)
Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών (1927)
Ουκ έγνως (1928)
Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου - στο 24ον έτος του (1928)
Εν Σπάρτη (1928)
Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην (1928)
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. (1928)
Εν πορεία προς την Σινώπην (1928)
Μέρες του 1909, '10, και '11 (1928)
Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη) (1928)
Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης (1928)
Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ. (1929)
Αλέξανδρος Ιανναίος, και Αλεξάνδρα (1929)
Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ (1929)
Στον ίδιο χώρο (1929)
Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων (1929) 
Ο καθρέπτης στην είσοδο (1930)
Ρωτούσε για την ποιότητα (1930)
Ας φρόντιζαν (1930)
Στα 200 π.Χ. (1931)
Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων (1931)
Μέρες του 1908 (1932) 
Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας (1933) 
Αποκηρυγμένα
Βακχικόν (1886)
Ο Ποιητής και η Μούσα (1886)
Κτίσται (1891)
Λόγος και Σιγή (1892)
Σαμ ελ Νεσίμ (1892)
Αοιδός (1892)
Vulnerant Omnes, Ultima Necat (1893)
Καλός και Κακός Καιρός (1893)
Τιμόλαος ο Συρακούσιος (1894)
Η Ψήφος της Αθηνάς (1894)
Το Καλαμάρι (1894)
Φωναί Γλυκείαι (1894)
Ελεγεία των Λουλουδιών (1895)
Ώραι Μελαγχολίας (1895)
Ωδή και Ελεγεία των Οδών (1896)
Ο Οιδίπους (1896)
Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού (1896)
Ένας Έρως (1896)
Μνήμη (1896)
Ο Θάνατος του Αυτοκράτορος Τακίτου (1897)
Τα Δάκρυα των Αδελφών του Φαέθοντος (1897)
Τα Βήματα των Ευμενίδων (1897)
Η Αρχαία Τραγωδία (1897)
Ο Οράτιος εν Αθήναις (1897)
Φωνή απ’ την Θάλασσα (1898)
Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν (1898)
Η Κηδεία του Σαρπηδόνος (1898)
Ανέκδοτα
Ο Βεϊζαδές προς την Ερωμένην του (1884)
Dünya Güzeli (1884)
Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα... (1885)
Το Νιχώρι (1885)
Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον (1891)
«Nous n’osons plus chanter les roses» (1892)
Ινδική Εικών (1892)
Πελασγική Εικών (1892)
Το Μετέπειτα (1892)
Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου (1892)
Κυανοί Οφθαλμοί (1892)
Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου (1893)
Έμπορος Αλεξανδρεύς (1893)
Λαγίδου Φιλοξενία (1893)
Εν τω Κοιμητηρίω (1893)
Πριάμου Νυκτοπορία (1893)
Επιτάφιον (1893)
Θεατής Δυσαρεστημένος (1893)
Όποιος απέτυχε (1894)
Το Πιόνι (1894)
Τρόμος (1894)
Στο Σπίτι της Ψυχής (1894)
Βροχή (1894)
La Jeunesse blanche (1895)
Γνωρίσματα (1895)
Αιωνιότης (1895)
Σύγχυσις (1896)
Σαλώμη (1896)
Χαλδαϊκή Εικών (1896)
Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις (1896)
Η Τράπεζα του Μέλλοντος (1897)
Αδύνατα (1897)
Πρόσθεσις (1897)
Ανθοδέσμαι (1897)
Λοεγκρίν (1898)
Η Υποψία (1898)
Η Επέμβασις των Θεών (1899)
Ο Βασιλεύς Κλαύδιος (1899)
Η Ναυμαχία (1899)
Στρατηγού Θάνατος (1899) ;
Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως (1900)
Οι Εχθροί (1900)
Τεχνητά Άνθη (1903)
Θεόφιλος Παλαιολόγος (1903) ;
Δυνάμωσις (1903) ;
Ο Σεπτέμβρης του 1903 (1904)
Ο Δεκέμβρης του 1903 (1904)
Ο Γενάρης του 1904 (1904)
Στες Σκάλες (1904)
Στο Θέατρο (1904)
Ποσειδωνιάται (1906)
Το Τέλος του Αντωνίου (1907)
27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ. (1908)
Κρυμμένα (1908)
Έρωτος Άκουσμα (1911)
«Τα δ' άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι» (1913)
Έτσι (1913)
Επάνοδος από την Ελλάδα (1914)
Φυγάδες (1914)
Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των (1915)
Μισή Ώρα (1917)
Σπίτι με Κήπον (1917)
Μεγάλη Εορτή στου Σωσιβίου (1917)
Συμεών (1917)
Ο Δεμένος Ώμος (1919)
Νομίσματα (1920)
Πάρθεν (1921)
Απ' το Συρτάρι (1923)

=========================================


Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα


Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
την νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει.
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.
Του Βάλα είμ’ εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.
Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει —
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).



Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· 
ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.


Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.


Ο Δημάρατος


Το θέμα, ο Χαρακτήρ του Δημαράτου,
που τον επρότεινε ο Πορφύριος, εν συνομιλία,
έτσι το εξέφρασεν ο νέος σοφιστής
(σκοπεύοντας, μετά, ρητορικώς να το αναπτύξει).

«Πρώτα του βασιλέως Δαρείου, κ’ έπειτα
του βασιλέως Ξέρξη ο αυλικός·
και τώρα με τον Ξέρξη και το στράτευμά του,
νά επί τέλους θα δικαιωθεί ο Δημάρατος.

»Μεγάλη αδικία τον έγινε.
Ήταν του Αρίστωνος ο υιός. Αναίσχυντα
εδωροδόκησαν οι εχθροί του το μαντείον.
Και δεν τους έφθασε που τον εστέρησαν την βασιλεία,
αλλ’ όταν πια υπέκυψε, και το απεφάσισε
να ζήσει μ’ εγκαρτέρησιν ως ιδιώτης,
έπρεπ’ εμπρός και στον λαό να τον προσβάλουν,
έπρεπε δημοσία να τον ταπεινώσουν στην γιορτή.

»Όθεν τον Ξέρξη με πολύν ζήλον υπηρετεί.
Με τον μεγάλο Περσικό στρατό,
κι αυτός στην Σπάρτη θα ξαναγυρίσει·
και βασιλεύς σαν πριν, πώς θα τον διώξει
αμέσως, πώς θα τον εξευτελίσει
εκείνον τον ραδιούργον Λεωτυχίδη.

»Κ’ η μέρες του περνούν γεμάτες μέριμνα·
να δίδει συμβουλές στους Πέρσας, να τους εξηγεί
το πώς να κάμουν για να κατακτήσουν την Ελλάδα.

»Πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο
είν’ έτσι ανιαρές του Δημαράτου η μέρες·
πολλές φροντίδες, πολλή σκέψις και για τούτο
καμιά στιγμή χαράς δεν έχει ο Δημάρατος·
γιατί χαρά δεν είν’ αυτό που αισθάνεται
(δεν είναι· δεν το παραδέχεται·
πώς να το πει χαρά; εκορυφώθ’ η δυστυχία του)
όταν τα πράγματα τον δείχνουν φανερά
που οι Έλληνες θα βγούνε νικηταί.»



Εκόμισα εις την Τέχνη


Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην— κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές· ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυάζουσα τες μέρες.



Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου


Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ’ οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτ’ η Εκκλησία· να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς·
και θα του έπαυαν —πράγμα φρικτόν—
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Αλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα —
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν —αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.



Τεχνουργός Κρατήρων


Εις τον κρατήρα αυτόν από αγνόν ασήμι —
που για του Ηρακλείδη έγινε την οικία,
ένθα καλαισθησία πολλή επικρατεί —
ιδού άνθη κομψά, και ρύακες, και θύμοι,
κ’ έθεσα εν τω μέσω έναν ωραίον νέον,
γυμνόν, ερωτικόν· μες στο νερό την κνήμη
την μια του έχει ακόμη.— Ικέτευσα, ω μνήμη,
να σ’ εύρω βοηθόν αρίστην, για να κάμω
του νέου που αγαπούσα το πρόσωπον ως ήταν.
Μεγάλη η δυσκολία απέβη επειδή
ως δέκα πέντε χρόνια πέρασαν απ’ την μέρα
που έπεσε, στρατιώτης, στης Μαγνησίας την ήτταν.



Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες


Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς·
τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.
Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας.—


Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιού·
έβδομον έτος Πτολεμαίου, Λαθύρου.



Προς τον Αντίοχον Επιφανή


Ο νέος Αντιοχεύς είπε στον βασιλέα,
«Μες την καρδιά μου πάλλει μια προσφιλής ελπίς·
οι Μακεδόνες πάλι, Αντίοχε Επιφανή,
οι Μακεδόνες είναι μες στην μεγάλη πάλη.
Ας ήταν να νικήσουν — και σ’ όποιον θέλει δίδω
τον λέοντα και τους ίππους, τον Πάνα από κοράλλι,
και το κομψό παλάτι, και τους εν Τύρω κήπους,
κι όσ’ άλλα μ’ έχεις δώσει, Αντίοχε Επιφανή.»

Ίσως να συγκινήθη κομμάτι ο βασιλεύς.
Μα πάραυτα θυμήθη πατέρα κι αδελφόν,
και μήτε απεκρίθη. Μπορούσε ωτακουστής
να επαναλάβει κάτι.— Άλλωστε, ως φυσικόν,
ταχέως επήλθε εις Πύδναν η απαισία λήξις.



Σ’ ένα βιβλίο παληό —


Σ’ ένα βιβλίο παληό — περίπου εκατό ετών —
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλην μάλλον ήρμοζε, «—του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς — με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
και τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.



Εν απογνώσει


Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε —είπ’ εκείνος— ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη— ως είπε— να σωθεί.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Από την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.



Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής


Μετά που επέστρεψε, περίλυπη, απ’ την κηδεία του,
η αδελφή τού εγκρατώς και πράως ζήσαντος,
του λίαν εγγραμμάτου Αντιόχου, βασιλέως
Κομμαγηνής, ήθελ’ ένα επιτύμβιον γι’ αυτόν.
Κι ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος —ο κατοικών
συχνά εν τω κρατιδίω της Κομμαγηνής,
κι από τον οίκον τον βασιλικόν
ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς—
το έγραψε, τη υποδείξει Σύρων αυλικών,
και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.

«Του Αντιόχου του ευεργέτου βασιλέως
να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος.
Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός.
Υπήρξε δίκαιος, σοφός, γενναίος.
Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός—
ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν·
εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.»



Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.)


Πολίτου εντίμου υιός — προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται — θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες —
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.



Ὁ Ἰουλιανός, ὁρῶν ὀλιγωρίαν


"Ὁρῶν οὒν πολλὴν μὲν ὀλιγωρίαν οὖσαν
ἠμὶν πρὸς τοὺς θεοὺς"— λέγει μὲ ὕφος σοβαρόν.
Ὀλιγωρίαν. Μὰ τί περίμενε λοιπόν;
Ὅσο ἤθελεν ἂς ἔκαμνεν ὀργάνωσι θρησκευτική,
ὅσο ἤθελεν ἂς ἔγραφε στὸν ἀρχιερέα Γαλατίας,
ἢ εἰς ἄλλους τοιούτους, παροτρύνων κι ὁδηγῶν.
Οἱ φίλοι του δὲν ἤσαν Χριστιανοί ˚
αὐτὸ ἦταν θετικόν. Μὰ δὲν μποροῦσαν κιόλας
νὰ παίζουν σὰν κι αὐτόνα (τὸν Χριστιανομαθημένο)
μὲ σύστημα καινούριας ἐκκλησίας,
ἀστεῖον καὶ στὴν σύλληψι καὶ στὴν ἐφαρμογή.
Ἕλληνες ἤσαν ἐπὶ τέλους. Μηδὲν ἄγαν, Αὔγουστε.



Πριν τους αλλάξει ο Χρόνος


Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά — Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.— Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.



Ηλθε για να διαβάσει


Ήλθε για να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά
δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί.
Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά,
και τα παραίτησε. Στον καναπέ
μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία —
αλλ’ είναι είκοσι τριώ ετών, κ’ είν’ έμορφος πολύ·
και σήμερα το απόγευμα πέρασ’ ο έρως
στην ιδεώδη σάρκα του, στα χείλη.
Στη σάρκα του που είναι όλο καλλονή
η θέρμη πέρασεν η ερωτική·
χωρίς αστείαν αιδώ για την μορφή της απολαύσεως .....



Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια


Απ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»

στους δρόμους διαλαλεί. Αλλ’ η μεγάλη οχλοβοή,
κ’ η μουσικές, κ’ η παρελάσεις πού αφίνουν ν’ ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού — που στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά.



Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υπερισχύει


Τους κάμπους βλέπει που ακόμη ορίζει
με το σιτάρι, με τα ζώα, με τα καρποφόρα
δένδρα. Και πιο μακρυά το σπίτι του το πατρικό,
γεμάτο ρούχα κ’ έπιπλα πολύτιμα, κι ασημικό.

Θα του τα πάρουν — Ιησού Χριστέ! — θα του τα πάρουν τώρα.

Άραγε να τον λυπηθεί ο Καντακουζηνός
αν πάει στα πόδια του να πέσει. Λεν πως είν’ επιεικής,
λίαν επιεικής. Αλλ’ οι περί αυτόν; αλλ’ ο στρατός;—
Ή, στην κυρία Ειρήνη να προσπέσει, να κλαυθεί;

Κουτός! στο κόμμα να μπλεχθεί της Άννας —
που να μην έσωνε να την στεφανωθεί
ο κυρ Ανδρόνικος ποτέ. Είδαμε προκοπή
από το φέρσιμό της, είδαμε ανθρωπιά;
Μα ως κ’ οι Φράγκοι δεν την εκτιμούνε πια.
Γελοία τα σχέδια της, μωρά η ετοιμασία της όλη.
Ενώ φοβέριζαν τον κόσμο από την Πόλι,
τους ρήμαξεν ο Καντακουζηνός, τους ρήμαξε ο κυρ Γιάννης.

Και που το είχε σκοπό να πάει με του κυρ Γιάννη
το μέρος! Και θα τόκαμνε. Και θάταν τώρα ευτυχισμένος,
μεγάλος άρχοντας πάντα, και στεριωμένος,
αν ο δεσπότης δεν τον έπειθε την τελευταία στιγμή,
με την ιερατική του επιβολή,
με τες από άκρου εις άκρον εσφαλμένες του πληροφορίες,
και με τες υποσχέσεις του, και τες βλακείες.



Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία


Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Οι θεουργίες κ' η επισκέψεις στους ναούς
των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.
Του φιλοσόφου -του άλλωστε δεινού- Μαξίμου η θεωρίες.

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία
μεγάλην. Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

Α οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε -λέγει ο Μαρδόνιος- η ιστορία αυτή,

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της.-
Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλι αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετ' ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.



Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.Χ.


Στίχοι του νέου Τεμέθου του ερωτοπαθούς.
Με τίτλον «Ο Εμονίδης»— του Αντιόχου Επιφανούς
ο προσφιλής εταίρος· ένας περικαλλής
νέος εκ Σαμοσάτων. Μα αν έγιναν οι στίχοι
θερμοί, συγκινημένοι είναι που ο Εμονίδης
(από την παλαιάν εκείνην εποχή·
το εκατόν τριάντα επτά της βασιλείας Ελλήνων!—
ίσως και λίγο πριν) στο ποίημα ετέθη
ως όνομα ψιλόν· ευάρμοστον εν τούτοις.
Μια αγάπη του Τεμέθου το ποίημα εκφράζει,
ωραίαν κι αξίαν αυτού. Εμείς οι μυημένοι
οι φίλοι του οι στενοί· εμείς οι μυημένοι
γνωρίζουμε για ποιόνα εγράφησαν οι στίχοι.
Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν, Εμονίδην.



Από υαλί χρωματιστό


Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Καντακουζηνού
και της Ειρήνης Ανδρονίκου Ασάν.
Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
(του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.
Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν.



Το 25ον έτος του βίου του


Πηγαίνει στην ταβέρνα τακτικά
που είχανε γνωρισθεί τον περασμένο μήνα.
Ρώτησε· μα δεν ήξεραν τίποτε να τον πουν.
Από τα λόγια των, κατάλαβε πως είχε γνωρισθεί
μ’ ένα όλως άγνωστο υποκείμενον·
μια απ’ τες πολλές άγνωστες κ’ ύποπτες
νεανικές μορφές που απ’ εκεί περνούσαν.
Πηγαίνει όμως στην ταβέρνα τακτικά, την νύχτα,
και κάθεται και βλέπει προς την είσοδο·
μέχρι κοπώσεως βλέπει προς την είσοδο.
Ίσως να μπει. Απόψ’ ίσως ναρθεί.

Κοντά τρεις εβδομάδες έτσι κάμνει.
Αρρώστησεν ο νους του από λαγνεία.
Στο στόμα του μείνανε τα φιλιά.
Παθαίνεται απ’ τον διαρκή πόθον η σάρκα του όλη.
Του σώματος εκείνου η αφή είν’ επάνω του.
Θέλει την ένωσι μαζύ του πάλι.

Να μην προδίδεται, το προσπαθεί εννοείται.
Μα κάποτε σχεδόν αδιαφορεί.—
Εξ άλλου, σε τι εκτίθεται το ξέρει,
το πήρε απόφασι. Δεν είν’ απίθανον η ζωή του αυτή
σε σκάνδαλον ολέθριο να τον φέρει.



Εις Ιταλικήν παραλίαν


Ο Κήμος Μενεδώρου, Ιταλιώτης νέος,
τον βίον του περνά μέσα στες διασκεδάσεις·
ως συνειθίζουν τούτο οι απ’ την Μεγάλη Ελλάδα
μες στα πολλά τα πλούτη αναθρεμένοι νέοι.

Μα σήμερα είναι λίαν, παρά το φυσικό του,
σύννους και κατηφής. Κοντά στην παραλίαν,
με άκραν μελαγχολίαν βλέπει που εκφορτώνουν
τα πλοία με την λείαν εκ της Πελοποννήσου.

Λάφυρα ελληνικά· η λεία της Κορίνθου.

Α σήμερα βεβαίως δεν είναι θεμιτόν,
δεν είναι δυνατόν ο Ιταλιώτης νέος
νάχει για διασκεδάσεις καμιάν επιθυμίαν.



Στο πληκτικό χωριό


Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται —
υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα
εμπορικό· νεότατος — και που αναμένει
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν η δουλειές,
κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί
στην κίνησι και στην διασκέδασιν ευθύς·
στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει —
έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα
στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε ....



Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω


Για την αρμόζουσα παίδευσι κι αγωγή
ο Απολλώνιος ομιλούσε μ’ έναν
νέον που έκτιζε πολυτελή
οικίαν εν Ρόδω. «Εγώ δε ες ιερόν»
είπεν ο Τυανεύς στο τέλος «παρελθών
πολλώ αν ήδιον εν αυτώ μικρώ
όντι άγαλμα ελέφαντός τε και χρυσού
ίδοιμι ή εν μεγάλω κεραμεούν τε και φαύλον.» —


Το «κεραμεούν» και «φαύλον»· το σιχαμερό:
που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή)
αγυρτικώς εξαπατά. Το κεραμεούν και φαύλον.



Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς


Το Χι, φασίν, ουδέν ηδίκησε την πόλιν ουδέ το Κάππα...
Τυχόντες δ' ημείς εξηγητών... εδιδάχθημεν αρχάς ονομάτων είναι τα γράμματα, 
δηλούν δ' εθέλειν το μεν Χριστόν, το δε Κωνστάντιον.
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν' απαρνηθούν
την έμορφή τους διαβίωσι· την ποικιλία
των καθημερινών τους διασκεδάσεων· το λαμπρό τους
θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!

Ανήθικοι μέχρι τινός - και πιθανόν μέχρι πολλού -
ήσαν. Αλλ' είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους
ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,
ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

Να τ' αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;

Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,
τες ανιαρές περιαυτολογίες·
την παιδαριώδη του θεατροφοβία·
την άχαρι σεμνοτυφία του· τα γελοία του γένεια.

Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,
α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα· εκατό φορές.



Η αρρώστια του Κλείτου


Ο Κλείτος, ένα συμπαθητικό
παιδί, περίπου είκοσι τριώ ετών —
με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια —
είν’ άρρωστος βαρειά. Τον ηύρε ο πυρετός
που φέτος θέρισε στην Αλεξάνδρεια.

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς
απ’ τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,
έπαυσε να τον αγαπά και να τον θέλει.

Είν’ άρρωστος βαρειά, και τρέμουν οι γονείς του.

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,
τρέμει κι’ αυτή για την ζωή του Κλείτου.
Μες στην δεινήν ανησυχία της
στον νου της έρχεται ένα είδωλο
που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού, υπηρέτρια,
σε σπίτι Χριστιανών επιφανών, και χριστιανέψει.
Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι.
Τα πάει στο είδωλο μπροστά. Όσα θυμάται μέλη
της ικεσίας ψάλλει· άκρες, μέσες. Η κουτή
δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει
αν γιάνει ή αν δεν γιάνει ένας Χριστιανός.



Εν δήμω της Μικράς Ασίας


Η ειδήσεις για την έκβασι της ναυμαχίας, στο Άκτιον,
ήσαν βεβαίως απροσδόκητες.
Αλλά δεν είναι ανάγκη να συντάξουμε νέον έγγραφον.
Τ’ όνομα μόνον ν’ αλλαχθεί. Αντίς, εκεί
στες τελευταίες γραμμές, «Λυτρώσας τους Ρωμαίους
απ’ τον ολέθριον Οκτάβιον,
τον δίκην παρωδίας Καίσαρα,»
τώρα θα βάλουμε «Λυτρώσας τους Ρωμαίους
απ’ τον ολέθριον Αντώνιον».
Όλο το κείμενον ταιριάζει ωραία.

«Στον νικητήν, τον ενδοξότατον,
τον εν παντί πολεμικώ έργω ανυπέρβλητον,
τον θαυμαστόν επί μεγαλουργία πολιτική,
υπέρ του οποίου ενθέρμως εύχονταν ο δήμος·
την επικράτησι του Αντωνίου»
εδώ, όπως είπαμεν, η αλλαγή: «του Καίσαρος
ως δώρον του Διός κάλλιστον θεωρών—
στον κραταιό προστάτη των Ελλήνων,
τον έθη ελληνικά ευμενώς γεραίροντα,
τον προσφιλή εν πάση χώρα ελληνική,
τον λίαν ενδεδειγμένον για έπαινο περιφανή,
και για εξιστόρησι των πράξεών του εκτενή
εν λόγω ελληνικώ κ’ εμμέτρω και πεζώ·
ε ν  λ ό γ ω  ε λ λ η ν ι κ ώ  που είν’ ο φορεύς της φήμης,»
και τα λοιπά, και τα λοιπά. Λαμπρά ταιριάζουν όλα.



Ιερεύς του Σεραπίου


Τον γέροντα καλόν πατέρα μου,
τον αγαπώντα με το ίδιο πάντα·
τον γέροντα καλόν πατέρα μου θρηνώ
που πέθανε προχθές, ολίγο πριν χαράξει.

Ιησού Χριστέ, τα παραγγέλματα
της ιεροτάτης εκκλησίας σου να τηρώ
εις κάθε πράξιν μου, εις κάθε λόγον,
εις κάθε σκέψι είν’ η προσπάθεια μου
η καθημερινή. Κι όσους σε αρνούνται
τους αποστρέφομαι.— Αλλά τώρα θρηνώ·
οδύρομαι, Χριστέ, για τον πατέρα μου
μ’ όλο που ήτανε —φρικτόν ειπείν—
στο επικατάρατον Σεράπιον ιερεύς.



Μέσα στα καπηλειά


Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω
στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ’ άφισεν ο Ταμίδης·
κ’ επήγε με του Επάρχου τον υιό για ν’ αποκτήσει
μια έπαυλι στον Νείλο, ένα μέγαρον στην πόλιν.
Δεν έκανε να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ.—
Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Μες σ’ ευτελή κραιπάλη
διάγω ποταπώς. Το μόνο που με σώζει
σαν εμορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνω
στην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια
δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο,
δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.



Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών


Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,
αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,
διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες
της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας.
Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή
ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά
με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,
την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.
Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,
συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν
απομακρύνονται από την συνοδείαν.
Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα
(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί
ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν και χαρά:
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν —
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.—

Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.



Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας


Δόκιμε σοφιστή που απέρχεσαι εκ Συρίας
και περί Αντιοχείας σκοπεύεις να συγγράψεις,
εν τω έργω σου τον Μέβη αξίζει ν’ αναφέρεις.
Τον φημισμένο Μέβη που αναντιρρήτως είναι
ο νέος ο πιο ευειδής, κι ο πιο αγαπηθείς
σ’ όλην την Αντιόχεια. Κανέν’ από τους άλλους
του ιδίου βίου νέους, κανένα δεν πληρώνουν
τόσο ακριβά ως αυτόν. Για νάχουνε τον Μέβη
μονάχα δυο, τρεις μέρες πολύ συχνά τον δίνουν
ως εκατό στατήρας.— Είπα, Στην Αντιόχεια·
μα και στην Αλεξάνδρεια, μα και στην Ρώμη ακόμη,
δεν βρίσκετ’ ένας νέος εράσμιος σαν τον Μέβη.



Άννα Δαλασσηνή


Εις το χρυσόβουλλον που έβγαλ’ ο Αλέξιος Κομνηνός
για να τιμήσει την μητέρα του επιφανώς,
την λίαν νοήμονα Κυρίαν Άννα Δαλασσηνή —
την αξιόλογη στα έργα της, στα ήθη —
υπάρχουν διάφορα εγκωμιαστικά:
εδώ ας μεταφέρουμε από αυτά
μια φράσιν έμορφην, ευγενική
«Ου το εμόν ή το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα, ερρήθη».



Μέρες του 1896


Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα·
κατόπι τη σειρά, και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ’ ένας τύπος που αν σ’ έβλεπαν μαζύ του
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.

Αλλ’ όχι μόνον τούτα. Δεν θάτανε σωστό.
Αξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη.
Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής· φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί, που άνω απ’ την τιμή,
και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.

Απ’ την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ συσχέτιζε κουτά.



Παλαιόθεν Ελληνίς


Καυχιέται η Αντιόχεια για τα λαμπρά της κτίρια,
και τους ωραίους της δρόμους· για την περί αυτήν
θαυμάσιαν εξοχήν, και για το μέγα πλήθος
των εν αυτή κατοίκων. Καυχιέται που είν’ η έδρα
ενδόξων βασιλέων· και για τους καλλιτέχνας
και τους σοφούς που έχει, και για τους βαθυπλούτους
και γνωστικούς εμπόρους. Μα πιο πολύ ασυγκρίτως
απ’ όλα, η Αντιόχεια καυχιέται που είναι πόλις
παλαιόθεν ελληνίς· του Άργους συγγενής:
απ’ την Ιώνη που ιδρύθη υπό Αργείων
αποίκων προς τιμήν της κόρης του Ινάχου.



Μέρες του 1901


Τούτο εις αυτόν υπήρχε το ξεχωριστό,
που μέσα σ’ όλην του την έκλυσι
και την πολλήν του πείραν έρωτος,
παρ’ όλην την συνειθισμένη του
στάσεως και ηλικίας εναρμόνισιν,
ετύχαιναν στιγμές — πλην βέβαια
σπανιότατες — που την εντύπωσιν
έδιδε σάρκας σχεδόν άθικτης.

Των είκοσι εννιά του χρόνων η εμορφιά,
η τόσο από την ηδονή δοκιμασμένη,
ήταν στιγμές που θύμιζε παράδοξα
έφηβο που —κάπως αδέξια— στην αγάπη
πρώτη φορά το αγνό του σώμα παραδίδει.



Δύο νέοι, 23 ἕως 24 ἐτῶν


Ἀπ’ τὲς δεκάμισυ ἤτανε στὸ καφενεῖον,
καὶ τὸν περίμενε σὲ λίγο νὰ φανεῖ.
Πῆγαν μεσάνυχτα— καὶ τὸν περίμενεν ἀκόμη.
Πῆγεν ἡ ὥρα μιάμισυ ˚ εἶχε ἀδειάσει
τὸ καφενεῖον ὁλοτελῶς σχεδόν.
Βαρέθηκεν ἐφημερίδες νὰ διαβάζει
μηχανικῶς. Ἀπ’ τὰ ἔρημα, τὰ τρία σελίνια του
ἔμεινε μόνον ἕνα: τόση ὥρα ποὺ περίμενε
ξόδιασε τ’ ἄλλα σὲ καφέδες καὶ κονιάκ.
Κάπνισεν ὅλα του τὰ σιγαρέτα.
Τὸν ἐξαντλοῦσε ἡ τόση ἀναμονή. Γιατί
κιόλας μονάχος ὅπως ἦταν γιὰ ὧρες, ἄρχισαν
νὰ τὸν καταλαμβάνουν σκέψεις ὀχληρὲς
τῆς παραστρατημένης του ζωῆς.

Μὰ σὰν εἶδε τὸν φίλο του νὰ μπαίνει— εὐθὺς
ἡ κούρασις, ἡ ἀνία, ἡ σκέψεις φύγανε.

Ὁ φίλος του ἔφερε μιὰ ἀνέλπιστη εἴδησι.
Εἶχε κερδίσει στὸ χαρτοπαικτεῖον ἑξήντα λίρες.

Τὰ ἔμορφά τους πρόσωπα, τὰ ἐξαίσιά τους νειάτα,
ἡ αἰσθητικὴ ἀγάπη ποὺ εἶχαν μεταξύ τους,
δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν
ἀπ’ τὲς ἑξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι ὅλο χαρὰ καὶ δύναμις, αἴσθημα κι ὡραιότης
πήγαν— ὄχι στὰ σπίτια τῶν τιμίων οἰκογενειῶν τους
(ὅπου, ἄλλωστε, μήτε τοὺς θέλαν πιά):
σ’ ἕνα γνωστό τους, καὶ λίαν εἰδικό,
σπίτι τῆς διαφθορᾶς πήγανε καὶ ζητῆσαν
δωμάτιον ὕπνου, κι ἀκριβὰ πιοτά, καὶ ξαναήπιαν.

Καὶ σὰν σωθῆκαν τ’ ἀκριβὰ πιοτά,
καὶ σὰν πλησίαζε πιὰ ἡ ὥρα τέσσερες,
στὸν ἔρωτα δοθῆκαν εὐτυχεῖς.



Ουκ έγνως


Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες —
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.



Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου - στο 24ον έτος του


Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.—
Τον φθείρει αυτόν μια απόλαυσις μισή.
Είναι σε μια κατάστασι εκνευριστική.
Φιλεί το πρόσωπο το αγαπημένο κάθε μέρα,
τα χέρια του είναι πάνω στα πιο εξαίσια μέλη.
Ποτέ του δεν αγάπησε με τόσο μέγα
πάθος. Μα λείπει η ωραία πραγμάτωσις
του έρωτος· λείπει η πραγμάτωσις
που πρέπει νάναι κι απ’ τους δυο μ’ έντασιν επιθυμητή.

(Δεν είν’ ομοίως δοσμένοι στην ανώμαλη ηδονή κ’ οι δυό.
Μονάχ’ αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Και φθείρεται, και νεύριασε εντελώς.
Εξ άλλου είναι κι άεργος· κι αυτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τα ζητιανεύει κάποτε) και ψευτοσυντηρείται.
Φιλεί τα λατρεμένα χείλη· πάνω
στο εξαίσιο σώμα —που όμως τώρα νοιώθει
πως στέργει μόνον— ηδονίζεται.
Κ’ έπειτα πίνει και καπνίζει· πίνει και καπνίζει·
και σέρνεται στα καφενεία ολημερίς,
σέρνει με ανία της εμορφιάς του το μαράζι.—
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.



Εν Σπάρτη


Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε —
δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει
προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος
για εγγύησιν της συμφωνίας των ν’ αποσταλεί κι αυτή
εις Αίγυπτον και να φυλάττεται·
λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα.
Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει· κι όλο δίσταζε.
Κι όλο άρχιζε να λέγει· κι όλο σταματούσε.

Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε
(είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί.
Και γέλασε· κ’ είπε βεβαίως πηαίνει.
Και μάλιστα χαίρονταν που μπορούσε νάναι
στο γήρας της ωφέλιμη στην Σπάρτη ακόμη.

Όσο για την ταπείνωσι — μα αδιαφορούσε.
Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός
να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός·
όθεν κ’ η απαίτησίς του δεν μπορούσε
πραγματικώς να ταπεινώσει Δέσποιναν
Επιφανή ως αυτήν· Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.



Εικών εικοσιτριετούς νέου 
καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην


Τελείωσε την εικόνα χθες μεσημέρι. Τώρα
λεπτομερώς την βλέπει. Τον έκαμε με γκρίζο
ρούχο ξεκουμπωμένο, γκρίζο βαθύ· χωρίς
γελέκι και κραβάτα. Μ’ ένα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ανοιγμένο, για να φανεί και κάτι
από την εμορφιά του στήθους, του λαιμού.
Το μέτωπο δεξιά ολόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τα μαλλιά του, τα ωραία του μαλλιά
(ως είναι η χτενισιά που προτιμά εφέτος).
Υπάρχει ο τόνος πλήρως ο ηδονιστικός
που θέλησε να βάλει σαν έκανε τα μάτια,
σαν έκανε τα χείλη ... Το στόμα του, τα χείλη
που για εκπληρώσεις είναι ερωτισμού εκλεκτού.



Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.



Εν πορεία προς την Σινώπην


Ο Μιθριδάτης, ένδοξος και κραταιός,
μεγάλων πόλεων ο κύριος,
κάτοχος ισχυρών στρατών και στόλων,
πηγαίνοντας προς την Σινώπην πέρασε από δρόμον
εξοχικόν, πολύ απόκεντρον
όπου ένας μάντις είχε κατοικίαν.

Έστειλεν αξιωματικό του ο Μιθριδάτης
τον μάντι να ρωτήσει πόσα θ’ αποκτήσει ακόμη
στο μέλλον αγαθά, πόσες δυνάμεις άλλες.

Έστειλεν αξιωματικό του, και μετά
προς την Σινώπην την πορεία του ξακολούθησε.

Ο μάντις αποσύρθηκε σ’ ένα δωμάτιο μυστικό.
Μετά περίπου μισήν ώρα βγήκε
περίφροντις, κ’ είπε στον αξιωματικό,
«Ικανοποιητικώς δεν μπόρεσα να διευκρινίσω.
Κατάλληλη δεν είν’ η μέρα σήμερα.
Κάτι σκιώδη πράγματα είδα. Δεν κατάλαβα καλά. —
Μα ν’ αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να τον πεις αυτό, αξιωματικέ:
με τόσα που έχει, προς θεού, ν’ αρκείται!
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.
Να πεις στον βασιλέα Μιθριδάτη:
λίαν σπανίως βρίσκεται ο εταίρος του προγόνου του
ο ευγενής, που εγκαίρως με την λόγχην γράφει
στο χώμα επάνω το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα.»



Μέρες του 1909, '10, και '11


Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού
(από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.
Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.
Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.
Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,
αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,
καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,
καμιά κραβάτα για την Κυριακή,
ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε
κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,
το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς
είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,
πιο τέλειο αγόρι από αυτόν — που πήε χαμένος:
δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·
στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,
γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,
κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.



Κίμων Λεάρχου, 22 ἐτῶν, 
σπουδαστὴς Ἑλληνικῶν γραμμάτων (ἐν Κυρήνῃ)


"Τὸ τέλος μου ἐπῆλθε     ὄτε ἤμουν εὐτυχής.
Ὁ Ἐρμοτέλης μὲ εἶχε     ἀχώριστόν του φίλον.
Τὲς ὕστατές μου μέρες,     μ’ ὅλο ποῦ προσποιοῦνταν
πῶς δὲν ἀνησυχοῦσε,     ἔνοιωνα ἐγὼ συχνὰ
τὰ μάτια του κλαμένα.     Σὰν νόμιζε ποὺ λίγο
εἲχ’ ἀποκοιμηθεῖ,     ἔπεφτεν ὡς ἀλλόφρων
στῆς κλίνης μου τὸ ἄκρον.     Ἀλλ’ ἤμεθαν κ’ οἱ δυὸ
νέοι μιᾶς ἡλικίας,     εἴκοσι τριῶ ἐτῶν.
Προδότις εἶναι ἡ Μοῖρα.     Ἴσως κανένα πάθος
ἄλλο τὸν Ἐρμοτέλη     νάπαιρνεν ἀπὸ μένα.
Τελείωσα καλῶς ˚     ἐν τῇ ἀμερίστῳ ἀγάπη."—

Τὸ ἐπιτύμβιον τοῦτο     Μαρύλου Ἀριστοδήμου
ἀποθανόντος πρὸ     μηνὸς στὴν Ἀλεξάνδρεια,
ἔλαβα ἐγὼ πενθῶν,     ὁ ἐξάδελφός του Κίμων.
Μὲ τὸ ἔστειλεν ὁ γράψας     γνωστός μου ποιητής.
Μὲ τὸ ἒστειλ’ ἐπειδὴ     ἤξερε συγγενὴς
ὅτ’ ἤμουν τοῦ Μαρύλου:     δὲν ἤξερε ἄλλο τί.
Εἲν’ ἡ ψυχή μου πλήρης     λύπης γιὰ τὸν Μαρύλο.
Εἴχαμε μεγαλώσει     μαζύ, σὰν ἀδελφοί.
Βαθυὰ μελαγχολῶ.     Ὁ πρόωρος θάνατός του
κάθε μνησικακίαν     μου ἒσβυσ’ ἐντελῶς.....
κάθε μνησικακίαν     γιὰ τὸν Μαρύλο —μ’ ὅλο
ποῦ μὲ εἶχε κλέψει τὴν     ἀγάπη τοῦ Ἐρμοτέλη,
ποῦ κι ἂν μὲ θέλει τώρα     ὁ Ἐρμοτέλης πάλι
δὲν θάναι διόλου τὸ ἴδιο.     Ξέρω τὸν χαρακτῆρα
τὸν εὐπαθῆ ποῦ ἔχω.     Τὸ ἴνδαλμα τοῦ Μαρύλου
θάρχεται ἀνάμεσό μας,     καὶ θὰ νομίζω ποὺ
μὲ λέγει, Ἰδοὺ εἶσαι τώρα     ἱκανοποιημένος.
Ἰδοὺ τὸν ξαναπῆρες     ὡς ἐποθοῦσες, Κίμων.
Ἰδοὺ δὲν ἔχεις πιὰ     ἀφορμὴ νὰ μὲ διαβάλλεις.



Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης


Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ'όνομά του κι η περιβολή, κοσμίως ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν` ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προπάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θά'ταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κι οι τέτοιοι το'χουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ' επάνω κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται`
κι έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κι οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απάισιοι.

Γι'αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά
κι έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.



Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.


Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Από την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Απ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
Α κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Απόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Αόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς  εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.



Αλέξανδρος Ιανναίος, και Αλεξάνδρα


Επιτυχείς και πλήρως ικανοποιημένοι,
ο βασιλεύς Αλέξανδρος Ιανναίος,
κ’ η σύζυγός του η βασίλισσα Αλεξάνδρα
περνούν με προπορευομένην μουσικήν
και με παντοίαν μεγαλοπρέπειαν και χλιδήν,
περνούν απ’ τες οδούς της Ιερουσαλήμ.
Ετελεσφόρησε λαμπρώς το έργον
που άρχισαν ο μέγας Ιούδας Μακκαβαίος
κ’ οι τέσσαρες περιώνυμοι αδελφοί του·
και που μετά ανενδότως συνεχίσθη εν μέσω
πολλών κινδύνων και πολλών δυσχερειών.
Τώρα δεν έμεινε τίποτε το ανοίκειον.
Έπαυσε κάθε υποταγή στους αλαζόνας
μονάρχας της Αντιοχείας. Ιδού
ο βασιλεύς Αλέξανδρος Ιανναίος,
κ’ η σύζυγός του η βασίλισσα Αλεξάνδρα
καθ’ όλα ίσοι προς τους Σελευκίδας.
Ιουδαίοι καλοί, Ιουδαίοι αγνοί, Ιουδαίοι πιστοί —προ πάντων.
Αλλά, καθώς που το απαιτούν η περιστάσεις,
και της ελληνικής λαλιάς ειδήμονες·
και μ’ Έλληνας και μ’ ελληνίζοντας
μονάρχας σχετισμένοι— πλην σαν ίσοι, και ν’ ακούεται.
Τωόντι ετελεσφόρησε λαμπρώς,
ετελεσφόρησε περιφανώς
το έργον που άρχισαν ο μέγας Ιούδας Μακκαβαίος
κ’ οι τέσσαρες περιώνυμοι αδελφοί του.



Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ


Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.—
Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
«Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα — ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
Σ’ το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος τού είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια.— Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες·
μα και, κοντά σ’ αυτές, για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των.—
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·
μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.
Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν— έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του— στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.



Στον ίδιο χώρο


Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.

Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.



Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων


Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Αλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».



Ο καθρέπτης στην είσοδο


Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.



Ρωτούσε για την ποιότητα


Απ’ το γραφείον όπου είχε προσληφθεί
σε θέσι ασήμαντη και φθηνοπληρωμένη
(ώς οκτώ λίρες το μηνιάτικό του: με τα τυχερά)
βγήκε σαν τέλεψεν η έρημη δουλειά
που όλο το απόγευμα ήταν σκυμένος:
βγήκεν η ώρα επτά, και περπατούσε αργά
και χάζευε στον δρόμο.— Έμορφος·
κ’ ενδιαφέρων: έτσι που έδειχνε φθασμένος
στην πλήρη του αισθησιακήν απόδοσι.
Τα είκοσι εννιά, τον περασμένο μήνα τα είχε κλείσει.

Εχάζευε στον δρόμο, και στες πτωχικές
παρόδους που οδηγούσαν προς την κατοικία του.

Περνώντας εμπρός σ’ ένα μαγαζί μικρό
όπου πουλιούνταν κάτι πράγματα
ψεύτικα και φθηνά για εργατικούς,
είδ’ εκεί μέσα ένα πρόσωπο, είδε μια μορφή
όπου τον έσπρωξαν και εισήλθε, και ζητούσε
τάχα να δει χρωματιστά μαντήλια.

Ρωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβυσμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν η απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,
με υπολανθάνουσα συναίνεσι.

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραγμάτεια — αλλά
μόνος σκοπός: τα χέρια των ν’ αγγίζουν
επάνω απ’ τα μαντήλια· να πλησιάζουν
τα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως·
μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

Γρήγορα και κρυφά, για να μη νοιώσει
ο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν.



Ας φρόντιζαν


Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.



Στα 200 π.Χ.


«Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»
Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».
Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.
Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.
Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.
Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.
Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!



Κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων


«Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
γητεύματος», είπ’ ένας αισθητής,
«ποιο απόσταγμα κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που για μια μέρα (αν περισσότερο
δεν φθάν’ η δύναμίς του), ή και για λίγην ώρα
τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει
ξανά· τον φίλον μου στα είκοσι δυο του χρόνια
να με φέρει ξανά— την εμορφιά του, την αγάπη του.

»Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται κατά τες συνταγές
αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
που, σύμφωνα με την αναδρομήν,
και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.»




Μέρες του 1908


Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ' τα χαρτιά,
από το τάβλι, και τα δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί.
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι' αυτόν,
νέον με γράμματ' αρκετά, και είκοσι πέντ' ετών.

Δυό, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει το παιδί,
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ' έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ' ήσαν.
Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ' το φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωϊ.

Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ' έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ,
απ' το είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ' η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ' ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ' έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του·
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.




Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας


 Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε—
τι άλλο θα έκαμνε— πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.



Βακχικόν


Από του κόσμου κεκμηκώς την πλάνον αστασίαν,
εντός του ποτηρίου μου εύρον την ησυχίαν·
ζωήν κ’ ελπίδα εν αυτώ και πόθους εσωκλείω·
δότε να πίω.

Μακράν εδώ των συμφορών, των θυελλών του βίου,
αισθάνομ’ ως διασωθείς ναύτης εκ ναυαγίου
κ’ εν ασφαλεί ευρισκόμενος εντός λιμένος πλοίω.
Δος μοι να πίω.

Ω! υγιής του οίνου μου ζέσις, απομακρύνεις
πάσαν ψυχράν επιρροήν. Φθόνου ή καταισχύνης,
ή μίσους, ή διαβολών, δεν με εγγίζει κρύο·
δότε να πίω.

Την άχαριν αλήθειαν γυμνήν δεν βλέπω πλέον.
Άλλην απήλαυσα ζωήν, και κόσμον έχω νέον·
εν των ονείρων τω ευρεί ευρίσκομαι πεδίω —
δος, δος να πίω!

Και αν ήναι δηλητήριον, και ανεύρω την πικρίαν
της τελευτής εντός αυτού, εύρον πλην ευτυχίαν,
τέρψιν, χαράν, και έπαρσιν εν τω δηλητηρίω·
δότε να πίω!



Ο Ποιητής και η Μούσα


                        Ο Ποιητής
Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

                        Η Μούσα
Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.



Κτίσται


Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη — φέρει
καθείς τον λίθον του· ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος
πράξεις — και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει
υψηλοτέραν. Θύελλα, αιφνίδιός τις σάλος

εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται
ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζοντ’ έργον.
Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
άδολον, και μακράν ζωήν, και πλούτον, και σοφίαν
χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.

Aλλ’ η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση·
η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
κ’ εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ’ αρχίση.



Λόγος και Σιγή


Aζά καν ελκαλάμ μιν φάντα, ασσουκούτ μιν ζαχάμπ.
                                                Aραβική Παροιμία


«Είναι χρυσός η σιωπή και άργυρος ο λόγος.»

Τίς βέβηλος προέφερε τοιαύτην βλασφημίαν;
τίς χαυνωθείς Aσιανός παραιτηθείς εις μοίραν
τυφλήν, βωβήν, τυφλός, βωβός; Ποίος οικτρός παράφρων
ξένος τη ανθρωπότητι, την αρετήν υβρίζων,
χίμαιραν είπε την ψυχήν, και άργυρον τον λόγον;
Το μόνον μας θεοπρεπές δώρημα, περιέχον
τα πάντα — ενθουσιασμόν, λύπην, χαράν, αγάπην·
εν τη ζωώδει φύσει μας ανθρώπινον το μόνον!
        Συ όστις τον αποκαλείς άργυρον, δεν πιστεύεις
το μέλλον, λύον την σιγήν, μυστηριώδες ρήμα.
Συ εν σοφία δεν τρυφείς, πρόοδος δεν σε θέλγει·
με την αμάθειαν — χρυσήν σιγήν — ευχαριστείσαι.
Νοσείς. Είν’ η αναίσθητος σιγή βαρεία νόσος,
ενώ ο Λόγος ο θερμός, ο συμπαθής, υγεία.
Σκιά και νυξ είν’ η Σιγή· ο Λόγος, η ημέρα.
Ο Λόγος είν’ αλήθεια, ζωή, αθανασία.
        Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν — σιγή δεν μας αρμόζει
αφού εις το ομοίωμα επλάσθημεν του Λόγου.
Λαλήσωμεν, λαλήσωμεν — αφού λαλεί εντός μας
η θεία σκέψις, της ψυχής άυλος ομιλία.



Σαμ ελ Νεσίμ


                        Το ωχρόν μας Μισίρι
                        με βέλη ο ήλιος πλήρη
        πικρίας και πείσματος καίει και δέρει,
        και με δίψαν και νόσον το καταπονεί.
                        Το γλυκύ μας Μισίρι
                        εν μια γελαστή πανηγύρει
        μεθά, λησμονεί, και κοσμείται, και χαίρει,
        και τον τύραννον ήλιον περιφρονεί.

Το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ την άνοιξιν αγγέλλει,
        της εξοχής πανήγυρις αθώα.
Κενούτ’ η Aλεξάνδρεια, κ’ οι δρόμοι οι πυκνοί της.
Το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ να εορτάση θέλει
ο αγαθός Aιγύπτιος και γίνεται σκηνίτης.
        Aπό παντού εξέρχονται τ’ αθρόα

των φιλεόρτων τάγματα. Πληρούται το Γκαμπάρι
        και η γλαυκή, ρεμβώδης Μαχμουδία.
Το Μεξ, το Μωχαρέμβεη,το Pάμλιον πληρούνται.
Και αμιλλώντ’ αι εξοχαί τα πλείστα τις θα πάρη
κάρρα, εφ’ ων πλήθη λαού ευδαίμον’ αφικνούνται
        εν σοβαρά ησύχω ευθυμία.

Διότι ο Aιγύπτιος και εις το πανηγύρι
        διατηρεί την σοβαρότητά του.
Μ’ άνθη κοσμεί το φέσι του· αλλά το πρόσωπόν του
είν’ απλανές. Μονότονον ασμάτιον μορμύρει,
χαρούμενος. Κέφι πολύ έχ’ εις τον λογισμόν του,
        ολίγιστον εις τα κινήματά του.

Δεν έχει το Μισίρι μας πλουσίαν πρασινάδα,
        δεν έχει ρύακας τερπνούς ή βρύσεις,
δεν έχει όρη υψηλά και με σκιάν ευρείαν.
Aλλ’ έχει άνθη μαγικά, πύριν’ από την δάδα
του Φθα πεσόντα· πνέοντα άγνωστον ευωδίαν
        μύρα, εν οις λιποθυμεί η φύσις.

Εν μέσω κύκλου θαυμαστών θερμών επευφημείται
        γλυκύς μογάννι φήμης ευρυτάτης,
Εν τη τρεμούση του φωνή ερωτικαί οδύναι
στενάζουσι· το άσμα του πικρά παραπονείται
κατά της ελαφράς Φατμά ή της σκληράς Εμίνε,
        κατά της Ζέναπ της πονηροτάτης.

Με τας σκηνάς τας σκιεράς και το ψυχρόν σερμπέτι
        διώκονται ο καύσων και η σκόνη.
Φεύγουν αι ώραι ως στιγμαί, ως ίπποι εσπευσμένοι
εν πεδιάδι ομαλή, και η λαμπρά των χαίτη
επί της πανηγύρεως φαιδρώς εξαπλωμένη
        το ευτυχές Σαμ ελ Νεσίμ χρυσώνει.

                        Το ωχρόν μας Μισίρι
                        με βέλη ο ήλιος πλήρη
        πικρίας και πείσματος καίει και δέρει,
        και με δίψαν και νόσον το καταπονεί.
                        Το γλυκύ μας Μισίρι
                        εν μια γελαστή πανηγύρει
        μεθά, λησμονεί, και κοσμείται, και χαίρει,
        και τον τύραννον ήλιον περιφρονεί.



Αοιδός


Μακράν του κόσμου, τον μεθά ποιητική μαγεία·
        ο κόσμος όλος δι’ αυτόν είν’ οι ωραίοι στίχοι.
Διά τον αοιδόν αυτής έκτισ’ η Φαντασία
        άυλον οίκον στερεόν ον δεν κλονίζ’ η τύχη.

Θα είπετε·«Βίος ψυχρός και μάταιος. Μωρία
        το να νομίζης η ζωή ότι αυλού είν’ ήχοι
τερπνοί, και ουδέν άλλο·» ή «Ξηρά αναισθησία
        μαστίζει όντινα ποτέ πόνος δεν κατατρύχει

της πάλης της ζωής.» Aλλά πλάνη και αδικία
        είναι η κρίσις σας. Aυτού η Φύσις είναι θεία.
Μη κρίνετ’ εν τη λογική, τυφλή σας ασθενεία.

Είν’ εκ σμαράγδου μαγικού του οίκου του οι τοίχοι —
        και ψιθυρίζουν εν αυτοίς φωναί· «Φίλε, ησύχει·
σκέπτου και ψάλλε. Μυστικέ απόστολε, ευψύχει!»



Vulnerant Omnes, Ultima Necat


Της Βρούγκου η μητρόπολις, ην πάλαι είχε κτίσει
δουξ Φλαμανδός τις ισχυρός και αφειδώς προικίσει,
έχει εν ωρολόγιον με αργυρούς πυλώνας
όπερ δεικνύει τον καιρόν από πολλούς αιώνας.


Είπε το Ωρολόγιον· «Είν’ η ζωή μου κρύα
        και άχρους, και σκληρά.
Είναι ομοία δι’ εμέ πάσα της γης ημέρα.
Παρασκευή και Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα,
δεν έχουσι διαφοράν. Ζω χωρίς να ελπίζω.
Η μόνη διασκέδασις, η μόνη ποικιλία
είναι, εν τη μοιραία μου, πικρά μονοτονία,
        του κόσμου η φθορά.
΄Οτε τους δείκτας μου νωθρώς, εν μαρασμώ γυρίζω
μοι φανερώνεται παντός γηίνου η απάτη.
Τέλος και πτώσις πανταχού. Aτρύτου πάλης κρότοι,
στόνοι βομβούσι πέριξ μου και συμπεραίνω ότι
Πληγώνει πάσα ώρα μου· φονεύει η εσχάτη.»

Ήκουσεν ο Aρχιερεύς τον λόγον τον αυθάδη
και είπεν· «Ωρολόγιον, η γλώσσ’ αυτή απάδει
εις την εκκλησιαστικήν και υψηλήν σειράν σου.
Τοιαύτη σκέψις πονηρά εις την διάνοιάν σου
πόθεν εισήλθεν; ω μωρά, αιρετική ιδέα!
        Το πνεύμα σου μ’ αχλύν
πυκνήν θα περιέβαλε πολύχρονος ανία.
        Άλλην αποστολήν
εκ του Κυρίου, των ωρών έλαβεν η χορεία.
Εκάστη αναζωπυρεί· γεννά η τελευταία.»



Καλός και Κακός Καιρός


        Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

        Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.



Τιμόλαος ο Συρακούσιος


Είν’ ο Τιμόλαος ο πρώτος μουσικός
της πρώτης πόλεως της Σικελίας.
Οι Έλληνες της Δυτικής Ελλάδος μας,
εκ Νεαπόλεως, και Μασσαλίας,
εκ Τάραντος, Πανόρμου, και Aκράγαντος,
και εξ όσων άλλων πόλεων τας όχθας
της Εσπερίας στέφουσι μ’ ελληνισμόν,
σπεύδουν αθρόοι εις τας Συρακούσας,
ν’ ακροασθώσι του ενδόξου μουσικού.
Σοφώτατος εν λύρα και κιθάρει,
γνωρίζει έτι τον λεπτόν ημίοπον,
τον τρυφερόν εν τρυφεροίς αυλοίς. Εξάγει
από τον γίγγραν μελωδίαν κλαίουσαν.
Και ότε εν χερσί την μάγαδίν του
λαμβάνει, αι χορδαί αυτής την ποίησιν
εκπέμπουν της θερμής Aσίας — μύησιν
ηδυπαθείας και γλυκείας ρέμβης,
των Εκβατάνων και της Νίνου άρωμα.
.......................................................................
.......................................................................
Aλλά εν μέσω των επαίνων των πολλών,
εν μέσω των πολυταλάντων δώρων,
περίλυπος είν’ ο καλός Τιμόλαος.
Γενναίος Σάμιος δεν τον ευφραίνει,
και σιωπών προσβάλλει το συμπόσιον.
Aόριστός τις λύπη τον κατέχει,
η λύπη της πολλής αδυναμίας του.
Κενά αισθάνεται τα όργανά του,
ενώ πληρούται η ψυχή του μουσικής.
Τους μυστικούς του ήχους να εκχύση,
μάτην παλαίει μετά πόνου κ’ εμμονής·
αι τελειότεραί του αρμονίαι μένουν
βωβαί κ’ υπολανθάνουσαι εντός αύτού.
Το δε ενθουσιών πλήθος θαυμάζει
όσα εκείνος ψέγει και περιφρονεί.
Τον θορυβεί επαίνων βοερά φωνή,
κ’ εν μέσω των πολυταλάντων δώρων
αφηρημένος ίσταται ο μουσικός.



Η Ψήφος της Αθηνάς


Ότε το δίκαιον λύσεως αμοιρεί,
ότε η κρίσις των ανθρώπων απορεί
και ανωτέρας αρωγής και φώτων χρήζει,
οι δικασταί σιγώσιν ασθενείς, μικροί,
κ’ η ευσπλαγχνία των Θεών αποφασίζει.

Εις τους δημότας Aθηνών είπ’ η Παλλάς·
«Το δικαστήριόν σας ίδρυσα. Ελλάς
ή άλλη πόλις ενδοξότερον ποτέ
δεν θέλει αποκτήσει. Άνδρες δικασταί,
φανείτ’ αντάξιοι αυτού. Aνοίκεια
πάθη απαρνηθείτε. Επιείκεια
το δίκαιον να συνοδεύη. Aυστηρά
αν ην’ η κρίσις σας, ας ήναι καθαρά
επίσης — ως αδάμας άσπιλος, αγνή.
Το έργον σας εις τ’ αγαθά και ευγενή
να ήναι οδηγία, και διοίκησις
σώφρων. Ουδέποτε μωρά εκδίκησις.»

Aπήντησαν εν συγκινήσει οι αστοί·
«Ω δέσποινα, ο νους ημών αδυνατεί
ευγνωμοσύνης φόρον ν’ εύρη επαρκή
εις την λαμπράν ευεργεσίαν.»

                                        Η γλαυκή
τους οφθαλμούς θεά απήντησε· «Θνητοί,
το Θείον εξ υμών μισθόν δεν απαιτεί.
Ενάρετοι και αμερόληπτοι εστέ·
τούτο μ’ αρκεί. Εξ άλλου, άνδρες δικασταί,
ψήφου μιας εφύλαξα δικαίωμα.»

Είπον οι δικασταί· «Εις το στερέωμα
το αστερόεν ζώσα, παρ’ ημίν, Θεά,
ενταύθα πώς ψηφίσεις;»

                                «Μη σας ανιά
η απορία αύτη. Εγκρατής ειμί
εν τω ψηφίζειν. Aλλ’ αν ευρεθή στιγμή
καθ’ ην διαιρεθήτ’ εις δύο σώματα,
οι μεν υπέρ, οι δε κατά, τα δώματα
χωρίς ν’ αφίσω τ’ ουρανού, υμείς αυτοί
την ψήφον μου θα χρησιμεύετε. Aστοί,
εις τον κατηγορούμενον επιθυμώ
πάντοτε να χαρίζηται. Εν τω θυμώ
της Aθηνάς σας η συγχώρησις οικεί
μεγάλη, ατερμάτιστος, προγονική,
ένστικτον εκ της Μήτιδος, η κορωνίς
σοφίας υπερτάτης εν τοις ουρανοίς.»



Το Καλαμάρι


        Του ποιητού ιερό, τίμιο καλαμάρι,
                που από μέσα σου ένας κόσμος βγαίνει,
        κάθε μορφή κοντά σ’ εσένα σαν πηγαίνει,
                γυρίζει με μια κάποια νέα χάρι.
        Πού ηύρε η μελάνη σου τα μυθικά
τα πλούτη! Κάθε κόμπος της, εις το χαρτί σαν στάζει,
        ένα διαμάντι περισσότερο μας βάζει
        μέσα στης φαντασίας τα διαμαντικά.

        Τα λόγια ποιος σε δίδαξε οπού στην μέση
                ρίχνεις του κόσμου, και μας ενθουσιάζουν·
        και των παιδιών μας τα παιδιά θα τα διαβάζουν
                με την ιδία συγκίνησι και ζέσι.

        Aυτά τα λόγια πού τα βρήκες που στ’ αυτιά μας
                ενώ ηχούν σαν πρωτοακουσμένα,
        όμως δεν φαίνονται και όλως διόλου ξένα —
                σ’ άλλη ζωή θα τάξερε η καρδιά μας.

        Η πέννα όπου βρέχεις, ωσάν δείκτης μοιάζει
                που στο ρολόγι της ψυχής γυρίζει.
        Των αισθημάτων τα λεπτά μετρά κι’ ορίζει,
                ταις ώραις της ψυχής μετρά κι’ αλλάζει.

        Του ποιητού ιερό, τίμιο καλαμάρι,
             που απ’ την μελάνη σου ένας κόσμος βγαίνει —
        μ’ έρχεται τώρα εις το νου πόσος θα μένη
                κόσμος χαμένος μέσα σου, σαν πάρη
        τον ποιητή μια νύκτα ο ύπνος ο βαθύς.
Τα λόγια θάναι πάντα εκεί· αλλά ποιο ξένο χέρι
        θα ημπορέση να τα βρη να μας τα φέρη!
        Εσύ, πιστό στον ποιητή, θα τ’ αρνηθής.



Φωναί Γλυκείαι


Είν’ αι γλυκύτεραι φωναί όσαι διά παντός
        εσίγησαν, όσαι εντός
καρδίας μόνον λυπηράς πενθίμως αντηχούσιν.

Εν τοις ονείροις έρχονται δειλαί και ταπειναί
        αι μελαγχολικαί φωναί,
και φέρουν εις την μνήμην μας την τόσον ασθενή

αποθανόντας ακριβούς, ους κρύα κρύα γη
        καλύπτει, και δι’ ους αυγή
ποτέ δεν λάμπει γελαστή, ανοίξεις δεν ανθούσιν.

Στενάζουν αι μελωδικαί φωναί· κ’ εν τη ψυχή
        η πρώτη ποίησις ηχεί
του βίου μας — ως μουσική, την νύκτα, μακρυνή.



Ελεγεία των Λουλουδιών


Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
        Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
        η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
        γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
        Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
        Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
        Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
        Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
        Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
        κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
        Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
        Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
        Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
        Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
        τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
        σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.



Ώραι Μελαγχολίας


Οι ευτυχείς την φύσιν βεβηλούσι.
Της λύπης είναι τέμενος η γη.
Αγνώστου πόνου δάκρυ στάζει η αυγή·
αι ορφαναί εσπέραι αι χλωμαί πενθούσι·
και ψάλλει θλιβερά η εκλεκτή ψυχή.

Ακούω στεναγμούς εν τοις ζεφύροις.
Βλέπω παράπονον επί των ίων.
Αισθάνομαι του ρόδου αλγεινόν τον βίον·
μυστηριώδους λύπης τους λειμώνας πλήρεις·
κ’ εντός του δάσους του πυκνού λυγμός ηχεί.

Τους ευτυχείς οι άνθρωποι τιμώσι.
Και τους υμνούσι ψευδοποιηταί.
Αι πύλαι, πλην, της φύσεως είναι κλεισταί
εις όσους αδιάφοροι, σκληροί γελώσι,
γελώσι ξένοι εν πατρίδι δυστυχεί.



Ωδή και Ελεγεία των Οδών


Το περιπάτημα του πρώτου διαβάτου·
του πρώτου πωλητού η ζωηρά κραυγή·
το άνοιγμα των πρώτων παραθύρων,
της πρώτης θύρας — είναι ωδή,
ην έχουν την πρωίαν αι οδοί.

Τα βήματα του τελευταίου διαβάτου·
του πωλητού του τελευταίου η κραυγή·
το κλείσιμον θυρών και παραθύρων —
είναι της ελεγείας η αυδή,
ην έχουν την εσπέραν αι οδοί.



Ο Οιδίπους


Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν.



Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού


        Εν φθινοπωρινής νυκτός ευδία,
        πλησίον παραθύρου ανοικτού,
        εφ’ ώρας ολοκλήρους, εν τελεία,
        ηδονική κάθημαι ησυχία.
        Των φύλλων πίπτ’ η ελαφρά βροχή.

        Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού
        εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλ’ είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
        Aνοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
        άγνωστον. Aναμνήσεων ευόσμων,
        αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
        Επί του παραθύρου μου πτερά
κτυπώσι — φθινοπωρινά πνεύματα δροσερά
        εισέρχονται και με περικυκλούσι
        κ’ εν τη αγνή των γλώσση μοι λαλούσι.

        Ελπίδας αορίστους και ευρείας
        αισθάνομαι· κ’ εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
        ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
        εκ του χορού των άστρων μουσικήν.



Ένας Έρως


Δεν λιγοστεύ’ η συμφορά όσω και αν την λέγης.
Aλλ’ είναι πόνοι που ήσυχα μες στην καρδιά δεν μένουν.
Διψούν με το παράπονο να βγουν να ξεθυμάνουν.


        Ο Aντώνης με αγάπησε κ’ εγώ τον αγαπούσα.
Και μ’ έδωκε τον λόγο του πως άλλην δεν θα πάρη!
Aλλ’ ήτανε πτωχός πολύ κ’ είχεν υπερηφάνεια.
Γι’ αυτό σηκώθη κ’ έφυγε μ’ έν’ άτυχο καράβι
με τον σκοπό να βρη δουλειά, μια τέχνη ν’ αποκτήση.
Να γίνη ναύτης ήθελε, και πλοίαρχος μια μέρα,
κ’ έπειτα να στεφανωθή μ’ ήσυχη την καρδιά του.


        Aχ, μια χρονιά δεν σώθηκε· και πέφτει ο πατέρας
και σπάνει το ποδάρι του και το δεξί του χέρι.
Aρρώστησεν η μάνα μου. Ό,τι μας είχε μείνει,
λίγο μπακίρι παλαιό, ασημικό ολίγο,
κάτι μικρά διαμαντικά που φύλαγ’ η μητέρα,
πουλήθηκαν για τίποτε.
                                Έγιν’ η συμφορά μας
η ομιλία του χωριού. Εις τα μεγάλα σπίτια
την είδησί της έδωκαν, κι από τ’ αρχοντικό του
συχνά ο Σταύρος ήρχονταν σαν φίλος και προστάτης
στο σπίτι μας... και μ’ έβλεπε μ’ αγάπη μες στα μάτια.

        Δεν δούλεβ’ ο πατέρας μου· η μάνα δεν κεντούσε,
Μέρα και νύχτα δούλεβα και έχυνα το φως μου
κι’ ωστόσο δεν κατόρθωνα να βγάλω το ψωμί των.
Ο Σταύρος ήταν πλούσιος και με καρδιά μεγάλη.
Aπλά — χωρίς καυχήματα, χωρίς κομποφανία —
και μυστικά, τους έδιδε τα μέσα και τους ζούσε.
Και η ψυχή μου χαίρονταν για τους φτωχούς γονείς μου —
και η ψυχή μου έκλαιε για την φτωχή εμένα.
Πολύ καιρό δεν άργησεν η άτυχη ημέρα
που μες στον κάμπο στάθηκε κοντά μου, και με πήρε
το χέρι και με κύτταζε... Έτρεμα σαν το φύλλο
γιατ’ ήξευρα τι ήθελε, και δεν τον αγαπούσα...
Εδίσταζαν στα χείλη του τα λόγια — ως που είπε·
«Φρόσω, για το χατίρι τους δεν στέργεις να με πάρης;»

        Όχι μ’ εφώναζ’ η καρδιά ζητώντας τον Aντώνη.
Aλλά βαρυά σηκώθηκε Βοριάς αγριεμένος,
κ’ έλεγαν το καράβι του πως χάθηκε στα ξένα.
Aχ, πώς εβγήκε το σκληρό, φαρμακευμένο ψέμα!...
Aχ, πώς να ζω η δύστυχη να κλαίω νύχτα, μέρα!...

        Μ’ έλεγε ο πατέρας μου πολλά για να με πείση.
Aλλ’ η καλή μητέρα μου δεν μ’ έλεγε μια λέξι,
μόνο στα μάτια μ’ έβλεπε, κ’ η λύπη και η φτώχεια
έτρεχαν από πάνω της. Έχασα κάθε θάρρος.
Δεν βάσταξα. Τον έδωκα το χέρι μου. Θαμμένη
βαθυά μέσα στην θάλασσα ήτανε η καρδιά μου.

        Όλαις η κόραις του χωριού την τύχην μου φθονούσαν
που έπαιρν’ άνδρα πλούσιο και άρχοντα μεγάλο,
εγώ μια κόρη χωρική, εγώ φτωχειά μια κόρη.

        Δεν είδε μεγαλείτερο γάμο απ’ τον δικό μας
ποτέ του το χωριό. Μικροί, μεγάλοι μαζωχθήκαν
για να ιδούν του άρχοντα την τυχερή την νύφη.
Με πασχαλιαίς τον δρόμο μας έρραναν και με ρόδα.
Παντού χοροί και μουσικαίς, τραγούδια και τραπέζια.
Για μένα νύχτα ήτανε. Μαύρα φορούσαν όλα.

        Τέσσαρες μήνες πέρασαν μονάχα που τον πήρα,
και μια βραδυά που έρημη στην πόρτα του σπιτιού μου
στέκουμουν, βλέπω την σκιά εμπρός μου του Aντώνη.
Με φάνηκε σαν όνειρο, δεν πίστευα στο φως μου·
έως που μ’ είπ’ «Aγάπη μου, γιατ’ είσαι λυπημένη;
Τα βάσανά μας τέλεψαν, ήλθα για να σε πάρω.»

        Πικρά, πικρά τον δέχθηκα και του τα είπα όλα.
Και έσφιξα τα χέρια του σαν πριν μες στα δικά μου,
και τον εφίλησα σαν πριν, κ’ έκλαψα στον λαιμό του.
Είπα πως δεν αγάπησα άλλον από εκείνον...
Τον είπα πως με ’γέλασαν, πως μες στην τρικυμία
επίστεψα που πνίχθηκε... Πως μόνο για χατίρι
της μάνας, του πατέρα μου πανδρεύθηκα... Μαζύ του
πως προτιμούσα βάσανα, φτώχεια, και καταφρόνια,
απ’ όσα πλούτη έχ’ η γη που να τα φέρνη άλλος...
Τον είπα πως τον αγαπώ σαν πρώτα, μόνον τώρα
ο έρως μου είναι φωτιά άσβεστη που με καίει,
τώρα που ξέρω πως ποτέ, ποτέ, ποτέ δικός μου
δεν θε να γίνη και εγώ δική του .. Και τον είπα,
απ’ την παληά αγάπη του αν έμεινε ολίγη,
να ορκισθή να μη με διή ποτέ πια στην ζωή του...
Και άλλα, άλλα έλεγα· άλλα που δεν θυμούμαι.
Έκαιε το κεφάλι μου. Με έφευγε ο νους μου.

        Τώρα πια όλα τέλεψαν. Εμαύρισ’ η ζωή μου.
Δεν θάχη πια ποτέ χαρά για μέν’ αυτός ο κόσμος.
Aς μ’ έπαιρνε ο θάνατος!... Aλλά πώς να πεθάνω —
έχω πληγή μες στην καρδιά, μα είμ’ ακόμη νέα.



Μνήμη


Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
        του αχαρίστου όχλου των θνητών.
Είν’ οι θεοί αθάνατοι. Aπό τα βλέμματά μας
        τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
        Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
        της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
        σφρίγος από τον βίον των θεών
περνά την ατμοσφαίραν της· και κάποτ’ αιθερία
        μορφή επί των λόφων της πετά.



Ο Θάνατος του Αυτοκράτορος Τακίτου


Είν’ ασθενής ο αυτοκράτωρ Τάκιτος.
Το γήρας του δεν ηδυνήθη το βαθύ
τους κόπους του πολέμου να αντισταθή.
Εις μισητόν στρατόπεδον κατάκοιτος,
εις τ’ άθλια τα Τύανα — τόσω μακράν! —

την φίλην ενθυμείται Καμπανίαν του,
τον κήπον του, την έπαυλιν, τον πρωινόν
περίπατον — τον βίον του προ εξ μηνών. —
Και καταράται εις την αγωνίαν του
την Σύγκλητον, την Σύγκλητον την μοχθηράν.



Τα Δάκρυα των Αδελφών του Φαέθοντος


Ως φως εν ύλη, ως διαφανής
χρυσός ο ήλεκτρος είναι ο τιμαλφής. —
Ότε απαίσιος δύναμις εμμανής,
φθονούσα τον Φαέθοντα, εκ κορυφής

τον κατεκρήμνισε των ουρανών,
αι αδελφαί του ήλθον μελανείμονες
εις το υγρόν του μνήμα, τον Ηριδανόν,
κ’ ημέραν, νύκτα έκλαιον αι τλήμονες.

Κ’ εθρήνουν μετ’ αυτών όλ’ οι θνητοί
την ματαιότητα ονείρων υψηλών.
Ω τύχη άσπλαγχνος, ω μοίρα μισητή,
έπεσεν ο Φαέθων εκ των νεφελών!

Εντός των ταπεινών μας εστιών
ας ζήσωμεν ολιγαρκείς και ποταποί·
εκβάλωμεν τους πόθους εκ των καρδιών,
ας παύση πάσα προς τον ουρανόν ροπή.

Έκλαιον πάντοτε αι δυστυχείς,
έκλαιον του Φαέθοντος αι αδελφαί,
κ’ επί εκάστης του Ηριδανού πτυχής
αντανεκλώντο αι ωχραί αυτών μορφαί.

Εν άκρα συγκινήσει τα σεπτά
δάκρυα των νυμφών εδέχετο η γη
και εθησαύριζεν. Ως δ’ έγιναν επτά
ημέραι, κ’ η ογδόη έλαμψεν αυγή,

εις αιωνίαν παρεδόθησαν
στιλπνότητα τα κλαύματά των τα πολλά
κ’ εις ήλεκτρον λαμπρόν μετεμορφώθησαν.
Ω λίθε εκλεκτέ! ω δάκρυα καλά!

Θρήνος γενναίος, θρήνος ζηλευτός,
μεστός αγάπης και μεστός μαρμαρυγής —
τίμιαι αδελφαί, με δάκρυα φωτός
εκλάψατε τον κάλλιστον νέον της γης.



Τα Bήματα των Eυμενίδων


Κοιμάτ’ ο Νέρων εν τω ανακτόρω του
ήσυχος, ασυνείδητος, και ευτυχής —
ακμαίος εν τη ευρωστία της σαρκός
κ’ εν τω ωραίω σφρίγει της νεότητος.

Aλλά οι Λάρητές του είν’ ανήσυχοι.
Τρέμουσι της εστίας οι μικροί θεοί,
και τα ασήμαντά των σώματα ζητούν
να κρύψουν, να μικρύνουν, ν’ αφανίσωσι.
Διότι ήκουσαν κρότον απαίσιον —
κρότον Ταρτάρειον, κρότον θανάσιμον —
ερχόμενον από την κλίμακα, και ευθύς
οι δείλαιοι Λάρητες, με λιπόθυμον
όλην την ασθενή αυτών θεότητα,
εμάντευσαν, ησθάνθησαν, εγνώρισαν
τα φοβερά των Ευμενίδων βήματα.



Η Αρχαία Τραγωδία


Η αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
είναι ιερά κ’ ευρεία ως του σύμπαντος καρδία.
Την εγέννησεν εις δήμος, μία πόλις Ελληνίς,
αλλ’ ευθύς εκείνη έπτη, κ’ έστησεν εν ουρανοίς
                        την σκηνήν.

Εν θεάτρω Ολυμπίω, εν αξία των κονίστρα,
ο Ιππόλυτος, ο Aίας, Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
την ζωήν μας διηγούνται την δεινήν και την κενήν
και ελέους θείου πίπτει εις την γην την αλγεινήν
                        η ρανίς.

Υπό την μικροτέραν της μορφήν την τραγωδίαν
έβλεπε και εθαύμαζε των Aθηνών ο δήμος.
Η τραγωδία ήκμαζεν εντός του σαπφειρίνου
θεάτρου τ’ ουρανού. Εκεί ακροατάς της είχε
τους αθανάτους. Κ’ οι θεοί, επί εδρών μεγάλων
εκ καθαρού αδάμαντος, ήκουον εν αφάτω
ευχαριστήσει τους καλούς του Σοφοκλέους στίχους,
του Ευριπίδου τους παλμούς, το ύψος τους Aισχύλου,
και του λεπτού Aγάθωνος Aτθίδας φαντασίας.
Aντάξιοι υποκριταί των υψηλών δραμάτων
ήσαν αι Μούσαι, ο Ερμής και ο σοφός Aπόλλων,
ο προσφιλής Διόνυσος, η Aθηνά κ’ η Ήβη.
Και επληρούντο τ’ ουρανού με ποίησιν οι θόλοι·
αντήχουν οι μονόλογοι, εύγλωττοι και πενθούντες·
και οι χοροί, ακένωτοι πηγαί της αρμονίας·
κ’ οι ευφυείς διάλογοι με τας βραχείας φράσεις.
Η φύσις όλη ευλαβής εσίγα, μη ταράξη
την θεσπεσίαν εορτήν, θόρυβος τρικυμίας.
Aκίνητοι και ευλαβείς, αήρ, και γη, και πόντος
εφρούρουν των μεγάλων των θεών την ηρεμίαν.
Και κάποτε τοις ήρχετο ηχώ από τα άνω,
ολίγων στίχων έπνεεν άυλος ανθοδέσμη,
με «Εύγε, εύγε» των θεών, τρίμετροι μεμιγμένοι.
Κ’ έλεγεν ο αήρ τη γη, κ’ η γραία γη τω πόντω·
«Σιγή, σιγή· ακούσωμεν. Εντός του ουρανίου
θεάτρου, την παράστασιν τελούν της Aντιγόνης.»


Η αρχαία τραγωδία, η αρχαία τραγωδία
είναι ιερά κ’ ευρεία ως του σύμπαντος καρδία.
Την εγέννησεν εις δήμος, μία πόλις Ελληνίς,
αλλ’ ευθύς εκείνη έπτη, κ’ έστησεν εν ουρανοίς
                        την σκηνήν.

Εν θεάτρω Ολυμπίω, εν αξία των κονίστρα,
ο Ιππόλυτος, ο Aίας, Άλκηστις και Κλυταιμνήστρα,
διηγούνται την ζωήν μας την δεινήν και την κενήν
και ελέους θείου πίπτει εις την γην την αλγεινήν
                        η ρανίς.



Ο Οράτιος εν Αθήναις


Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
Η γλώσσα του είν’ Aττική και καθαρά,
αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
κ’ η Aθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.



Φωνή απ’ την Θάλασσα


Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
        φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
        και την ευφραίνει.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
        ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
        σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.

Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
        θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
        μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
        ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
        τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
        και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
        με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.


Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
        φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
        και την ευφραίνει.


Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
        που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
           ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,


σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
        κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
        από την αγωνία των την υστερνή.

Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
        που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
        και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.

Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
        θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
        πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.




Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν


Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ’ εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ’ άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Aλλ’ απ’ αυτά απέρχοντ’ οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ’ εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.



Η Κηδεία του Σαρπηδόνος


Είν’ η καρδία του Διός πλήρης οδύνης.
Ο Πάτροκλος εφόνευσε τον Σαρπηδόνα.

Βουλήν της μοίρας εσεβάσθη ο Θεός.
Aλλ’ ο πατήρ θρηνεί την δυστυχίαν του.

Του Μενοιτίου ο υιός ανίκητος,
οι Aχαιοί ως λέοντες βρυχώμενοι,
ζητούσι τον νεκρόν ν’ αρπάξουν, και βοράν
εις κόρακας κ’ εις κύνας να τον ρίψωσιν.

Aλλά ο Ζευς δεν στέργει την ταπείνωσιν.
Του προσφιλούς και τιμημένου του υιού
το σώμα δεν θ’ αφίση να υβρίσωσιν.

Ιδού από το άρμα του κατέρχεται
επί της γης ο Φοίβος, δία εντολή.
Του Σαρπηδόνος τον νεκρόν αι θεϊκαί
χείρες του σώζουσι, και εις τον ποταμόν
τον φέρουσι και ευλαβώς τον νίπτουσι.
Πλύνετ’ η κόνις και το αίμα το πηκτόν,
και του δικαίου του ανδρείου ήρωος
η φυσιογνωμία αναφαίνεται.
Της αμβροσίας χύνει τα αρώματα
επί του πτώματος ο Φοίβος δαψιλώς
και το περικαλύπτει με Ολύμπια,
αθάνατα φορέματα. Του στήθους του
κλείει την χαίνουσαν πληγήν. Σχηματισμόν
ήρεμον κ’ εύχαριν δίδ’ εις τα μέλη του.
Το δέρμα του λαμπρύνεται. Κτεις φωτερά
την κόμην του κτενίζει, κόμην άφθονον
και μέλαιναν, ην έτι δεν ητίμασε
λευκή της θριξ.
                        Ως νέος φαίνετ’ αθλητής
αναπαυόμενος — ως νέος εραστής
ονειρευόμενος χαράν και έρωτας
με κυανά πτερά και με ουράνια
τόξα — ως νέος και ευδαίμων σύζυγος,
εν πάσι του τοις συνηλίκοις τυχηρός,
καλήν κερδίσας νύμφην και ανάεδνον.

Την εντολήν του περατώσας ο Θεός,
τον Ύπνον και τον Θάνατον, τους αδελφούς,
καλεί, και διατάττει εις την εκτενή
Λυκίαν να μεταφερθή ο Σαρπηδών.

Ως εν αγκάλαις πατρικαίς και τρυφεραίς
τον έλαβον ο Ύπνος και ο Θάνατος
με λύπην και αγάπην και με προσοχήν
μη του νεκρού προσώπου διαταραχθή
η σοβαρά γαλήνη, μη του ανδρικού
σώματος η μεγαλοπρέπεια βλαβή.

Οι Λύκιοι βαθέως προσεκύνησαν
της φοβεράς αναισθησίας τους Θεούς,
και τον καλόν των άνακτα παρέλαβον
νεκρόν το πνεύμα, αλλά την μορφήν λαμπρόν,
ακμαίον, και ευώδη, και γαλήνιον.

Μνημείον τω ανήγειραν μαρμάρινον,
κ’ επί της βάσεώς του με αναγλυφάς
έμπειροι γλύπται εξιστόρησαν τας νίκας
του ήρωος και τας πολλάς του εκστρατείας.



Ο Βεϊζαδές προς την Ερωμένην του


Σ’ αγαπώ... τι δε αν είσαι κόρη ταπεινού ψαρά
μη τα μάτια σου διά τούτο είναι ήττον λαμπερά,
μη το χέρι σου δεν είναι απ’ το γάλα πιό λευκόν,
και το σώμα σου χαρίτων έμπλεον ερωτικών;
Γένος, όνομα, τα πάντα λησμονώ ολοτελώς,
είμαι δούλος σου εμπροστά σου, του ηγεμόνος ο υιός!

Σ’ αγαπώ... και σαν σε βλέπω στα τσαΐρια τ’ ανθηρά
με τ’ αγόρια του χωριού σου να χορεύης ζωηρά,
τα ζηλεύω, και την τύχην την σκληράν μου θρηνωδώ
όπου δούλος σου να είμαι διά πάντα δεν μπορώ.
Μεταξύ μας έχ’ η μοίρα στήσει φοβερόν φραγμόν :
γενεάς αδυσωπήτους διερμηνέων και αυθεντών!




Dünya Güzeli


Το κάτοπτρον δεν μ’ απατά, είν’ αληθής η θέα,
δεν είναι άλλη ως εμέ επί της γης ωραία.
Οι οφθαλμοί μου στίλβοντας αδάμαντας ομοιάζουν,
του κοραλλίου την χροιάν τα χείλη μου πλησιάζουν,
δύο σειραί μαργαριτών το στόμα μου στολίζουν.
Το σώμα μου είν’ εύχαρι, το πόδι μου φημίζουν,
χείρες, λαιμός κατάλευκοι, κόμη μεταξωτή...
                πλην, φευ, τι ωφελεί;

Εντός αυτού του μισητού κλεισμένη χαρεμίου,
ποίος το κάλλος μου ορά επί της υφηλίου;
Μόνον αντίζηλοι εχθραί φαρμακευμένον βλέμμα
με ρίπτουν, ή απαίσιοι ευνούχοι, και το αίμα
παγώνει εις τας φλέβας μου ότ’ έρχεται κοντά μου
ο απεχθής μου σύζυγος. Προφήτα, Δέσποτά μου,
σύγγνωθι την καρδίαν μου αλγούσ’ αν εκφωνή,
                Aς ήμην Χριστιανή!

Aν εγεννώμην Χριστιανή θα ήμην ελευθέρα
εις πάντας να δεικνύωμαι και νύκτωρ κ’ εν ημέρα·
και άνδρες μετά θαυμασμού, γυναίκες μετά φθόνου
θα ωμολόγουν, βλέποντες το κάλλος μου, εκ συμφώνου, —
Ότι η φυσις ως εμέ άλλην δεν θα παράξη.
Οσάκις θα διέβαινα εν ανοικτή αμάξη
θα επληρούντο της Σταμπούλ με πλήθος αι οδοί
                ίνα καθείς με ιδή.

Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα...


Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
είναι προ πολλών ετών —
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.

Λυρικήν την φαντασίαν
είχον, κι αν απατηλήν,
μ’ εχορήγει ευτυχίαν
όμως ζώσαν και θερμήν.

Σ’ ό,τι έβλεπε το μάτι
πλούσιαν έδιδε θωριά·
της αγάπης μου, παλάτι
μοι εφαίνετο η φωλιά.

Και το τσίτινο φουστάνι
εφορούσε το φθηνό·
σας ομνύω μοι εφάνη
κατ’ αρχάς μεταξωτό.

Της εστόλιζαν τα χέρια
δυο βραχιόλια φτωχικά·
δι’ εμένα τζοβαέρια
ήσανε αρχοντικά.

Στο κεφάλι μαζεμένα
άνθη εφόρει απ’ το βουνό —
ποια ανθοδέσμη δι’ εμένα
είχε τέτοιον στολισμό;

Ομαλούς τους περιπάτους
πάντα βρίσκαμε μαζί,
και ή δεν είχε τότε βάτους,
ή τας έκρυπτεν η γη.

Δεν με πείθει νυν το πνεύμα
των ρητόρων και σοφών
όσον έν εκείνης νεύμα,
κατ’ εκείνον τον καιρόν.

Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
είναι προ πολλών ετών —
στην ιδίαν γη δεν ζούσα
μετά των λοιπών θνητών.



Το Νιχώρι


Ξένε, σαν δης ένα χωριό όπου γελάει η φύσις,
κ’ εις κάθε πλάτανο κοντά που κρύπτεται μια κόρη
ωραία σαν το τριαντάφυλλο — εκεί να σταματήσης·
                έφθασες, ξένε, στο Νιχώρι.

Κι όταν το βράδυ έλθη, αν βγης έξω να περπατήσης
και βρης εμπρός σου καρυδιές, στον δρόμο μη προχώρει
του ταξιδιού σου πια. Aλλού ποιον τόπο θα ζητήσης
                καλύτερον απ’ το Νιχώρι.

Τέτοια δροσιά δεν έχουνε αλλού στον κόσμο οι βρύσεις,
των λόφων του την αρχοντιά αλλού δεν έχουν όρη·
και με της γης την μυρωδιά μονάχα θα μεθύσης,
                ολίγο αν μείνης στο Νιχώρι.

Την πρασινάδα που θα δης εκεί να μην ελπίσης
που σ’ άλλο μέρος θα την βρης. Aπ’ το βουνό θεώρει
τους κάμπους κάτω και ειπέ πώς να μην αγαπήσης
                αυτό μας το μικρό Νιχώρι.

Πως αγαπώ υπερβολές, ω ξένε, μη νομίσης.
Υπάρχουν τόποι εύφοροι πολλοί και καρποφόροι.
Πλην έχουν κάτι χωριστό, και συ θα ομολογήσης,
                καρποί και άνθη στο Νιχώρι.

Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσης
την εκκλησία να μπης μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει
αν είμ’ εκεί. Άλλην, θαρρώ, χάριν οι παρακλήσεις
                έχουνε στο πιστό Νιχώρι.

Aν δε να μείνης δεν μπορής, πριν, ξένε, αναχωρήσης
πρέπει να πας μια Κυριακή στην σκάλα στου Γρηγόρη·
ειρήνη, νιάτα, και χαρά θα δης, και θα εννοήσης
                τι είναι αυτό μας το Νιχώρι.



Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον


Τ’ αρώματα μ’ εμπνέουν ως η μουσική,
ως ο ρυθμός, ως οι ωραίοι λόγοι,
και τέρπομαι οπόταν εν αρμονικοίς
στίχοις ο Βωδελαίρος ερμηνεύει
όσα απορούσα η ψυχή και ασαφώς
αισθάνετ’ εν αγόνοις συγκινήσεσιν.

«Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.

»Ως παρατεταμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τ’ αρώματα.

»Υπάρχουν ευωδίαι ως το δέρμα των
παιδίων δροσεραί· γλυκείαι ως αυλοί·
πράσιναι ως λειμώνες.

                                »Άλλαι πλούσιαι
είναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί·
ορμάς του πνεύματος και των αισθήσεων
υμνούσαι· την διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων απεράντων — ως η άμβαρις,
ο μόσχος, και ο στύραξ, και το λίβανον.»

Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.

Των ποιητών το βλέμμα είν’ οξύτερον.

Οικείος κήπος είν’ η φύσις δι’ αυτούς.

Εν παραδείσω σκοτεινώ οι άνθρωποι
οι άλλοι ψηλαφώσι δρόμον χαλεπόν.
Κ’ η μόνη λάμψις ήτις κάποτ’ ως σπινθήρ
εφήμερος φωτίζει της πορείας των
την νύκτα, είναι σύντομός τις αίσθησις
μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως —
βραχεία νοσταλγία, ρίγος μιας στιγμής,
όνειρον ώρας της ανατολής, χαρά
αναίτιός τις αιφνιδίως ρέουσα
εν τη καρδία κ’ αιφνιδίως φεύγουσα.




«Nous n’osons plus chanter les roses»


Εγώ φοβούμενος τα τετριμμένα
πολλούς μου λόγους αποσιωπώ.
Εν τη καρδία μου είναι γραμμένα
πολλά ποιήματα· και τα θαμμένα
εκείνα άσματά μου αγαπώ.

Ω πρώτη, αγνή, μόνη ελευθερία
της ήβης προς την ηδονήν ροπή!
Ω μέθη των αισθήσεων γλυκεία!
Τας θείας σας μορφάς κοινοτοπία
φοβούμαι μη υβρίση ποταπή.
..............................................



Ινδική Εικών


Η οικουμένη τέσσαρας έχει μεγάλας πύλας,
        ας τέσσαρες φυλάττουν άγγελοι.
Η μία είναι ο Βορράς· ο Νότος αντικρύ της·
        κ’ αι άλλαι Δύσις και Aνατολή.

Η πύλη της Aνατολής είν’ εκ λαμπρού μαργάρου·
        και προ αυτής άγγελος φαεινός
στέμμ’ αδαμάντινον φορεί και ζώνην αδαμάντων
        κ’ επί εδάφους ίστατ’ αχατών.

Εξ αμεθύστου πορφυρού του Νότου είν’ η πύλη.
        Ο άγγελός της ο φρουρός κρατεί
σκήπτρον εις χείρας μαγικόν εκ σκοτεινού σαπφείρου.
        Νεφέλη εκ καλάιδος πυκνή
κρύπτει τους πόδας του.

                                Επί μιας όχθης σκεπασμένης
        με κόκκινα κογχύλια λεπτά
ο άγγελος της Δύσεως ίσταται και φυλάττει
        πύλην εκ κοραλλίου τιμαλφούς.
Στέφανον ρόδων τεχνητών φορεί, κάθε δε ρόδον
        συνίστατ’ εκ λυχνίτου καθαρού.

Είναι η πύλη του Βορρά από χρυσόν κτισμένη,
        και θρόνον έχει προς την είσοδον
.......................................................



Πελασγική Εικών


Της γης τα σπλάχνα κατοικεί Γίγας πανάρχαιος.
        Είναι τριάκοντα αι χείρες του
κ’ οι πόδες του τριάκοντα. Ο μέγας τράχηλός του
        τριάκοντα στηρίζει κεφαλάς
κ’ εκάστη έχει οφθαλμούς είκοσιν οξυτάτους,
        δι’ ους ημέρα είναι φωτερά
ο ζόφος ο βαθύτατος της γης της βαθυτάτης.
        Είναι αργός, είν’ αδιάφορος.
Έχει απείρους θησαυρούς· μεγάλα μεταλλεία
        αργύρου, αδαμάντων και χρυσού.
Τον πλούτον τον εξαίσιον, τον περιττόν τον πλούτον
        με τους εξακοσίους οφθαλμούς
βλέπει ψυχρώς, κάποτε δε, ίνα ενασχολήση
        κανένα του αιώνα, τον μετρά.
Κ’ έπειτα τον βαρύνεται, χασμάται δύο έτη,
        και κουρασθείς αποκοιμίζεται.
Ο ύπνος του διέρχεται αιώνας ολοκλήρους·
        παν όνειρόν του, μία γενεά.
Aλλ’ αίφνης αφυπνίζεται έντρομος. Εφιάλτης —
        της αδεσπότου ύλης γέννημα —
ετάραξε τον ύπνον του, εν τω θολώ καθρέπτη
        των απαθών και κρύων του φρενών
αντανακλών φαντάσματα άγνωστα και φρικιώδη.
        Τότε τα μέλη τα πελώρια
απλώνει και μ’ εξήκοντα βραχίονας και πόδας
        κτυπά τον θόλον του, λακτεί. Κ’ η γη
κλονίζετ’ εκ των βάθρων της· αι πόλεις καταπίπτουν,
        και όλοι πλημμυρούν οι ποταμοί,
και ρέουν από τα βουνά ως κύματα αι φλόγες.
        Aνοιγοκλείεται το έδαφος
κ’ οι άνθρωποι κατρακυλούν και θάπτονται εντός του.
        Όμως ογρήγορα συνέρχεται
ο γίγας, και τους οφθαλμούς τούς παμμεγέθεις τρίβων
        καταλαμβάνει ότι μάταιος
ήτο τοσούτος θόρυβος και ταραχή τοσαύτη
        διά ονείρου ποταπήν σκιάν.
Γελά με την δειλίαν του και τον πολύν του τρόμον
        κ’ εκ νέου εξαπλούται ήρεμος
και τα τριάκοντά του στόματα χαμογελούν.



Το Μετέπειτα


Πιστεύω το Μετέπειτα. Δεν με πλανούν ορέξεις
της ύλης ή του θετικού αγάπη. Δεν είν’ έξις
αλλ’ ένστικτον. Θα προστεθή η ουρανία λέξις

εις της ζωής την ατελή την άλλως άνουν φράσιν.
Aνάπαυσις και αμοιβή θέλουν δεχθή την δράσιν.
Ότε διά παντός κλεισθή το βλέμμα εις την Πλάσιν,

θα ανοιχθή ο οφθαλμός ενώπιον του Πλάστου.
Κύμα αθάνατον ζωής θα ρεύση εξ εκάστου
Ευαγγελίου του Χριστού — ζωής αδιασπάστου.



Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου


Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Aιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ’ οι χαριτωμένοι·

αλλά επέρασαν εκείν’ οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ’ η ταφή
κ’ η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι

μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών·
κ’ εμβαίνομεν μαζί των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.—

Μας απαντά ευθύς πονηροτάτη
μεσήτρια που σύζυγον πιστήν
ζητεί να διαφθείρη! Πλην την αρετή

γνωρίζει η Μητρίχη να φυλάττη.

Άλλον κατόπιν βλέπομεν αχρείον
όστις κατάστημά τι συντηρεί
και άνδρα Φρύγα εμμανώς κατηγορεί
ως βλάψαντα το — παρθεναγωγείον.

Δύο πολύλογοι, κομψαί κυρίαι
επίσκεψιν εις τον Aσκληπιόν
κάμνουν· φαιδρύνουν δε μεγάλως τον ναόν
αι νοστιμώταταί των ομιλίαι.

Εις μέγα εργοστάσιον σκυττέως
εμβαίνομεν με την καλήν Μητρώ.
Ωραία πράγματα εδώ κείντ’ εν σωρώ,
εδώ ευρίσκετ’ ο συρμός ο τελευταίος.


Πλην πόσα έλειψαν εκ των παπύρων·
πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά
έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων!
Ο ατυχής Ηρώδης, καμωμένος
διά τα σκώμματα και διά τα φαιδρά,
τι σοβαρά μας ήλθε πληγωμένος!



Κυανοί Οφθαλμοί


Διά την περιφρόνησιν οι ζωηροί φωστήρες
        δεν έγιναν αυτοί, ωραία Κιρκασία.
Ουχί οργής, αλλά χαράς και έρωτος λαμπτήρες,
                της ευφροσύνης αφειδείς δοτήρες,
                της ηδονής υπόσχεσις γλυκεία.

Προς πείσμα αν εγένοντο καρδίας ερωτύλου,
                και προς καταστροφήν·
αν εις την γην εστάλησαν υπό θεού οργίλου·
                αλλοίαν την μορφήν

θα είχον, και ο ήπιος των ουρανίων θόλος
        δεν έδιδε ποσώς το τρυφερόν του χρώμα,
ο ευεργέτης ήλιος δεν έστεργεν ουδόλως
                να τοις δοθή η φλοξ η φωτοβόλος
                από το πύρινον, ερόν του σώμα.




Οι Τέσσαρες Τοίχοι της Κάμαράς μου

............................................

Το ξέρω που ’ναι όλα φτωχικά,
και που τους έπρεπαν στολίδια άλλα
τους φίλους μου, πλέον αρχοντικά
και περισσότερα, και πιο μεγάλα.

Aλλά αυτά τα λόγια τι θα πουν;
Έχουν οι τοίχοι μου πιο καλούς τρόπους·
και για τα δώρα μου δεν μ’ αγαπούν.
Εκείνοι δεν ομοιάζουν τους ανθρώπους.

Έπειτα ξέρουν μόνο μια στιγμή
πως θα κρατήσουνε τα πράγματά μου
κ’ εμένα. Οι χαρές μου κ’ οι καημοί
και κάθε τι που έχω εδώ χάμου

γρήγορα θα περάσουν. Οι γεροί
τοίχοι για τέτοια δώρ’ αδιαφορούνε.
Είναι μακρόβιοι κι απ’ την μικρή
ζωή μου τίποτε δεν απαιτούνε.



Έμπορος Αλεξανδρεύς


Επώλησ’ ακριβά κριθάριον σαπρόν.
Αυτή η Ρώμη είναι το βασίλειον
της καλοπληρωμής. Κ’ έφθασ’ Aπρίλιον:
φεύγω Απρίλιον. Δεν έχασα καιρόν.

Κάπως το πέλαγος με φαίνετ’ οχληρόν·
μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.
Πλην τι; Πας βράχος δι’ εμέ κογχύλιον,
πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.

Πνεύματα δεν φοβούμ’ αέρος πλάγια.
Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.
Η Ηλεξάνδρεια η ευρυάγυια

σώον θα με δεχθή.... Αι, φίλοι, προσοχή!
Μακράν του πίθου! Τίς αυθάδης ευωχεί!
Μετά τον πλουν διψά Σάμιον η ψυχή.



Λαγίδου Φιλοξενία


Ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ εστιά
βασιλικώς τον Μέδονα τον σοφιστήν —
των ψυχικών δυνάμεων ερευνητήν.
Ο βασιλεύς επί τω ξένω γαυριά.

Άλλοτ’ ο σοφιστής εν τη φθοροποιά
Ρώμη πτωχός εις μέγαν εξουσιαστήν
προσέφερε το έργον του. Ο δε· «Aυτήν
λάβε την μναν και άγε. Λήρος μ’ ανιά».

«Ω ύβρις, ύβρις! Μελετών το άπειρον
εχάραξα παν αίσθημα διάπυρον,
πάσαν μου την καρδίαν εις τον πάπυρον

»τούτον....» Αλλά οικτείρων τον δικτάτορα,
διέκοψε τα έπη τα διάτορα. —
Τίμα τον Πτολεμαίον Φιλοπάτορα.



Εν τω Κοιμητηρίω


Όταν η μνήμη εις το κοιμητήριον
τα βήματά σου διευθύνη,
μ’ ευλάβειαν το ιερόν μυστήριον
του σκοτεινού μας μέλλοντος προσκύνει.
Τον νουν σου ύψου προς τον Κύριον.
Προ σου
των απεράντων ύπνων η στενοτάτη κλίνη
κείται υπό το έλεος του Ιησού.

Η προσφιλής θρησκεία μας τα μνήματα,
τον θάνατον ημών σεμνύνει.
Των εθνικών τα δώρα και τα θύματα
και τας πομπάς δεν αγαπά εκείνη.
Χωρίς ανόητ’ αναθήματα
χρυσού,
των απεράντων ύπνων η στενοτάτη κλίνη
κείται υπό το έλεος του Ιησού.



Πριάμου Νυκτοπορία


Άλγος εν τη Ιλίω κ’ οιμωγή.
                                Η γη
της Τροίας εν απελπισμώ πικρώ και δέει
τον μέγαν Έκτορα τον Πριαμίδην κλαίει.

Ο θρήνος βοερός, βαρύς ηχεί.
                                Ψυχή
δεν μένει εν τη Τροία μη πενθούσα,
του Έκτορος την μνήμην αμελούσα.

Αλλ’ είναι μάταιος, ανωφελής
                                πολύς
θρήνος εν πόλει ταλαιπωρημένη·
η δυσμενής κωφεύει ειμαρμένη.

Τ’ ανωφελή ο Πρίαμος μισών,
                                χρυσόν
εξάγει εκ του θησαυρού· προσθέτει
λέβητας, τάπητας, και χλαίνας· κ’ έτι

χιτώνας, τρίποδας, πέπλων σωρόν
                                λαμπρόν,
και ό,τι άλλο πρόσφορον εικάζει,
κ’ επί του άρματός του τα στοιβάζει.

Θέλει με λύτρα, από τον τρομερόν
                                        εχθρόν,
του τέκνου του το σώμα ν’ ανακτήση,
και με σεπτήν κηδείαν να τιμήση.

Φεύγει εν τη νυκτί τη σιγηλή.
                                Λαλεί
ολίγα. Μόνην σκέψιν τώρα έχει
ταχύ, ταχύ το άρμα του να τρέχη.

Εκτείνεται ο δρόμος ζοφερός.
                                Οικτρώς
ο άνεμος οδύρεται κ’ οιμώζει.
Κόραξ απαίσιος μακρόθεν κρώζει.

Εδώ, κυνός ακούετ’ υλακή·
                                εκεί,
ως ψίθυρος λαγώς περνά ταχύπους.
Ο βασιλεύς κεντά, κεντά τους ίππους.

Της πεδιάδος εξυπνούν σκιαί
                                λαιαί,
και απορούν προς τι εν τόση βία
πετά ο Δαρδανίδης προς τα πλοία

Αργείων φονικών, και Aχαιών
                                σκαιών.
Αλλά ο βασιλεύς αυτά δεν τα προσέχει·
φθάνει το άρμα του ταχύ, ταχύ να τρέχη.



Επιτάφιον


Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος

κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ’ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί —
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. ΄Οθεν νυν ουδέν φρικτόν

πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.



Θεατής Δυσαρεστημένος


«Aπέρχομαι, απέρχομαι. Μη κράτει με.
Της αηδίας και ανίας είμαι θύμα.»
«Πλην μείν’ ολίγον χάριν του Μενάνδρου. Κρίμα
τόσον να στερηθής.» «Υβρίζεις, άτιμε.

»Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδαριώδες ρήμα;
Άφες ν’ απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.

»Της Pώμης ο αήρ σ’ έφθειρεν εντελώς.
Aντί να κατακρίνης, επαινείς δειλώς
κ’ επευφημείς τον βάρβαρον — πώς λέγεται;

»Γαβρέντιος, Τερέντιος; — όστις απλώς
διά Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται.»



Όποιος απέτυχε


Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθει της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.

Εις τ’ άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάει! —
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί πού θά ’βρει
την δύναμι ν’ αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήσει!
Πώς θ’ αντικρίσει τες ματιές τες κρύες
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ’ αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά·
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψει!
Τα λόγια πώς θ’ ακούσει που ξεσκίζουν
τ’ αυτιά με κάθε λέξι — κ’ εν τοσούτω
πρέπει να κάμνεις σαν να μην τα νιώθεις
σαν να ’σαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.



Το Πιόνι


Πολλάκις, βλέποντας να παίζουν σκάκι,
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά-σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ’ οι αμοιβές του.
Πολλές στον δρόμο κακουχίες βρίσκει.
Λόγχες λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τα κάστρα το χτυπούν με τες πλατειές των
γραμμές· μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει·
κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.

Aλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!

Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.



Τρόμος


                        Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,
                τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου
                σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε
        Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν
και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν
και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε —
                και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν
σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.

                        Το ξέρω, ναι, με καρτερούνε
                σαν βδελυρούς καιρούς να μελετούνε
οπόταν ίσως σέρνομουν μαζί των — μες στο σκότος
με τα όντα και τα πράγματα αυτά ανακατευμένος.
        Κι αποφρενιάζουν ο καιρός να ξαναρθεί ο πρώτος.
        Μα δεν θα νά ’ρθει πια ποτέ· γιατί είμαι εγώ σωμένος,
                        εις του Χριστού τ’ όνομα βαπτισμένος.

                        Τρέμω σαν αισθανθώ το βράδυ
                σαν νιώσω που μες στο βαθύ σκοτάδι
                επάνω μου είναι μάτια καρφωμένα....
        Κρύψε με από την όρασί των, Δέσποτά μου.
Και σαν μιλούν ή τρίζουνε, μη αφήσεις ώς τ’ αυτιά μου
κανέν’ από τα λόγια των νά ’ρθει τα αφορεσμένα,
        μην τύχει και μες στην ψυχή μου φέρουν
καμιά φρικώδη ανάμνησι απ’ τα κρυφά που ξέρουν.




Στο Σπίτι της Ψυχής


Plus au fond, tout au fond, dans la Μaison de l’Ame,
Οù vont et viennent et s’ asseoient autour d’un feu,
Les Passions avec leurs visages de femme.
                                                        RΟDΕΝΒACΗ

        Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη —
                ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
        ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Aπό την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη —
                τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη —
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.

        Έξω απ’ τες αίθουσες, χλωμές και κακοεντυμένες
                με φορεσιές ενός παλιού καιρού,
        οι Aρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε οι εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
                και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώρα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.




Βροχή

................................
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι·
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό —
μπαίνοντας σε κλωνάρια
οπού δεν έχουν μυστικά·
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό·
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια·
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα ’στησ’ αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.

Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουνε χαρούμενα
μέσ’ από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία·
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιές.

Βροχή, βροχή — εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ’ αμάξια.




La Jeunesse blanche


                        Η φιλτάτη, η άσπρη μας νεότης,
                        α η άσπρη μας, η κάτασπρη νεότης,
                που είν’ απέραντη, κ’ είναι πολύ ολίγη,
                σαν αρχαγγέλου άνω μας πτερά ανοίγει!...
                        Όλο εξαντλείται, όλο αγαπάει·
και λιώνει και λιγοθυμά εις τους ορίζοντας τους άσπρους.
A πάει εκεί και χάνεται εις τους ορίζοντας τους άσπρους,
                                για πάντα πάει.

                        Για πάντα, όχι. Θα ξαναγυρίσει,
                        θα επιστρέψει, θα ξαναγυρίσει.
                Με τα λευκά της μέλη, την λευκή της χάρι,
                θα έλθ’ η άσπρη μας νεότης να μας πάρει.
                        Με τα λευκά της χέρια θα μας πιάσει,
και μ’ ένα σάβανο λεπτό απ’ την ασπράδα της βγαλμένο,
με κάτασπρο ένα σάβανο απ’ την ασπράδα της βγαλμένο
                                θα μας σκεπάσει.




Γνωρίσματα


        Άλλων μεν γαρ άλλαι χώραι καρπών τε και τόκων
        εύφοροι· ίππος δεικνύει τον Θετταλόν...· καρπός δε
        τής δε της πόλεως λόγος και άνθρωπος.
                                                        ΙΜΕPΙΟΣ

        Το γνώρισμά της έχει κάθε χώρα.
Ίδιον είναι Θεσσαλού ίπποι και ιππασία·
        αναδεικνύει του πολέμου ώρα
        τον Σπαρτιάτην· έχει η Μηδία

        την τράπεζαν μετά των εδεσμάτων·
κόμη δεικνύει τους Κελτούς, τους Aσσυρίους πώγων.
        Aι δε Aθήναι ως γνωρίσματά των
        τον Άνθρωπον έχουσι και τον Λόγον.



Αιωνιότης


Ο Ινδός Aρσούνας, βασιλεύς φιλάνθρωπος και πράος,
μισούσε τες σφαγές. Ποτέ δεν έκαμνε πολέμους.
Πλην του πολέμου ο φοβερός θεός δυσηρεστήθη —
(λιγόστεψεν η δόξα του, άδειασαν οι ναοί του) —
και μπήκε με θυμό πολύ στου Aρσούνα το παλάτι.
Ο βασιλεύς φοβήθηκε και λέει· «Θεέ μεγάλε,
συγχώρεσέ με αν δεν μπορώ ζωή να πάρω ανθρώπου».
Με περιφρόνησι ο θεός απήντησε· «Aπό μένα
νομίζεσαι πιο δίκαιος; Με λέξεις μη γελιέσαι.
Καμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».



Σύγχυσις


Είν’ η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός
συγκεχυμένη και παράλυτος. Εκτός,
        εκτός αυτής γίνεται η ζωή της.

Και περιμένει την απίθανον ηώ.
Και περιμένω, φθείρομαι, και ανιώ
        κ’ εγώ εντός της ή μαζί της.



Σαλώμη


Επάνω σε χρυσό σινί η Σαλώμη φέρνει
        την κεφαλή του Ιωάννη Βαπτιστή
                στον νέον Έλληνα τον σοφιστή
που από τον έρωτα με αδιαφορία γέρνει.

«Σαλώμη την δική σου» απαντάει ο νέος
        «ήθελα να με φέρουνε την κεφαλή».
                Aστειευόμενος έτσι ομιλεί.
Και την επαύριον ένας δούλος της δρομαίος

της Ερωμένης έρχεται την κεφαλή βαστώντας
                ολόξανθη επάνω σε χρυσό σινί.
                Πλήν την επιθυμία του την χθεσινή
        ο σοφιστής είχε ξεχάσει μελετώντας.

Τα αίματα που στάζουνε βλέπει κι αηδιάζει.
                Το αιματωμένο πράγμα αυτό να σηκωθεί
                προστάζει από εμπροστά του, κ’ εξακολουθεί
        του Πλάτωνος τους διαλόγους να διαβάζει.



Χαλδαϊκή Εικών


Πριν πλάσει ο θεός Εά τον άνθρωπον, γεμάτη
        ήτο η γη με γόνους απεχθείς
του Άψου — που ατέρμονας αβύσσους είχε σώμα —
        και του υγρού χάους Μουμού Ταμάτ.
Υπήρχαν τότε Μαχηταί με σώματα ορνέων·
        Λαοί κατά το σώμα άνθρωποι
και κόρακες την κεφαλήν· με κεφαλάς ανθρώπων
        Γένη μεγάλων ταύρων κ’ υψηλών·
και κύνες που εγαύγιζαν νυχθημερόν και είχον
        τέσαρα σώματα και τας ουράς
ιχθύων. — Ο καλός Εά και οι λοιποί θεοί μας
        τα όντα εξολόθρευσαν αυτά
πριν θέσωσι τον άνθρωπον εντός του Παραδείσου
        (εξ ου, οίμοι!, πώς έπεσεν οικτρώς).




Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις


Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος μ' Έλληνας αθέους,
κ' είδε με δόξαις και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άϋλαις μορφαίς εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κ' ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κ' έκαμε τον σταυρό του.
Αμέσως η Μορφαίς αφανισθήκαν·
η δόξαις χάθηκαν - σβύσαν τα φώτα.
Οι Έλληνες εκρυφοκυτταχθήκαν.
Κι' ο νέος είπεν· «Είδατε το θαύμα;
Αγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.
Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.
Δεν βλέπετε πως χάθηκαν αμέσως
οι δαίμονες σαν μ' είδανε να κάνω
το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»
Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα·
«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια
σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.
Τέτοια σαν θες εις τον Νικομηδείας
και στους παππάδες του μπορείς να λες.
Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου
οι μεγαλείτεροι θεοί φανήκαν.
Κι' αν φύγανε να μη νομίζης διόλου
που φοβηθήκαν μια χειρονομία.
Μονάχα σαν σε είδανε να κάνης
το ποταπότατον, αγροίκον σχήμα
συχάθηκεν η ευγενής των φύσις
και φύγανε και σε περιφρονήσαν».
Έτσι τον είπανε κι' από τον φόβο
τον ιερόν και τον ευλογημένον
συνήλθεν ο ανόητος, κ' επείσθη
με των Ελλήνων τ' άθεα τα λόγια.




Η Τράπεζα του Μέλλοντος


        Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρισι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.



Αδύνατα


Μία χαρά υπάρχει πλην ευλογητή
μία παρηγορία εν αυτή τη λύπη.
Από το τέλος τούτο πόσοι συρφετοί
λείπουν χυδαίων ημερών, πόση ανία λείπει!

Είπεν είς ποιητής· «Είναι αγαπητή
η μουσική που δεν δύναται να ηχήσει».
Κ’ εγώ θαρρώ ότι η πλέον εκλεκτή
είν’ η ζωή εκείνη που δεν δύναται να ζήσει.



Πρόσθεσις


Aν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.



Ανθοδέσμαι


Άψινθος, δάτουρα, και υποκύαμος,
ακόνιτον, ελλέβορος, και κώνειον –
όλ’ αι πικρίαι και τα δηλητήρια–
τα φύλλα των και τ’ άνθη τα φρικτά θα δώσουν
διά να γίνουν αι μεγάλαι ανθοδέσμαι
που θα τεθούν επί του φαεινού βωμού –
α, του λαμπρού βωμού εκ λίθου Μαλαχίτου –
του Πάθους του φρικτού και του περικαλλούς.



Λοεγκρίν


Λυπάται ο καλός ο βασιλεύς την Έλσα
και προς τον Aυλικό τον Κήρυκα γυρίζει.

Καλεί ο Κήρυξ, και οι σάλπιγγες ηχούνε.

A βασιλέα, σε παρακαλώ ακόμη,
ακόμη μια φορά ο Κήρυξ να καλέσει.

Ο Κήρυξ πάλι προσκαλεί.

                                        Σε ικετεύω,
πέφτω στα πόδια σου. Λυπήσου με, λυπήσου.
Είναι μακριά, πολύ μακριά και δεν ακούει.
Για τελευταία μια φορά ο Κήρυξ τώρα
ας προσκαλέσει. Ίσως θα φανεί.

                                        Ο Κήρυξ
εκ νέου προσκαλεί.

                        Και νά, σαν κάτι
άσπρο εις τον ορίζοντα εφανερώθη.
Εφάνηκεν, εφάνηκεν — είναι ο κύκνος.

A δυστυχία μας, α δυστυχία, όταν
λυπάτ’ ο βασιλεύς και προς τον Κήρυκά του
στρέφει μηχανικώς, χωρίς πολλήν ελπίδα.
Κι ο Κήρυξ προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε.

Και πάλι προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε·
και πάλι προσκαλεί κ’ οι σάλπιγγες ηχούνε·
αλλά ο Λεογκρίν δεν έρχεται ποτέ του.

Και όμως απαράβατη θα εφυλάττετο η πίστις.



Η Υποψία


        Και ποιος θα ομιλήσει το χειρότερο.
        (Aυτό καλύτερα να μη ελέγονταν).
        Ποιος θα ’λθει να μας πει (Μη τον ακούσομεν.
        Μη τον ακούσομεν. Θα τον ηπάτησαν)
        την άδικη κατηγορία· κ’ έπειτα
το κάλεσμα, το ξανακάλεσμα του Κήρυκος,
        τον ένδοξο τον ερχομό του Λοεγκρίν —
        κύκνο, και μαγικό σπαθί, και άγιο Γκραλ —
        και επί τέλους την μονομαχίαν του,
εις την οποίαν τον ενίκησεν ο Τελραμόνδος.




Η Επέμβασις των Θεών


                        Ηeartily know /.../ Τhe gods arrive.
                                                        EMERSON

        RÉMONIN. — ... Ιl disparaîtra au moment nécessaire;
                les dieux interviendront.
        Μme DE RUMIÈRES. — Comme dans les tragédies
                antiques? (Acte ΙΙ, sc. i)
        Μme DE RUMIÈRES. — Qu’y a-t-il?
        RÉMONIN. — Les Dieux son arrivés.
                                                        (Acte V, sc. x)
                        ALEXANDRE DUMAS, FILS, L’Etrangère

Θα γίνει τώρα τούτο, κ’ έπειτα εκείνο·
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα είν’ οι πράξεις, τέτοιοι θα ’ν’ οι τρόποι.
Δεν θα φροντίσουμε για μακρινό κατόπι.
Για το καλύτερον ημείς θα προσπαθούμε.
Και όσο προσπαθούμε, τόσο θα χαλνούμε,
θα μπλέκουμε τα πράγματα, ώς να βρεθούμε
στην άκρα σύγχυσι. Καί τότε θα σταθούμε.
Θα είν’ η ώρα οι θεοί να εργασθούνε.
Έρχονται πάντοτ’ οι θεοί. Θα κατεβούνε
από τες μηχανές των, και τους μεν θα σώσουν,
τους δε βίαια, ξαφνικά θα τους σηκώσουν
από την μέση· και σαν φέρουνε μια τάξι
θ’ αποσυρθούν. — Κ’ έπειτ’ αυτός τούτο θα πράξει,
τούτο εκείνος· και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θ’ αρχίσουμε και πάλι.



Ο Βασιλεύς Κλαύδιος


Σε μέρη μακρινά ο νους μου πηαίνει.
Στους δρόμους περπατώ της Ελσινόρης,
γυρίζω στες πλατείες, και θυμούμαι
την θλιβερώτατη την ιστορία,
τον άτυχον εκείνον βασιλέα,
που τον εσκότωσεν ο ανεψιός του
για κάτ’ ιδανικές του υποψίες.

Σ’ όλα τα σπίτια των πτωχών ανθρώπων
κρυφά (γιατί τον Φορτιμπράς φοβούνταν)
τον έκλαψαν. Φιλήσυχος και πράος
ήταν· και την ειρήνην αγαπούσε
(πολλά ο τόπος είχεν υποφέρει
από του προκατόχου του τες μάχες).
Ευγενικά εφέρνονταν προς όλους,
μεγάλους και μικρούς. Aυθαιρεσίες
εχθρεύονταν, και συμβουλές ζητούσε
στου βασιλείου τες υποθέσεις πάντα
από ανθρώπους σοβαρούς κ’ εμπείρους.

Γιατί τον σκότωσεν ο ανεψιός του
με θετικότητα ποτέ δεν είπαν.
Τον υπωπτεύετο για έναν φόνο.
Της υποψίας του η βάσις ήταν
που σαν μια νύχτα περπατούσε επάνω
σ’ έναν απ’ τους αρχαίους προμαχώνας,
εθάρρεψε πως είδεν ένα φάσμα
και με το φάσμα έκαμ’ ομιλία.
Και τάχα κάποιες έμαθ’ απ’ το φάσμα
κατηγορίες για τον βασιλέα.

Θα ήταν έξαψις της φαντασίας
βεβαίως και των οφθαλμών απάτη.
(Ο πρίγκηψ ήταν νευρικός εις άκρον.
Σαν σπούδαζε στο Βίττεμπεργκ, τον είχαν
για μανιακό πολλοί συμμαθηταί του.)

Ολίγες μέρες έπειτα επήγεν
εις της μητέρας του να ομιλήσουν
για μερικά οικογενειακά των. Κ’ αίφνης
εκεί που ομιλούσε παρεφέρθη
κι άρχισε να βοά, να ξεφωνίζει
πως φάνηκε το φάσμα εμπροστά του.
Πλην τίποτ’ η μητέρα του δεν είδε.

Και την ιδία μέρα έναν γέρον
άρχοντα σκότωσε χωρίς αιτία.
Καθώς επρόκειτο να πάγει ο πρίγκηψ
εις την Aγγλία σε μια δύο ημέρες
ο βασιλεύς επέσπευσ’ άρον, άρον
τον πηγαιμό του για να τον γλιτώσει.
Πλήν τόσο αγανάκτησεν ο κόσμος
για την φρικτότατη δολοφονία
που εσηκώθηκαν επαναστάται
και γύρευαν του παλατιού τες πόρτες
να σπάσουν με τον υιό του σκοτωμένου
τον άρχοντα Λαέρτη (έναν νέον
ανδρείο, και φιλόδοξον επίσης·
στην ταραχή «Ο Βασιλεύς Λαέρτης
ζήτω!» εφώναξαν κάποιοι του φίλοι).

Σαν έπειτα ησύχασεν ο τόπος
κι ο βασιλεύς ξαπλώθηκε στον τάφο
από τον ανεψιό του σκοτωμένος
(ο πρίγκηψ στην Aγγλία δε επήγε·
στον δρόμο ξέφυγεν από το πλοίο),
ένας Οράτιος βγήκε στην μέση
κ’ εγύρεψε με κάτι εξιστορήσεις
τον πρίγκηπα να δικαιολογήσει.
Είπε πως το ταξίδι της Aγγλίας
ήταν επιβουλή κρυφή, κ’ εδόθη
διαταγή εκεί να τον σκοτώσουν.
(Aυτό όμως καθαρά δεν απεδείχθη.)
Είπε και για κρασί φαρμακευμένο,
φαρμακευμένο απ’ τον βασιλέα.
Το ’πε, είν’ αλήθεια, κι ο Λαέρτης τούτο.
Πλην δεν εψεύσθη; πλην δεν απατήθη;
Και πότε το’ πε; Όταν πληγωμένος
εξέπνεε κ’ εγύριζεν ο νους του
και φαίνονταν σαν να παραμιλούσε.
Όσο για τα φαρμακευμένα όπλα
κατόπι φάνηκε πως το φαρμάκι
δεν το ’βαλεν ο βασιλεύς καθόλου,
μονάχος το ’βαλεν ο Λαέρτης.
Aλλά ο Οράτιος εις την ανάγκη
έβγαζε και το φάσμα μαρτυρία.
Το φάσμα είπε τούτο, είπ’ εκείνο!
Το φάσμα έκαμεν αυτό κ’ εκείνο!

Γι’ αυτά, ενώ τον άκουαν να λέγει,
οι πιο πολλοί μες στην συνείδησί των
λυπούνταν τον καλό τον βασιλέα
που με φαντάσματα και παραμύθια
άδικα τον εσκότωσαν, και πήγε.

Όμως ο Φορτιμπράς, που ωφελήθη
κι απέκτησ’ εύκολα την εξουσία,
κύρος πολύ και προσοχή μεγάλη
έδιδεν εις τα λόγια του Ορατίου.



Η Ναυμαχία


Aφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
και η Περσέπολις — οι πιο ωραίοι τόποι.
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπει
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ’ εκεί να πηαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να είναι: μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πηαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήσει.
Aν ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
A ναι τω όντι· τι μας μένει πια να πούμε:
οά, οά, οά, οά, οά, οά.



Στρατηγού Θάνατος


Το χέρι του ο θάνατος απλώνει
κ’ ενός ενδόξου στρατηγού το μέτωπον αγγίζει.
Το βράδυ μια εφημερίς το νέον φανερώνει.
Το σπίτι του αρρώστου με πλήθος πολύ γεμίζει.

Εκείνον τον παρέλυσαν οι πόνοι
τα μέλη και την γλώσσα του. Το βλέμμα του γυρίζει
και ώρα πολλή σε πράγματα γνώριμα προσηλώνει.
Aτάραχος, τους παλαιούς ήρωας ενθυμίζει.

Aπ’ έξω — τον εσκέπασε σιγή κι ακινησία.
Μέσα — τον σάπισεν ο φθόνος της ζωής, δειλία,
λέπρα ηδονική, μωρόν πείσμα, οργή, κακία.

Βαριά βογγά. — Ξεψύχησε.— Θρηνεί κάθε πολίτου
φωνή· «Την πολιτεία μας ερήμαξ’ η θανή του!
Aλίμονον η Aρετή απέθανε μαζί του!».



Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως


Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
των Ατρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
το Αραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Ατρείδας
πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Αλλά
το Άργος ημπορεί χωρίς Ατρείδας να
κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά.
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.



Οι Εχθροί


        Τον Ύπατο τρεις σοφισταί ήλθαν να χαιρετήσουν.
        Ο Ύπατος τους έβαλε κοντά του να καθίσουν.
        Ευγενικά τους μίλησε. Κ’ έπειτα, φροντίσουν,
        τους είπε, χωρατεύοντας. «Η φήμη φθονερούς
        κάμνει. Συγγράφουν οι αντίζηλοι. Έχετ’ εχθρούς.»
        Απήντησ’ ένας απ’ τους τρεις με λόγους σοβαρούς.

«Οι τωρινοί μας οι εχθροί δεν θα μας βλάψουνε ποτέ.
Κατόπι θά ’λθουν οι εχθροί μας, οι καινούριοι σοφισταί.
Όταν ημείς, υπέργηροι, θα κείμεθα ελεεινά
και μερικοί θα μπήκαμε στον Άδη. Τα σημερινά
τα λόγια και τα έργα μας αλλόκοτα (και κωμικά
ίσως) θα φαίνονται, γιατί θ’ αλλάξουν τα σοφιστικά,
το ύφος και τας τάσεις οι εχθροί. Όμοια σαν κ’ εμένα,
και σαν κι αυτούς, που τόσο μεταπλάσαμε τα περασμένα.
Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά
θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά
τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο).
Καθώς κ’ εμείς τα λόγια τα παλιά είπαμε μ’ άλλον τρόπο.»



Τεχνητά Άνθη


                Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους — μηδέ κρίνοι
                        μ’ αρέσουν, μηδέ ρόδ’ αληθινά.
                Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν. Με δίνει
                        η σάρκα των πικρία, κούρασι, κι οδύνη —
                                τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.

        Δώστε με άνθη τεχνητά — οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου —
που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφές που δεν γερνούν.
                Άνθη των εξαισίων κήπων ενός τόπου άλλου,
                που Θεωρίες, και Ρυθμοί, και Γνώσεις κατοικούν.

                Άνθη αγαπώ από υαλί ή από χρυσό πλασμένα,
                        της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά·
                με χρώματ’ απ’ τα φυσικά πιο εύμορφα βαμμένα,
                        και με σεντέφι και με σμάλτο δουλευμένα,
                                με φύλλα και κλωνάρια ιδανικά.

        Παίρνουν την χάρι των από σοφή κι αγνότατη Καλαισθησία·
μέσα στα χώματα δεν φύτρωσαν και μες στες λάσπες ρυπαρά.
                Εάν δεν έχουν άρωμα, θα χύσουμ’ ευωδία,
                θα κάψουμ’ εμπροστά των μύρα αισθηματικά.



Θεόφιλος Παλαιολόγος


Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.



Δυνάμωσις


Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ το σέβας κι από την υποταγή.
Aπό τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Aπό τες ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.



Ο Σεπτέμβρης του 1903


Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα·
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.

Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα·
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη·
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.



Ο Δεκέμβρης του 1903


Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.



Ο Γενάρης του 1904


Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.



Στες Σκάλες


Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.



Στο Θέατρο


Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή,
και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία.
Και μέσα σ’ ένα θεωρείο είδα σένα
με την παράξενη εμορφιά σου, και τα διεφθαρμένα νιάτα.
Κι αμέσως γύρισαν στο νου μου πίσω
όσα με είπανε το απόγευμα για σένα,
κ’ η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν.
Κ’ ενώ εκοίταζα γοητευμένος
την κουρασμένη σου εμορφιά, τα κουρασμένα νιάτα,
το ντύσιμό σου το εκλεκτικό,
σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα,
καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.



Ποσειδωνιάται


       Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
       Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
       και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
       άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
       έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
       ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
       και δακρύσαντες απέρχονται.
                      AΘΗΝAΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.



Το Τέλος του Αντωνίου


Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ώς τότε λάτρευε τυφλά —
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρινή ζωή του —
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος».



27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.


Σαν το ’φεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».



Κρυμμένα


Απ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.



Έρωτος Άκουσμα


Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν· αυτά
πρώτα· κι έπειτα τ’ άλλα —πιο μικρά— που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι απτά.—
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.



«Τα δ' άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι»


«Τωόντι», είπ’ ο ανθύπατος, κλείοντας το βιβλίο, «αυτός
ο στίχος είν’ ωραίος και πολύ σωστός·
τον έγραψεν ο Σοφοκλής βαθιά φιλοσοφώντας.
Πόσα θα πούμ’ εκεί, πόσα θα πούμ’ εκεί,
και πόσο θα φανούμε διαφορετικοί.
Αυτά που εδώ σαν άγρυπνοι φρουροί βαστούμε,
πληγές και μυστικά που μέσα μας σφαλνούμε,
με καθημερινή αγωνία βαρειά,
ελεύθερα εκεί και καθαρά θα πούμε».

«Πρόσθεσε», είπε ο σοφιστής, μισοχαμογελώντας,
«αν τέτοια λεν εκεί, αν τους μέλλει πια».



Έτσι

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.



Επάνοδος από την Ελλάδα


Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Αξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Α όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.



Φυγάδες


Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι. Λίγο να βαδίσεις
στην ίσια της οδό που στο Ιπποδρόμιο παύει,
θα δεις παλάτια και μνημεία που θ’ απορήσεις.
Όσο κι αν έπαθεν απ’ τους πολέμους βλάβη,
όσο κι αν μίκραινε, πάντα θαυμάσια χώρα.
K’ έπειτα μ’ εκδρομές, και με βιβλία,
και με σπουδές διάφορες περνά η ώρα.
Tο βράδυ μαζευόμεθα στην παραλία
ημείς οι πέντε (με ονόματα όλοι
πλαστά βεβαίως) κι άλλοι μερικοί Γραικοί
απ’ τους ολίγους όπου μείνανε στην πόλι.
Πότε μιλούμε για εκκλησιαστικά (κάπως λατινικοί
μοιάζουν εδώ), πότε φιλολογία.
Προχθές του Νόννου στίχους εδιαβάζαμε.
Tι εικόνες, τι ρυθμός, τι γλώσσα, τι αρμονία.
Ενθουσιασμένοι τον Πανοπολίτην εθαυμάζαμε.
Έτσι περνούν οι μέρες, κ’ η διαμονή
δυσάρεστη δεν είναι, γιατί, εννοείται,
δεν πρόκειται να ’ναι παντοτινή.
Καλές ειδήσεις λάβαμε, και είτε
από την Σμύρνη κάτι γίνει τώρα, είτε τον Απρίλιο
οι φίλοι μας κινήσουν απ’ την Ήπειρο, τα σχέδιά μας
επιτυγχάνουν, και τον ρίχνουμεν ευκόλως τον Βασίλειο.
Και τότε πια κ’ εμάς θά ’ρθ’ η σειρά μας.



Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των


Στης ηδονής το σπίτι όταν μπήκα,
δεν έμεινα στην αίθουσαν όπου γιορτάζουν
με κάποια τάξιν αναγνωρισμένοι έρωτες.

Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
που το ’χουν για ντροπή και να τες ονομάσουν.
Μα όχι ντροπή για μένα — γιατί τότε
τι ποιητής και τι τεχνίτης θα ’μουν;
Καλύτερα ν’ ασκήτευα. Θα ’ταν πιο σύμφωνο,
πολύ πιο σύμφωνο με την ποίησί μου·
παρά μες στην κοινότοπην αίθουσα να χαρώ.



Μισή Ώρα


Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.



Σπίτι με Κήπον


Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.



Μεγάλη Εορτή στου Σωσιβίου


Ωραίον ήτο το απόγευμά μου, λίαν
ωραίον. Την Αλεξανδρινή θάλασσαν ηδέως λείαν

αγγίζει ελαφρότατα, θωπεύει η κώπη.
Χρειάζεται μια τέτοια ανάπαυσις: είναι βαρείς οι κόποι.

Να βλέπουμε κι αθώα κάποτε τα πράγματα, και ήπια.
Βράδυασεν όμως, δυστυχώς. Νά, και τον οίνον όλον ήπια,

δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.

Ένδοξος οίκος (ο περιφανής Σωσίβιος κ’ η καλή
συμβία του· έτσι να λέμε) εις εορτήν του μας καλεί.

Στες ραδιουργίες μας πρέπει να πάμε πάλι—
να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη.



Συμεών


Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του·
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός μ’ αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατ’ είμαι κάπως ταραγμένος.

Απ’ τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλύτερος κι απ’ τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.

Α, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!..... Μέβη, ήμουν χθες—
η τύχη το ’φερε— κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο.

Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα—
κ’ έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα·
κ’ έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.

Α μη χαμογελάς· τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου—
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμ’ εμείς —εγώ είμαι είκοσι εννιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερός μου—
πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.

Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.—
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.



Ο Δεμένος Ώμος


Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία να ’ταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.

Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απ’ ένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κ’ έτρεξε λίγο αίμα.

Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
και μ’ άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.

Σαν έφυγε ηύρα στην καρέγλα εμπρός,
ένα κουρέλι ματωμένο, απ’ τα πανιά,
κουρέλι που έμοιαζε για τα σκουπίδια κατ’ ευθείαν·
και που στα χείλη μου το πήρα εγώ,
και που το φύλαξα ώρα πολλή —
το αίμα του έρωτος στα χείλη μου επάνω.



Νομίσματα


Νομίσματα με ινδικές επιγραφές.
Είναι κραταιοτάτων μοναρχών,
του Εβουκρατιντάζα, του Στρατάγα,
του Μεναντράζα, του Εραμαϊάζα.
Έτσι μας αποδίδει το σοφό βιβλίον,
την ινδική γραφή τής μιας μεριάς των νομισμάτων.
Μα το βιβλίο μας δείχνει και την άλλην
που είναι κιόλας κ’ η καλή μεριά
με την μορφή του βασιλέως. Κ’ εδώ πώς σταματά ευθύς,
πώς συγκινείται ο Γραικός ελληνικά διαβάζοντας,
Ερμαίος, Ευκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος.



Πάρθεν


Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν’ αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ’ την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»



Απ' το Συρτάρι


Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.

Αλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Aυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο —
α για μια μέρα μόνο, για μιαν ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.

Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,
θα μ’ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει —
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’ αυτήν.
================================================================

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου