Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Μαρτυρία από την φλεγόμενη Σμύρνη


Μαρτυρία από την φλεγόμενη Σμύρνη

Συγγραφέας: 
Χατζηαντωνίου Κώστας
Έ­χου­νε φέ­ρει σι­δε­ρέ­νιους λο­στούς και κλεί­νουν το δρό­μο, στη γω­νί­α. Ό­λοι α­νη­συ­χούν. Τι θα κά­νουν ά­ρα­γε; Κα­νείς δεν ξέ­ρει τί­πο­τα. Τό­τε βγαί­νει μια λάμ­ψη και σκο­τει­νιά­ζουν τα πά­ντα α­πό κα­πνό. Φαί­νε­ται βά­λα­νε φω­τιά ε­δώ κο­ντά. Ο ή­λιος ε­χά­θη­κε, μαύ­ρι­σε ο ου­ρα­νός. Κλεί­σα­νε και τους δρό­μους, μή­πως θέ­λουν να μας κά­ψουν ζω­ντα­νούς;
Δεν περ­νά­νε δέ­κα λε­φτά και ο δρό­μος γε­μί­ζει κό­σμο τρε­λό, πα­νι­κό­βλη­το. Έρ­χο­νται α­πό την άλ­λη με­ριά, που δεν έ­χουν βά­λει λο­στούς, και στο δρό­μο μας πα­γι­δεύ­ο­νται. Φω­νά­ζουν: «Βο­ή­θεια, θα μας κά­ψουν ζω­ντα­νούς!». Ό­πως εί­μα­στε στο πα­ρά­θυ­ρο, κοι­τά­ζου­με σα­στι­σμέ­νοι. Μας φω­νά­ζουν: «Μην κά­θε­στε μέ­σα. θα μας κά­ψουν. Ό­λους τους δρό­μους τους έ­χουν κλεί­σει, δεν α­φή­νουν που­θε­νά. Βο­ή­θεια, βο­ή­θεια, βο­ή­θεια!». Μυ­ριά­δες φω­νές. Ο δρό­μος δε χω­ρά­ει άλ­λους. Μπαί­νουν στα σπί­τια. Ως και οι τα­ρά­τσες γε­μί­ζουν κό­σμο πού φω­νά­ζει, πα­ρα­λη­ρεί. Άλ­λοι έ­χουν χά­σει τα παι­διά τους. Παι­διά σκού­ζουν, ζη­τά­νε τη μά­να τους. Ορ­μά­ει ο κό­σμος να πη­δή­σει τους λο­στούς. Εί­ναι μα­ζε­μέ­νοι ε­κεί πολ­λοί Τούρ­κοι, πυ­ρο­βο­λούν και πέ­φτουν κά­μπο­σοι νε­κροί. Ουρ­λια­χτά, κα­τά­ρες, προ­σευ­χές. Σκο­τει­νιά­ζει πια, εί­ναι και ο κα­πνός που μας καί­ει τα μά­τια. Τό­τε αρ­χί­ζει άλ­λο δρά­μα: τα καρ­φιά. Τί ή­ταν πά­λι αυ­τό; Αν και έ­χουν πε­ρά­σει τό­σα χρόνια, δεν μπο­ρώ να το ε­ξη­γή­σω. Τό­σες φω­τιές έ­χω δει, αυ­τό το πράγ­μα δεν το ξα­νά­δα, ού­τε και διά­βα­σα που­θε­νά κά­τι τέ­τοιο. Α­πό τα σπί­τια που καί­γο­νται, εκ­σφεν­δο­νί­ζο­νται με­γά­λα καρ­φιά, κα­τα­κόκ­κι­να, και πέ­φτουν, κά­νο­ντας, έ­να θε­α­μα­τι­κό η­μι­κύ­κλιο, πά­νω στον κό­σμο. Κα­θώς σκο­τει­νιά­ζει, λά­μπουν σαν κόκ­κι­νες σα­ΐ­τες. Άν­θρω­ποι τραυ­μα­τί­ζο­νται και ουρ­λιά­ζουν. Μέ­σα α­πό τα σπί­τια δί­νουν λε­κά­νες, κου­βά­δες, τε­ντζε­ρέ­δια, τα­ψιά, βρε­μέ­νες κου­βέρ­τες, για να προ­φυ­λα­χτούν οι α­πέ­ξω. Αυ­τοί που εί­χαν πά­ει στις τα­ρά­τσες έ­ντρο­μοι κα­τε­βαί­νουν, πα­τείς με πα­τώ σε. Δεν υ­πάρ­χει πια χώ­ρος. Η μα­μά μου κά­θε­ται στο πε­ζού­λι του πα­ρα­θύ­ρου, κο­ντά μου. Κο­ντεύ­ουν να μας πε­τά­ξουν έ­ξω. Α­πό μέ­σα φω­νά­ζουν «θα σκά­σου­με». Η μα­μά μου ού­τε βλέ­πει ού­τε α­κού­ει. Α­πα­ντά­ει α­φη­ρη­μέ­να στις ε­ρω­τή­σεις που της κά­νουν και τα μά­τια της εί­ναι στραμ­μέ­να στους Τούρ­κους που εί­ναι κο­ντά στους λο­στούς. Ο κό­σμος φω­νά­ζει «βο­ή­θεια», και πολ­λοί ζη­λεύ­ουν αυ­τούς που εί­ναι μέ­σα για­τί δεν έ­χουν φό­βο α­πό τα καρ­φιά. Οι μέ­σα πά­λι, δεν μπο­ρούν ν’ α­να­σά­νουν α­πό τον κό­σμο που εί­ναι πή­χτρα.
Τώ­ρα έρ­χο­νται κά­τι φρα­γκο­πα­πά­δες. Δεί­χνουν χαρ­τιά στους Τούρ­κους, αυ­τοί τα δια­βά­ζουν και –ω του θαύ­μα­τος!– α­νοί­γουν τους λο­στούς. Ο κό­σμος τρέ­χει ξέ­φρε­νος. Κα­νείς δεν ξέ­ρει τι κά­νει αυτή την ώ­ρα, τρέ­χουν μα­κριά α­πό τη φω­τιά και νο­μί­ζουν πως ό­λα τέ­λειω­σαν. Ό­λοι φω­νά­ζουν: «Πά­με στο Και, στ’ α­κρο­γιά­λι». Η μα­μά βλέ­πει το σπί­τι ν’ α­δειά­ζει και το δρό­μο ν’ α­ραιώ­νει.
–Γρή­γο­ρα, λέ­ει, φο­ρέ­στε ό­σες αλ­λα­ξιές σας έ­φε­ρα, α­πα­νω­τά.
Βο­η­θά­ει ε­μέ­να να κά­νω πιο γρή­γο­ρα. Δί­νει το χα­λί στη Ρό­ζα, το κι­λι­μά­κι στους ώμους μου, ση­κώ­νει η ί­δια το κα­λά­θι, και παίρ­νου­με δρό­μο. Αλ­λά ε­μέ­να το μυα­λό μου εί­ναι πώς να πά­ρω την κού­κλα και το ά­λο­γο.
–Βρε και­γό­μα­στε, το κα­τα­λα­βαί­νεις; Σου ’στρι­ψε; Θε­έ μου, ο κό­σμος στ’ α­λή­θεια καί­γε­ται, κι αυ­τή την κού­κλα της! Ή­μαρ­τον, Πα­να­γί­α μου...
Πε­τά­ει μα­κριά την κού­κλα και το ά­λο­γο, που ε­γώ τα θέ­λω και κλαίω.
Ό­λος ο κό­σμος κρα­τά­ει μπό­γους, βα­λί­τσες ή τσου­βά­λια στην πλά­τη. Εί­ναι και πολ­λοί που δεν έ­χουν προ­λά­βει να πά­ρουν κά­τι. Ξε­κι­νά­με μα­ζί τους και μεις, προ­σέ­χο­ντας να μη χα­θού­με. Περ­νά­με τους κε­ντρι­κούς δρό­μους όπου τα ω­ραί­α μα­γα­ζιά χά­σκουν λε­η­λα­τη­μέ­να. Φτά­νου­με στο Κορ­ντόν που έ­χει ω­ραί­α και αρ­χο­ντι­κά σπί­τια. Κά­τι κυ­ρί­ες κλαίνε στα πα­ρά­θυ­ρα και μας ρω­τά­νε πού πά­με. Νο­μί­ζουν ό­τι αυ­τοί δεν δια­τρέ­χουν κίν­δυ­νο, για­τί εί­ναι κο­ντά οι Πρε­σβεί­ες και τα Προ­ξε­νεί­α.
Στο Και στα­μα­τού­με έ­ντρο­μοι. Γυ­μνά σπα­θιά των Τούρ­κων λα­μπο­κο­πούν, α­νε­βο­κα­τε­βαί­νο­ντας στα κε­φά­λια των Χρι­στια­νών. Αχ, Θε­έ μου, πού να πά­με να σω­θού­με; Λέ­ει κά­ποιος:
–Να πά­με στη Σχο­λή Κα­λο­γραιών. Τους Κα­θο­λι­κούς δεν τους πει­ρά­ζουν οι Τούρ­κοι.
Τρέ­χου­με. Έρ­χο­νται κι άλ­λοι. Μό­λις βλέ­πουν πως τρέ­χου­με προς τα κει, μας α­κο­λου­θούν, δί­χως να ξέ­ρουν πού πά­με και δί­χως να ξέ­ρουν αν οι δι­κοί τους α­κο­λου­θού­νε ή ό­χι. Τρέ­χουν να σω­θούν, φω­νά­ζο­ντας ο­νό­μα­τα χα­μέ­νων.
Φτά­νου­με στη Σχο­λή. Οι με­γά­λες πόρ­τες εί­ναι κα­τά­κλει­στες. Χτυ­πά­με φω­νά­ζο­ντας: «Βο­ή­θεια, μας σφά­ζουν!». Η πόρ­τα δεν αρ­γεί ν’ α­νοί­ξει και με την ευ­λο­γί­α κά­ποιας κα­λο­γριάς ή η­γου­μέ­νης μπαί­νου­με. Σχε­δόν εί­μα­στε α­πό τους πρώ­τους. Η μα­μά φω­νά­ζει:
–Τρε­χά­τε α­πά­νω, μη μας τσα­λα­πα­τή­σει ο κό­σμος.
Α­νε­βαί­νου­με. Εί­ναι μια με­γά­λη αί­θου­σα και ο Χριστός στον τοί­χο, με την καρ­διά του έ­ξω ν’ α­κτι­νο­βο­λεί, μας ευ­λό­γα. Έ­νας α­γα­να­κτι­σμέ­νος φω­νά­ζει:
–Μά­λι­στα, Κύ­ριε! Με την ευ­λο­γί­α Σου σφά­ζε­ται ο κό­σμος Σου. Με μας εί­σαι ή με τους Τούρ­κους; Τέ­τοιες ώ­ρες Σε θέ­λου­με να κά­νεις θαύ­μα­τα. Κά­νε έ­να θαύ­μα να κου­λα­θούν τα χέ­ρια των Τούρ­κων, που σφά­ζουν και σκο­τώ­νουν τη Χρι­στια­νο­σύ­νη...
–Κα­λέ, μη βλα­στη­μάς, λέ­ει άλ­λος. Δο­κι­μά­ζει την α­ντο­χή μας. Εί­μα­στε ό­λοι α­μαρ­τω­λοί.
Και κά­νει με­τά­νοιες και σταυ­ρο­κο­πιέ­ται, λέ­γο­ντας, «ή­μαρ­τον, Χρι­στέ μου». Ό­λοι μα­ζί τώ­ρα ψέλ­νουν το «Σώ­σε, Κύ­ριε, τον λα­όν Σου». Πά­νω, κά­τω γε­μί­ζει κό­σμο.
–Φαί­νε­ται, έ­χουν φύ­γει ό­λοι, λέ­ει κά­ποιος. Γύ­ρι­σα ό­λο το κτί­ριο αλ­λά δεν εί­δα κα­μί­α άλ­λη κα­λο­γριά, κα­νέ­ναν Ι­τα­λό που να γνω­ρί­ζω. Η κό­ρη μου ε­δώ ερ­χό­ταν σχο­λεί­ο.
Α­πό τα πα­ρά­θυ­ρα βλέ­που­με τη Σμύρ­νη που καί­γε­ται σα λα­μπά­δα και λυ­πά­ται η ψυ­χή μας. Η ω­ραί­α αυτή πό­λη, η τό­σο χα­ρού­με­νη, που δυο μέ­ρες πριν α­κό­μα, ή­ταν ντυ­μέ­νη στα γα­λα­νό­λευ­κα! Στο κτί­ριο γί­νε­ται παν­ζουρ­λι­σμός. Μα­νά­δες σπρώ­χνουν τον κό­σμο και ψά­χνουν τα παι­διά τους, παι­διά κλαί­νε, άλ­λοι μι­λούν ελ­λη­νι­κά, άλ­λοι αρ­μέ­νι­κα, άλ­λοι τούρ­κι­κα. Βα­βυ­λω­νί­α. Και ό­λοι ζη­τά­νε βο­ή­θεια και προ­σεύ­χο­νται στον ί­διο Θε­ό. Ο­λο­νών τα μά­τια εί­ναι στραμ­μέ­να στη φω­τιά. Αχ, πο­τέ θα τη σβή­σουν; Ό­λοι ελ­πί­ζουν πως ε­δώ δεν πρό­κει­ται να ’ρθει. Με­τά το Κορ­ντόν, ως την πα­ρα­λί­α, εί­ναι ξέ­νες α­ντι­προ­σω­πεί­ες. Πρε­σβεί­ες και Προ­ξε­νεί­α. Δεν μπο­ρούν να φα­ντα­στούν ό­τι οι Ξέ­νοι θα τ’ α­φή­σουν να κα­ούν. Αλ­λά γε­λιώ­νται. Α­κού­με τις α­ντλί­ες που περ­νά­νε και νο­μί­ζου­με ό­τι πά­νε να σβή­σουν τις φω­τιές να μην ε­πε­κτα­θούν προς τα δω. Δεν περ­νά­ει μι­σή ώ­ρα και βλέ­που­με α­πό­το­μα τη φω­τιά, σαν τε­ρά­στιο φί­δι, να πλη­σιά­ζει. Τα ι­πτά­με­να καρ­φιά πέ­φτουν πά­λι, σπά­ζουν τζά­μια, τραυ­μα­τί­ζουν και καί­νε. Άλ­λω­στε η φω­τιά πλη­σιά­ζει. Έ­ντρο­μοι τρέ­χου­με κά­τω. Οι Τούρ­κοι μα­ζε­μέ­νοι στην ε­ξώ­πορ­τα πιά­νουν τους ά­ντρες και τα κο­ρί­τσια α­πό τα μαλ­λιά. Ό­σοι α­ντι­στέ­κο­νται, μέ­νουν στον τό­πο κα­τα­μα­τω­μέ­νοι. Έ­χει γε­μί­σει πτώ­μα­τα.
Βλέ­πο­ντας η μα­μά αυ­τή τη συμ­φο­ρά, πε­τά­ει τον μπό­γο που κρα­τά­ει και μας πιά­νει α­πό τα χέ­ρια. Τρέ­χου­με α­νά­με­σα στον κό­σμο. Μας λέ­ει:
–Έ­τσι να περ­πα­τά­με, να μη χα­θού­με, και πά­ντα α­νά­με­σα στο πλή­θος, να μη μας φτά­νουν οι Τούρ­κοι α­πό τις ά­κρες.
Φτά­νου­με πά­λι στο α­κρο­γιά­λι, στο Και. Αχ, Παρ­θέ­να μου! Ε­δώ τα πράγ­μα­τα έ­χουν α­γριέ­ψει. Τα πό­δια μας πια δεν πα­τά­νε γης. Ό,τι έ­χει πά­ρει ο κα­θέ­νας, μα πο­λύ­τι­μο ή­τα­νε μα α­πα­ραί­τη­το, το ’χει πε­τά­ξει. Βλέ­πεις μπό­γους, μπα­ού­λα, τσου­βά­λια γε­μά­τα, μη­χα­νές, βα­λί­τσες, πτώ­μα­τα, α­κό­μα και αρ­ρώ­στους, που οι δι­κοί τους εί­χα­νε πά­ρει μα­ζί για να τους σώ­σουν, και μην μπο­ρώ­ντας πια να τους ση­κώ­νουν, τους ά­φη­σαν. Τα κτί­ρια καί­γο­νται, οι Τούρ­κοι με σπα­θιά και μα­χαί­ρια χτυ­πούν δί­χως να δια­λέ­γουν. Ο κό­σμος τρέ­χει, τρέ­χει τσα­λα­πα­τώ­ντας τα πά­ντα. Σπα­ρα­χτι­κές φω­νές. Εί­ναι πολ­λοί που πέ­φτουν στη θά­λασ­σα με την ελ­πί­δα να σω­θούν. Μπαί­νουν, αν βρουν πλε­ού­με­νο, αλ­λά σκαρ­φα­λώ­νουν τό­σοι πολ­λοί, πού α­μέ­σως α­να­πο­δο­γυ­ρί­ζει. Άλ­λους, που θέ­λουν ν’ α­πο­μα­κρυν­θούν κο­λυ­μπώ­ντας, τους πυ­ρο­βο­λούν. Οι πνιγ­μέ­νοι εί­ναι τό­σοι πολ­λοί, που ε­γώ νο­μί­ζω ό­τι, αν περ­πα­τή­σει κα­νείς α­πά­νω τους, θα πά­ει στα κα­ρά­βια. Αλ­λά τα κα­ρά­βια εί­ναι μα­κριά, και να φτά­σει κα­νείς ως ε­κεί, δεν τον παίρ­νουν. Τους σπρώ­χνουν ξα­νά πί­σω και, αν ε­πι­μέ­νουν, τους πυ­ρο­βο­λούν ή τους χύνουν νε­ρά. Εί­ναι, βλέ­πε­τε, σύμ­μα­χοι των Τούρ­κων. Πε­ριο­ρί­ζο­νται να βγά­ζουν ται­νί­ες και φω­το­γρα­φί­ες! Κά­θε τό­σο τα φώ­τα των προ­βο­λέ­ων γλι­στρούν σε ό­λο το μή­κος της πα­ρα­λί­ας, φω­τί­ζο­ντας τη συμ­φο­ρά. Ε­κεί­νη τη στιγ­μή οι Τούρ­κοι κα­τε­βά­ζουν τα σπα­θιά και τις χα­ντζά­ρες, ο κό­σμος ση­κώ­νει τα χέ­ρια και με ό,τι φω­νή έ­χει φω­νά­ζει: «Βο­ή­θεια! βο­ή­θεια!».
Μα το πλη­ρώ­νουν α­κρι­βά. Μό­λις σβή­νουν οι προ­βο­λείς, τα χα­ντζά­ρια τους λυσ­σα­σμέ­να χτυ­πούν, δε­ξιά-α­ρι­στε­ρά, ρί­χνο­ντας κορ­μιά στη γης κι α­νοί­γο­ντας κε­φά­λια.
Εί­ναι νύ­χτα. Και μεις, μες στο μα­κε­λειό, κρα­τιό­μα­στε σφι­χτά και οι τρεις, φρο­ντί­ζο­ντας να εί­μα­στε στη μέ­ση του πλή­θους. Ού­τε βλέ­που­με τι πα­τά­με, συ­νέ­χεια α­νε­βο­κα­τε­βαί­νου­με. Εί­ναι κι έ­νας άλ­λος κίν­δυ­νος: αν πέ­σεις, δε ση­κώ­νε­σαι, σε πα­τά­ει ο κό­σμος. Τέ­τοιες στιγ­μές, αν τύ­χαι­νε να πέ­σει κα­μιά α­πό τις τρεις μας, δέ­να­με τα χέ­ρια πιο σφι­χτά, φω­νά­ζο­ντας «μη, μην την πα­τή­σε­τε», και κά­ποιο χέ­ρι βρι­σκό­τα­νε να βο­η­θή­σει. Πό­σοι και πό­σοι έ­πε­σαν, α­πλώς σκο­ντά­φτο­ντας, για να μη ση­κω­θούν πο­τέ πια.
Πέ­θα­ναν πο­δο­πα­τη­μέ­νοι. Ο κό­σμος, αυ­τή την ώ­ρα, δεν έ­βλε­πε τί­πο­τα. Ή­ταν σαν τα θη­ρί­α που τρέ­χουν να σω­θούν ό­ταν αρ­πά­ξουν φω­τιά τα δά­ση. Α­πό τη μια τα κτί­ρια καί­γο­νται, α­πό την άλ­λη η θά­λασ­σα γε­μά­τη πτώ­μα­τα, πί­σω οι Τούρ­κοι με τα σπα­θιά.

Απόσπασμα από Τα τε­τρά­δια της Αν­ζέλ Κουρ­τιάν
Πλέ­θρον, Α­θή­να 1980

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου